Θα κάνει εκλογές, μέσα στο 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Άγνωστο. Ούτε και ο ίδιος ξέρει

Αν και η αλήθεια είναι ότι έπρεπε να τις έχει κάνει, εδώ και πολύ καιρό.

Όσο αδειάζει η κλεψύδρα του χρόνου και προχωράμε προς τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες - το αργότερο - θα γίνουν το καλοκαίρι του 2023, το ερώτημα που αναφύεται, με δεδομένη την αυξανόμενη κυβερνητική φθορά, εξαιτίας των μέτρων που έχει πάρει και των τεράστιων λαθών, που έχει διαπράξει, σε όλη αυτή την περίοδο και κυριολεκτικά, σε όλα τα μέτωπα, η παρούσα κυβέρνηση, είναι το, εάν και πότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προσφύγει, σε εκλογές, πρόωρες, ή στην ώρα τους, όταν λήξει η τετραετία. 

Από: tassosanastassopoulos.blogspot.com - Τάσσος Αναστασόπουλος

Πιστεύω ότι αυτό δεν το ξέρει ούτε και ο ίδιος Αλλά η κυβερνητική φθορά και η έκταση της, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτήν, που αναδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις και τα ΜΜΕ, θα τον υποχρεώσει να το σκεφτεί, κάποια στιγμή. Η αλήθεια είναι ότι έχει χάσει το τάιμινγκ και δυστυχώς, γι’αυτόν, αυτή η φθορά είναι ανεπίστρεπτη. Δεν είναι ανατάξιμη και θα χειροτερεύσει, όσο περνάει ο καιρός.

Έτσι, ανοήτως πράττων, όλον τον προηγούμενο καιρό και αναφέρομαι, κυρίως, για το 2021, άφησε τον χρόνο ανεκμετάλλευτο και δεν προσέφυγε σε διπλές εκλογές, με αποτέλεσμα, τώρα, να έχει χάσει την ευκαιρία, με την πραγματοποίηση αυτών των διπλών εκλογών, να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής αναλογικής, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει στις επόμενες εκλογές, με την προσφυγή, ξανά, στις κάλπες, αμέσως μετά, με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που ψήφισε το 2020, προφανώς, πιστεύοντας ότι, όποτε κι αν έκανε τις εκλογές, θα κέρδιζε, άνετα, για μία ακόμη φορά, μια νέα αυτοδύναμη κυβερνητική θητεία.

Δυστυχώς για αυτόν, το κλίμα, που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία, όσο και αν αυτό ρετουσάρεται, είναι εις βάρος του. Σίγουρα, δεν θα χάσει την πρωτιά η Νέα Δημοκρατία και στις επόμενες και στις μεθεπόμενες εκλογές θα είναι πρώτο κόμμα, αλλά, σε καμία περίπτωση - και αυτό είναι, πλέον, βέβαιο - δεν πρόκειται να κερδίσει την αυτοδυναμία. Θα υποχρεωθεί, θέλοντας και μη, να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας, με άλλα κόμματα. Το ποιά θα είναι αυτά τα κόμματα, είναι κάτι που θα το δούμε και δεν μπορούμε να το προβλέψουμε, από τώρα, αλλά αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα χάσουν την παντοδυναμία, που τώρα απολαμβάνουν και θα υποχρεωθούν να μοιράσουν την εξουσία με άλλους.

Από την άλλη πλευρά, επίσης, αλήθεια είναι το γεγονός ότι, ακόμα και τώρα, η παρούσα κυβέρνηση στερείται σοβαρής αντιπολίτευσης. Δεν είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η υπόλοιπη αντιπολίτευση, είναι, απλώς, ανύπαρκτες. Αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο. Πολλές φορές, στο παρελθόν, αυτό έχει συμβεί και φυσικά, συνήθως, οι αντιπολιτεύσεις περιμένουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις να πέσουν, σαν ώριμο φρούτο, μέσα από την αύξηση της κυβερνητικής τους φθοράς. Έτσι είναι το εκλογικό πολιτικό και το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και έτσι παίζεται, εδώ και καιρό, αν εξαιρέσουμε την εποχή της εκρηκτικής ανόδου του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, στην δεκαετία του 1970 και της, ακόμα περισσότερο, εκρηκτικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, από το 2011 και μετά, μέχρι την κατάληψη της εξουσίας, από τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του, τον Ιανουάριο του 2015.

Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφής και δεδομένη η παραδοσιακή αδυναμία του να ριζώσει, στην ελληνική κοινωνία, να δημιουργήσει και να ενισχύσει τους δεσμούς του, μαζί της. Ήταν και στην νοοτροπία, παραμένει ένα περιθωριακό κόμμα, το οποίο αυτοπροσδιοριζόταν, ως ριζοσπαστικό, με φοβικά σύνδρομα και κλειστές κομματικές οργανώσεις, παρά το γεγονός ότι κατάφερε να αποσπάσει την μαζική υποστήριξη ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος, εξαιτίας της κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ. και του παλαιού δικομματισμού, λόγω της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 2010, τα σκληρά μέτρα λιτότητας και τις λοιπές μνημονιακές πολιτικές, που επιβλήθηκαν από τους δανειστές και έγιναν αποδεκτές και εφαρμόστηκαν, από το σύνολο του παλαιού αστικού πολιτικού κόσμου.

Όλη αυτή η κοσμογονία άφησε ανέγγιχτο τον βαθύ κομματικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, με επικεφαλής την ηγεσία του, οδήγησε την κοινωνία, στην πλήρη απογοήτευση και στην παραίτηση, με την προδοσία, δηλαδή με την ανατροπή του όχι στο μνημόνιο, που εξέφρασε το εκλογικό σώμα, στην μεγάλη του πλειοψηφία, στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και την υπογραφή και την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου, όπως και του τωρινού ντροπαλού τέταρτου Μνημονίου, με την παραμονή της ελληνικής κοινωνίας, υπό το καθεστώς της χρεωδουλείας, στο οποίο, από το 2010 και έως τώρα, ζούμε και θα συνεχίσουμε, επί μακρόν, να ζούμε και εμείς και οι μεταγενέστερες γενεές, όσο τα πράγματα μένουν, ως έχουν.

Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει καθηλωθεί σε ποσοστά εκλογικής επιρροής, πολύ μικρότερα, από εκείνα που έλαβε στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, πραγματικά, δεν αποτελεί κανέναν κίνδυνο για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ο κίνδυνος, για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι ο ίδιος ο εαυτός της και κανείς άλλος. Και αυτόν τον κίνδυνο η παρούσα κυβέρνηση καταφέρνει να τον κάνει, όσο είναι δυνατόν, μεγαλύτερο.

Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ του Νίκου Ανδρουλάκη, παρά το γεγονός ότι έχει παραφουσκωθεί η εκλογική του επιρροή, από τις δημοσκοπήσεις, που έγιναν, μετά την εκλογή του νέου αρχηγού του κόμματος αυτού, είναι γεγονός ότι και αυτό θα επηρεάσει, έστω και περιορισμένα, την εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει τα ηγετικά προσόντα εκείνα, τα οποία θα μπορούσαν να τον εμφανίσουν, ως έναν αποτελεσματικό νέο αντι-Τσίπρα, αφού προτιμάει να μένει, στο γραφείο του, ασχολείται με την ευρωβουλή και όχι με το κόμμα του, επικοινωνιακά, είναι ανύπαρκτος, παρά την βοήθεια που προσπαθούν να του δώσουν τα ΜΜΕ και γενικά, δεν έχει επαφή με τον κόσμο· και δεν εννοώ τον κόσμο, που τον ψήφισε, στις εσωκομματικές εκλογές του περασμένου μήνα, ή τον κόσμο, που ψηφίζει ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ.

Το πρόβλημα του Νίκου Ανδρουλάκη εντοπίζεται, στο ότι δεν έχει επαφή, κυρίως, με τον με τον κόσμο, στον οποίο πρέπει να απευθυνθεί, για να του ζητήσει και να του αποσπάσει την ψήφο. Και ο κόσμος αυτός είναι το ευρύτερο εκλογικό σώμα, είναι το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, ή, τουλάχιστον, ο κόσμος του παλαιού κέντρου και της αριστεράς. Ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ διαπράττει το λάθος να παραμένει ευρωβουλευτής, δηλαδή να ασχολείται, με έναν χώρο, ο οποίος, πια, δεν έχει να του προσφέρει τίποτα και φυσικά, δεν είναι ορατός, από την ελληνική κοινωνία, την περίοδο, που θα έπρεπε να τα έχει δώσει όλα, για την υποστήριξη του κόμματός του, την παρουσίαση της όποιας πολιτικής πλατφόρμας έχει να παρουσιάσει - αν έχει να παρουσιάσει μια πολιτική πλατφόρμα - και τις προτάσεις εκείνες, που θα τον κάνουν αυτόν τον ίδιο και το κόμμα του ελκυστικούς, σε ένα ευρύτερο κοινό.

Δεν ξέρω τι θα κάνει, στην συνέχεια και αν θα διορθώσει τα σφάλματα, τα οποία διαπράττει τώρα. Πιστεύω ότι, κάποια στιγμή, θα αντιληφθεί ότι πρέπει να πάψει να λειτουργεί σαν και να είναι ευρωβουλευτής. Αλλά, όσο δεν το κάνει αυτό, τα πράγματα λειτουργούν εις βάρος του.

Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι - μικρότερη ή μεγαλύτερη - την ζημιά του, στον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και στην Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, μπορεί να την κάνει, στις επόμενες εκλογές και εάν φερθεί όπως πρέπει, θα καταφέρει να αποσπάσει ψήφους και από τις δύο μεριές. Αυτό θα λειτουργήσει, εις βάρος των δύο τωρινών εμφανιζόμενων, ως μεγάλων κομμάτων και έτσι θα μπορεί το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη να εμφανιστεί, σαν ένας αξιόλογος κυβερνητικός εταίρος, μετά τις επόμενες εκλογές, αν θελήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Και επισημαίνω και γράφω, δίνοντας έμφαση, στον υποθετικό λόγο ότι, αν θελήσει, διότι είναι πιθανόν να μην θελήσει. Και το να μην θελήσει, θα είναι εκείνο το οποίο θα αποβεί, προς το μεσομακροπρόθεσμο πολιτικό του συμφέρον.

Αλλά αυτά είναι πολύ μακριά, για να τα δούμε από τώρα, εκτός εάν ο πρωθυπουργός κάνει, γρήγορα, εκλογές. Αυτό, που έχει σημασία, είναι ότι, στην παρούσα φάση και για μακρύ χρονικό διάστημα, έχουν τελειώσει, πλέον, οι μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι μια εξαίρεση, στον κανόνα, που έχει αναδυθεί, από το 2011 και μετά, εξ αιτίας της διακυβέρνησης της χώρας, από τον ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο 2015 - 2019. Έτσι, με δεδομένη την συνέχιση της βαριάς και μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, γίνεται κατανοητό ότι, από εδώ και πέρα, μόνο οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα είναι λίγο-πολύ βιώσιμες, όσον αφορά την νομή, την κατοχή και την διανομή της εξουσίας, ανάμεσα στους εκάστοτε κυβερνητικούς εταίρους.

Όπως φαίνεται, βαδίζουμε, προς το τέλος της παρούσας εξαίρεσης της μονοκομματικής κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και αυτή την κατάσταση φαίνεται ότι και ο ίδιος ο μέτριος και ατάλαντος πολιτικός, που πρωθυπουργεύει της χώρας όπως και το στενό του επιτελείο, την έχουν αντιληφθεί και εν τοις πράγμασι, την έχουν αποδειχθεί, ως μια σταθερή πραγματικότητα του μέλλοντος. Δυστυχώς, για αυτούς, αυτά φέρνει η οίηση και η υπεροψία, που προκαλεί η αίσθηση παντοδυναμίας, που έχει κάποιος, όταν έχει την εξουσία και τον αντίπαλό του πεσμένο, στο έδαφος και ανίκανο να τον αντιμετωπίσει.

Η κοινωνία, όμως, όπως και η πολιτική, δεν μπορούν να ανέχονται και δεν ανέχονται τα κενά. Έτσι, αυτή η ανυπαρξία αντιπολίτευσης δεν εμπόδισε και δεν εμποδίζει, την ραγδαία φθορά της παρούσας κυβέρνησης, η οποία απολαμβάνει τους καρπούς των ανοησιών της και ως προς την διαχείριση της πανδημίας του COVID 2019, αλλά και τα αποτελέσματα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί.

Αυτά μπορώ να πω ότι τα έχω περιγράψει, εδώ και αρκετό καιρό πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία αναλάβουν την εξουσία, εξαιτίας της ανικανότητας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να ανταποκριθεί, στις απαιτήσεις των καιρών εκείνης της εποχής [όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, το παλαιό δημοσίευμα, με τίτλο : Μια πρόωρη, αλλά και αληθής πρόβλεψη, για την αποτυχία του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που έρχεται. (Τα ασφυκτικά δεσμά του ευρώ, οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για την έκδοση ενός τοπικού νομίσματος και τα προκύπτοντα αδιέξοδα).].

Σε όσα, στο, εν λόγω, άρθρο προβλέπω, προστέθηκε, στην πορεία - και πολύ γρήγορα, μάλιστα - και το κακό της πανδημίας του COVID 2019, με αποτέλεσμα την διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει το πολιτικό σκηνικό, στην χώρα μας, η οποία κατάσταση, μάλιστα, θα χειροτερεύσει και θα καταστεί, ολοένα και περισσότερο, αινιγματική και προβληματική - αν και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τις συνταγματικές αλλαγές του 2019, ως προς την διαδικασία της εκλογής του προέδρου του κράτους, από την Βουλή, αφαίρεσε, βλακωδώς, το προνόμιο των εκάστοτε αντιπολιτεύσεων να υποχρεώνουν την όποια κυβέρνηση να προσφεύγει, σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές, εξ αιτίας της μη ψήφισης του προέδρου, από 180 βουλευτές.

Κατόπιν τούτων, επανέρχεται το αρχικό ερώτημα, που αφορά το, εάν ο πρωθυπουργός προσφύγει, σε πρόωρες εκλογές, μέσα, στο 2022, ή εάν θα περιμένει το 2023 και την λήξη της τετραετίας της παρούσας βουλής.

Υπό τις παρούσες συνθήκες και με δεδομένο ότι είναι εξασφαλισμένη η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, στις εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εφ' όσον έχει συμβιβαστεί και έχει αποδεχθεί ότι, με την δική του τωρινή κυβέρνηση, τελειώνουν οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, λογικά, θα εξαντλήσει την θητεία της παρούσας βουλής, απολαμβάνοντας τα προνόμια της μονοκομματικής διακυβέρνησής του και θα προσπαθήσει να προκαλέσει και μια δεύτερη προσφυγή, στις κάλπες, ευρισκόμενος, λόγω της εφαρμογής του συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, που έχει ψηφίσει, σε θέση ισχύος, απέναντι, στους όποιους διαπραγματευτές των άλλων πολιτικών κομμάτων, που θα θελήσουν να συμμετάσχουν, σε ένα νέο συνεργατικό κυβερνητικό σχήμα.

Ο ίδιος, βέβαια, προτιμάει την κυβερνητική συνεργασία, με το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ του Νίκου Ανδρουλάκη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποφύγει να έχει, ως κυβερνητικό εταίρο, την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, ή/και όποια άλλα κόμματα της δεξιάς ξεπεράσουν το κατώφλι του 3%, εάν ο Νίκος Ανδρουλάκης αρνηθεί την συνεργασία, ή αν προβάλει απαιτήσεις, οι οποίες θα κριθούν, ως υπερβολικές.

Ως εκ τούτου, το μέλλον θα κρύβει εκπλήξεις. Τις οποίες πρόκειται να τις δούμε και φυσικά, να τις ζήσουμε. Ενώ η κατάσταση, στην χώρα, θα σέρνεται και φυσικά, θα χειροτερέψει.

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail