«Ένας στείρος λαός, ένας λαός χωρίς φρούτα» – Οι προειδοποιήσεις που προηγήθηκαν της Μικρασιατικής Καταστροφής

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό - φωτο από ionikienotita.gr
Οι τελευταίες ημέρες του καλοκαιριού και οι πρώτες του φθινοπώρου αποτελούν για κάποιους μια περίοδο μνήμης, θλίψης, προβληματισμού αλλά και αναστοχασμού. Αναστοχασμού για το πώς θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν η πολιτική ηγεσία και ο λαός - ή το αντίστροφο - είχαν κάνει διαφορετικές επιλογές, ώστε το έθνος μας να αποφύγει τη μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης ιστορίας του: τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Του Στρατή Μαζίδη

Υπάρχει πλήθος βιβλίων και ιστορικών πηγών που μπορεί να μελετήσει κανείς για να κατανοήσει πώς, από την προσδοκία να γράψουμε μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ιστορίας μας, καταλήξαμε σε έναν όλεθρο, βγάζοντας ουσιαστικά μόνοι μας τα μάτια μας. Αρκεί, φυσικά, να μπορεί να διατηρεί την ψυχραιμία του με αυτά που θα διαβάσει, διότι θα φρίξει με τη διαχρονική μας ροπή προς την αυτοκαταστροφή.

Πριν από κάποια χρόνια είχα κάνει ένα ξεχωριστό άρθρο, «Αφιόν Καραχισάρ - Η φοβερή διήγηση ενός Έλληνα της πρώτης γραμμής γεννά μεγάλα ερωτήματα για το 1922». Αφορμή ήταν ένα μικρό βιβλίο ενός στρατιώτη της πρώτης γραμμής, το «Ο Ουλαμός του Αφιόν Καραχισάρ» (εκδόσεις Eurobooks), του Ιωάννη Βερνάρδου, που έδινε μια τόσο ξεκάθαρη εικόνα για όσα επικρατούσαν τότε στο μέτωπο.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, διαβάζοντας το βιβλίο του Χάρη Τσιρκινίδη «Επιτέλους τους ξεριζώσαμε...» (εκδόσεις Ερωδιός), μια πραγματικά αξιοθαύμαστη δουλειά και έρευνα του συγγραφέα στα γαλλικά αρχεία, η οποία φωτίζει αθέατες πλευρές της περιόδου από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και τη Συνθήκη της Λωζάννης, στάθηκα σε δύο αναφορές που, μολονότι διατυπώθηκαν περισσότερο από 100 χρόνια νωρίτερα, μάλλον παραμένουν διαχρονικές.

Στις 13 Μαρτίου 1918 η Εταιρεία Κοινωνιολογίας του Παρισιού συνεδρίασε με θέμα τη μελέτη των χωρών των Βαλκανίων, εστιάζοντας στην υπό κατάρρευση τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο André Mandelstam, καθηγητής δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, αρχιγραμματέας της ρωσικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα επικεφαλής του νομικού τμήματος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Αν ρίξουμε τώρα μια ματιά στο ρόλο που έπαιξε ο τουρκικός λαός στην ιστορία, αυτός ο ρόλος είναι μάλλον τραγικός. Και αυτή η τραγωδία του τουρκικού λαού συνίσταται στο ότι, από την ημέρα της εμφάνισής του στην παγκόσμια αρένα, δεν έκανε τίποτε για να νομιμοποιήσει την ύπαρξή του από την άποψη του πολιτισμού.

Δεν μπήκε στη ζωή των άλλων λαών παρά σκορπώντας χειμάρρους αίματος και δακρύων...

Δεν επιβεβαιώθηκε μέσα στον κόσμο παρά με τον πόλεμο και τις αλυσίδες...

Δεν έζησε παρά με σκλαβωμένους.

Ο τουρκικός λαός δεν άφησε για τις επερχόμενες γενεές ούτε ένα μεγάλο όνομα ποιητή, καλλιτέχνη, γλύπτη, μουσικού, σοφού, στο οποίο θα μπορούσε η ανθρωπότητα ν' αναφερθεί με χαρά και αγάπη. Δεν κατέθεσε καμία προσφορά στο βωμό του Ωραίου, του Αληθινού, του Καλού. Υπήρξε ένας στείρος λαός, ένας λαός χωρίς φρούτα...
»

Ίσως ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής να μιλήσει για μια εξαιρετικά σκληρή γενίκευση, διατυπωμένη από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Έχει όμως ενδιαφέρον πως ο Mandelstam δεν αποδίδει τη συμπεριφορά που περιγράφει απλώς στο Ισλάμ. Αντίθετα, σημειώνει ότι τόσο οι Άραβες όσο και οι Πέρσες, μολονότι μουσουλμάνοι, άφησαν πίσω τους «θησαυρούς πολιτισμού».

Η διάκριση αυτή έχει ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Η ιστορία γνωρίζει πράγματι πολλά παραδείγματα όπου άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων συνυπήρξαν, συνεργάστηκαν ή ακόμη και προστάτευσαν ο ένας τον άλλον. Η θρησκεία από μόνη της, επομένως, δεν αρκεί για να εξηγήσει τις πολιτικές και ιστορικές συμπεριφορές ολόκληρων κοινωνιών.

Ωστόσο, η φράση του Mandelstam περί «στείρου λαού», χωρίς «φρούτα» και καρπούς, είναι εκείνη που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Και λίγο παρακάτω στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα μαρτυρία.

Στις 25 Ιουνίου 1919, ο Γάλλος πρωθυπουργός Georges Clemenceau σημείωνε:

«Δε βρίσκουμε ούτε μια περίπτωση στην Ευρώπη, στην Ασία, ακόμη και στην Αφρική, όπου η επιβολή της τουρκικής κυριαρχίας επί μιας χώρας δεν ακολουθήθηκε από μια ελάττωση της υλικής ευημερίας και του μορφωτικού επιπέδου. Δεν υπάρχει επίσης περίπτωση όπου η αποτίναξη της τουρκικής κυριαρχίας να μην επέφερε υλική ευημερία και εξύψωση πολιτιστική. Είτε μεταξύ των χριστιανών είτε μεταξύ των μωαμεθανών, ο Τούρκος δε συνέβαλε παρά μόνο στην καταστροφή. Ποτέ δεν αποδείχθηκε ικανός ν' αναπτύξει σε ειρήνη αυτό που κέρδισε με τον πόλεμο».

Εδώ υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσουμε: δύο διαφορετικές προσωπικότητες, από διαφορετικές χώρες και με διαφορετικό θεσμικό υπόβαθρο, τοποθετούνται με παρόμοιο τρόπο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την τουρκική κυριαρχία, πριν ακόμη φτάσουμε στα γεγονότα του 1922.

Δυστυχώς λίγους μήνες αργότερα ο Clemenceau αποχώρησε από την πρωθυπουργία και ο διάδοχός του,  Alexandre Millerand, έκανε μια μεγάλη φιλοκεμαλική στροφή με κατάληξη την Αγκυραϊκή Συμφωνία της 20ής Οκτωβρίου 1921 και την αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων από την Κιλικία αφήνοντας πίσω σύγχρονο εξοπλισμό στα χέρια των Τούρκων αποδεσμεύοντας παράλληλα μεραρχίες που στράφηκαν πλέον στο μέτωπο κατά του ελληνικού στρατού.

Δεν είναι, ασφαλώς, δύσκολο να καταλάβει κανείς τους λόγους. Στη διεθνή πολιτική οι αρχές συχνά συνυπάρχουν με τα συμφέροντα, ενώ οι κυβερνήσεις αλλάζουν στάση όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί. Αυτό ακριβώς κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την αντίθεση ανάμεσα στις εκτιμήσεις του Clemenceau και στη μεταγενέστερη γαλλική πολιτική.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Βέβαια τα παραπάνω λόγια οδηγούν και σε ένα ακόμη δρόμο σκέψης. Μήπως οι Τούρκοι εργαλειοποίησαν τη θρησκεία τους, εκμεταλλευόμενοι το ούτως ή άλλως αυστηρό πλαίσιό της, ώστε να το χρησιμοποιήσουν ως όχημα εκτουρκισμού όσων διέμεναν στα εδάφη τους αλλά και για να επιβληθούν σε γειτονικούς ομόθρησκους λαούς. Με άλλα λόγια, υπάρχει περίπτωση το Ισλάμ να είναι το κλειδί και όχι ο κοινός χώρος; Να αποτελεί το όχημα και όχι τον προορισμό;

Το θλιβερό είναι πως τα λόγια του Clemenceau μπορούν να συνοδεύουν οποιαδήποτε αναφορά σε νικηφόρους επεκτατικούς πολέμους των Τούρκων μέσα στην Ιστορία. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας πολιτικής που στηρίχθηκε στον εκτοπισμό, στη βία και στην προσπάθεια εξάλειψης ολόκληρων πληθυσμών από τις πατρογονικές τους εστίες. Οι ίδιες πρακτικές επανεμφανίστηκαν με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικές εποχές, από τις διώξεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (Σεπτεμβριανά 1955, απελάσεις 1964) μέχρι την εισβολή / κατοχή στην Κύπρο και τις σύγχρονες τουρκικές παρεμβάσεις στην περιοχή.

Και φυσικά οι απειλές για διάφορους λόγους συνεχίζονται.

Ίσως, λοιπόν, αξίζει να ξαναδιαβάσουμε όχι μόνο όσα συνέβησαν το 1922, αλλά και όσα είχαν ειπωθεί και καταγραφεί πριν από αυτό.

Η Ιστορία δεν είναι μόνο η καταγραφή όσων έγιναν. Είναι και η μελέτη των προειδοποιήσεων που προηγήθηκαν, των επιλογών που έγιναν και εκείνων που δεν έγιναν. Αποτελεί παράλληλα έναν ασφαλή οδηγό αποφυγής λαθών.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα της Μικρασιατικής Καταστροφής: οι εθνικές τραγωδίες δεν προκαλούνται μόνο από τη δύναμη ή την αγριότητα του αντιπάλου. Μπορούν να γεννηθούν και από τις δικές μας αυταπάτες, τους διχασμούς, τις λανθασμένες εκτιμήσεις - αποφάσεις, τις παραλείψεις και την αδυναμία να αντιληφθούμε εγκαίρως προς τα πού οδηγούνται τα πράγματα.

Κι αυτό, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, παραμένει ίσως το πιο επίκαιρο κομμάτι της ιστορίας του 1922.

Δεν είναι μόνο πως η Τουρκία είχε ένα σκοτεινό παρελθόν, αλλά ότι μέχρι σήμερα δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί πραγματικά με αυτό. Ένα κράτος που θέλει να παρουσιάζεται ως περιφερειακή δύναμη και παράγοντας σταθερότητας δεν μπορεί να απαιτεί από τους άλλους να ξεχάσουν όσα εκείνο αρνείται να αντιμετωπίσει. Ή μήπως αυτό συμβαίνει, όχι επειδή αρνείται να δει κατάματα την αλήθεια, αλλά γιατί εξακολουθεί να τρέχει στις ίδιες ράγες;

Οι λαοί δεν κρίνονται μόνο από τις σελίδες που γράφουν για τον εαυτό τους, αλλά και από εκείνες που προσπαθούν να διαγράψουν.

Και η ιστορία της Μικράς Ασίας είναι μία από εκείνες τις σελίδες που η Τουρκία μπορεί να θέλει να ξεχάσει, αλλά δεν πρόκειται να ξεχάσει η Ιστορία. 

Η γειτονική χώρα μπορεί να ξαναγράψει τα σχολικά της βιβλία, να αλλάξει τα ονόματα των τόπων και να προσπαθεί να παρουσιάσει την ιστορία της όπως τη βολεύει. Ένα πράγμα όμως δεν μπορεί να αλλάξει: οι λαοί που ξεριζώθηκαν υπήρξαν, οι νεκροί υπήρξαν και οι πόλεις που άδειασαν από τους κατοίκους τους υπήρξαν. Και όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να το αρνούνται, η Ιστορία δεν διαγράφεται με διατάγματα. 

Νεότερη Παλαιότερη
* * * Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση των άρθρων χωρίς προηγούμενη γραπτή άδειας της σελίδας
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail