Ασύμμετρες οικονομικές εξελίξεις

Τα τεράστια λάθη της ΕΚΤ όσον αφορά την άνοδο των επιτοκίων, με την κυρία Lagarde να έχει παραδοθεί εντελώς στις πολιτικές πιέσεις κυρίως εκ μέρους της Γερμανίας, η ληστεία των αποταμιευτών και των δανειοληπτών από τις ελληνικές τράπεζες, καθώς επίσης η συνεχιζόμενη εξαθλίωση των Ελλήνων, με αυξημένους ρυθμούς – χωρίς παραδόξως να υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις, όπως σε άλλες χώρες, προφανώς επειδή έχουν αποδεχθεί την εξαθλίωση τους μετά από 12 χρόνια μνημονίων, θεωρώντας ανόητα πως δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.

Από: analyst.gr - Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Ξεκινώντας από τις κεντρικές τράπεζες, οι ΗΠΑ έχουν κυρίως  πληθωρισμό ζήτησης – «κυρίως», επειδή ένα μέρος του οφείλεται μεν στα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά ελάχιστα στην  ενέργεια, αφού διαθέτουν επαρκείς ποσότητες. Ως εκ τούτου, η Fed σωστά αύξησε τα βασικά της επιτόκια – έτσι ώστε να μειωθεί η ζήτηση, να προκληθεί ύφεση, να αυξηθεί η ανεργία για να μην επιδεινωθεί το σπιράλ «μισθών-τιμών-μισθών» (να πάψουν δηλαδή οι εργαζόμενοι να ζητούν αυξήσεις που οι επιχειρηματίες μεταφέρουν στις τιμές) και να καταπολεμηθεί τελικά ο πληθωρισμός.

Η Ευρώπη όμως έχει πληθωρισμό προσφοράς – ο οποίος οφείλεται στην ενέργεια, στα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας και στην κερδοσκοπία (ανάλυση), με την έννοια της αισχροκέρδειας. Το γεγονός λοιπόν ότι, η ΕΚΤ συνεχίζει να αυξάνει βίαια τα επιτόκια ακολουθώντας τη Fed, είναι μεγάλο λάθος – ακόμη και εάν στηρίξει το ευρώ απέναντι στο δολάριο, καθιστώντας φθηνότερες τις εισαγωγές της ενέργειας και εκείνων των πρώτων υλών που διαπραγματεύονται σε δολάρια.

Εν προκειμένω, η κυρία Lagarde αποτελεί δίκαια το σύμβολο της αποτυχίας – επειδή έχει παραδοθεί εντελώς στις πολιτικές πιέσεις, εκ μέρους κυρίως της Γερμανίας. Επίσης λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας – αφού εκ των πραγμάτων φαίνεται πως δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε στο ελάχιστο τις βασικές έννοιες του πληθωρισμού και της νομισματικής πολιτικής.

Ειδικότερα, τα μοιραία λάθη που γίνονται εκ μέρους της ΕΚΤ, είναι εύκολο να τα διακρίνει ο οποιοσδήποτε τριτοετής φοιτητής των οικονομικών – με την έννοια πως οι κραδασμοί της προσφοράς δημιουργούν προβλήματα διανομής των εισοδημάτων, καθώς επίσης ζήτησης, σε εκείνες τις χώρες που είναι κυρίως καταναλωτές εμπορευμάτων.

Συνολικά δηλαδή, υπάρχει λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα για την εθνική οικονομία που θα μπορούσε να καταναλωθεί ή να επενδυθεί – ενώ οι εργαζόμενοι και τα αδύναμα πια συνδικάτα τους, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν βία για να επιλύσουν το πρόβλημα της (ανα)διανομής προς όφελος τους, επειδή οι εργοδότες έχουν πάντοτε τη μεγαλύτερη ισχύ και μόχλευση τιμών.

Ενώ τώρα η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να κάνει πολλά για να εκτονώσει τη σύγκρουση αναδιανομής, η νομισματική πολιτική δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Εν τούτοις, μπορεί να επιδεινώσει δραματικά το πρόβλημα – εάν υποθέσει, όπως η ΕΚΤ, πως οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα τους θα κατάφερναν να μετατρέψουν ένα προσωρινό σοκ τιμών, σε έναν μόνιμο πληθωρισμό.

Γιατί το έχει υποθέσει η ΕΚΤ; Επειδή αυξάνει συνεχώς τα επιτόκια, χωρίς να δίνει στους κοινωνικούς εταίρους των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στη δημοσιονομική πολιτική την ευκαιρία, να βρουν μία λογική λύση στο πρόβλημα της διανομής – κάτι που είναι εντελώς ανόητο. Εκτός αυτού, οι αυξήσεις των επιτοκίων μεταφέρονται από τις επιχειρήσεις στις τιμές – οπότε τροφοδοτούν ανάλογα την άνοδο τους και την ακόμη μεγαλύτερη μείωση των πραγματικών μισθών των εργαζομένων.

Ανόητο είναι επίσης το ότι, η ΕΚΤ φαίνεται να αγνοεί το γεγονός πως όλες οι ενδείξεις στην Ευρωζώνη προαναγγέλλουν ξεκάθαρα ύφεση – ενδεχομένως στασιμοπληθωρισμό, όπου ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνεται, ενώ ο πληθωρισμός παγιώνεται.

Η παταγώδης αποτυχία της ΕΚΤ

Συνεχίζοντας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο τρόπος με τον οποίο μία κεντρική τράπεζα μπορεί να περιορίσει τις αυξήσεις των τιμών, είναι πάντοτε η αποδυνάμωση της επενδυτικής δραστηριότητας μέσω των υψηλών επιτοκίων – τα οποία προκαλούν ύφεση, αυξάνουν την ανεργία και επιβραδύνουν τη μισθολογική πολιτική.

Ως εκ τούτου φαίνεται καθαρά ότι, η ΕΚΤ πιστεύει σιωπηρά πως μία ύφεση έχει επιβραδυντικό αποτέλεσμα στις μισθολογικές απαιτήσεις και στις διαπραγματεύσεις των εργαζομένων – ενώ ταυτόχρονα προσποιείται πως η ύφεση που ευρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, δεν έχει καμία επίδραση στους μισθούς και στις εκάστοτε μισθολογικές διαπραγματεύσεις.

Η θέση αυτή της ΕΚΤ είναι όμως ανεύθυνη, επειδή υπάρχουν σαφείς ενδείξεις σχετικά με το ότι, είναι δυνατές οι λογικές λύσεις εκ μέρους των εταίρων των συλλογικών διαπραγματεύσεων – όπως στο παράδειγμα της γερμανικής χημικής βιομηχανίας. Εν προκειμένω, συμφωνήθηκε μία αύξηση των μισθών κατά 3,25% για κάθε ένα από τα επόμενα δύο χρόνια – ταυτόχρονα με την εφάπαξ καταβολή 1.500 € δύο φορές, για όλες τις μισθολογικές ομάδες (πηγή), έτσι ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των μισθών το 2022.

Με τον παραπάνω τρόπο λοιπόν οι εταίροι των συλλογικών διαπραγματεύσεων έλυσαν το πρόβλημα της διανομής, χωρίς να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό – ενώ το κράτος θα μπορούσε να συμβάλει με τη δημοσιονομική πολιτική, στηρίζοντας άμεσα τα εισοδήματα αυτών που κερδίζουν λίγα ή/και που δεν μπορούν να επωφεληθούν από τέτοιες συλλογικές συμβάσεις.

Εκτός αυτού, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ομαλοποίησης από την πλευρά της προσφοράς – αφού οι τιμές όλων των εμπορευμάτων που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της ακρίβειας, έχουν πλέον μειωθεί σημαντικά. Με δεδομένη δε τη θεαματική ανατροπή στις τιμές του φυσικού αερίου (ανάλυση), φαίνεται καθαρά πως κάποιες κερδοσκοπικές φούσκες έχουν σπάσει – με αποτέλεσμα η προσφορά για πολλά εμπορεύματα να επιστρέφει στο φυσιολογικό.

Εάν λοιπόν δεν υπάρξουν νέοι κραδασμοί, αναμένεται πως οι ρυθμοί του πληθωρισμού θα μειωθούν σημαντικά το επόμενο έτος – χωρίς να κάνουν τίποτα οι κεντρικές τράπεζες. Πόσο μάλλον όταν η εξέλιξη του, έχει σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του προηγουμένου έτους – όπου οι τιμές είχαν ήδη αυξηθεί.

Ως εκ τούτου, η αγνόηση όλων αυτών αποτελεί σίγουρα μία αποτυχία εκ μέρους της ΕΚΤ – ενώ είναι αφελής και λανθασμένη η πεποίθηση της κυρίας Lagarde, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΤ έχει την εντολή, είναι υπεύθυνη δηλαδή για τη σταθερότητα των τιμών, ανεξάρτητα από τα αίτια των αυξήσεων τους. Εύλογα, αφού η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα δεν σημαίνει καταπολέμηση της κάθε αύξησης τους – αλλά, στην ουσία, τον τερματισμό των πληθωριστικών διαδικασιών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη των Πολιτών στη θεμελιώδη σταθερότητα του νομίσματος.

Είναι γνωστό βέβαια πως η ΕΚΤ αγωνίζεται για την αξιοπιστία της και για την εμπιστοσύνη των Πολιτών σε πολύ περισσότερα μέτωπα, από ότι μία κανονική κεντρική τράπεζα – αφού ευρίσκεται στο κέντρο του Ευρωσυστήματος, οι οικονομίες του οποίου είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Εν τούτοις, δεν αποτελεί δικαιολογία για τις πρόσφατες αποτυχίες της – αφού αυτό που μετράει στο τέλος είναι το αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα

Περαιτέρω, η άνοδος των επιτοκίων εκ μέρους της ΕΚΤ είναι πολύ επικίνδυνη για την Ελλάδα – εν πρώτοις όσον αφορά το δημόσιο χρέος της που πλησιάζει τα 400 δις €, παρά το ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του είναι μεγάλης διάρκειας, με σταθερά επιτόκια. Η αιτία είναι το ότι, η οικονομία μας παράγει ελλείμματα, ύψους άνω των 40 δις την τριετία 2020/22  – για τη χρηματοδότηση των οποίων απαιτείται συνεχώς νέος δανεισμός.

Με το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου μας δε σήμερα στο 4,71%, για να μειώνεται το χρέος θα πρέπει ο ρυθμός ανάπτυξης να είναι υψηλότερος – κάτι που θα επιτευχθεί μεν το 2022, αλλά πιθανότατα όχι το 2023.

Εάν προστεθούν πάντως στο χρέος τα 18,7 δις € των εγγυήσεων που έδωσε το δημόσιο στις τράπεζες στα πλαίσια του προγράμματος Ηρακλής, κάτι που είναι πολύ πιθανόν λόγω της πρόσφατης (σωστής) απόφασης του Αρείου Πάγου για τα δάνεια που διαχειρίζονται οι servicers, τότε το πρόβλημα θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο – ενώ είναι απαράδεκτη η συνεχιζόμενη κρατική στήριξη των τραπεζών, εις βάρος των φορολογουμένων Πολιτών.

Η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου θα μπορούσε να βοηθήσει επίσης τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο – ενώ η μεγάλη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ, για την οποία θριαμβολογεί η κυβέρνηση, οφείλεται ξεκάθαρα στον πληθωρισμό που αύξησε τον παρανομαστή στο δείκτη χρέος/ΑΕΠ. Επομένως δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο θριαμβολογίας – αφού επαυξάνει τη ληστεία του πληθυσμού.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι όμως το ιδιωτικό χρέος, το οποίο είχε εκτοξευθεί στα 406 δις € τον Ιούνιο, ενώ συνεχίζει να αυξάνεται – σημειώνοντας πως τα 258 δις € τότε ήταν κόκκινο, με αυξητικές τάσεις. Εν προκειμένω, η άνοδος των επιτοκίων θα επιδεινώσει το πρόβλημα, αυξάνοντας τις δόσεις των δανείων κλπ. – πόσο μάλλον όταν οι τράπεζες αύξησαν αμέσως τα επιτόκια χορηγήσεων τους, αφήνοντας όμως σχεδόν ως είχαν τα επιτόκια καταθέσεων.

Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες καταθέτες θα χάσουν το 2022 περί το 10% των αποταμιεύσεων τους (πάνω από 17 δις €), λόγω της μείωσης της αγοραστικής τους αξίας εξαιτίας του πληθωρισμού – η μεσαία τάξη κυρίως, αφού η χαμηλότερη δεν έχει καταθέσεις, ενώ η υψηλότερη μπορεί να τις τοποθετήσει σε τράπεζες του εξωτερικού, με επιτόκια της τάξης του 2,5%, έναντι 0,10% στην Ελλάδα.

Σύμφωνα τώρα με μελέτη της ΓΣΕΕ, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, με μηνιαίο εισόδημα κάτω των 750 €, φτάνει έως το 40% – ενώ από τον Απρίλιο του 2022 και μετά, η απώλεια της αγοραστικής αξίας του κατώτατου μισθού κυμαίνεται στο 19%. Επομένως, οι Έλληνες συνεχίζουν να φτωχοποιούνται με αυξανόμενο ρυθμό – χωρίς παραδόξως να υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις, όπως σε άλλες χώρες, προφανώς επειδή έχουν αποδεχθεί την εξαθλίωση τους μετά από 12 χρόνια μνημόνια, θεωρώντας πως δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.

Ακόμη χειρότερα, το πρώτο τρίμηνο του 2022 ο ονομαστικός μέσος μισθός μειώθηκε κατά περίπου 4,5%, όπως με την εσωτερική υποτίμηση των μνημονίων – όταν στην υπόλοιπη ΕΕ αυξήθηκε πάνω από 4%. Εύλογα λοιπόν είναι ανοδικές οι ελληνικές εξαγωγές, αφού κλιμακώνεται η διαφορά του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος, συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – αυξάνεται δηλαδή η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας, προς όφελος όμως των επιχειρήσεων και εις βάρος των εργαζομένων. Δυστυχώς όμως αυξάνονται επίσης οι εισαγωγές, επειδή έχει αποψιλωθεί ο παραγωγικός μας ιστός από τα μνημόνια – οπότε διογκώθηκε το εμπορικό μας έλλειμμα (γράφημα) και αυξήθηκε ανάλογα το εξωτερικό μας χρέος, πάνω από τα 560 δις!

Εξέλιξη του ελληνικού εμπορικού ελλείμματος

Όσον αφορά δε τον πραγματικό μισθό για το ίδιο τρίμηνο, ο οποίος ορίζεται από τον ονομαστικό μείον τον πληθωρισμό, η μείωση του πλησίασε το 12% – ενώ ούτε εδώ διαπιστώνονται αντιδράσεις, κάτι που στην κυριολεξία είναι απίστευτο. Πώς είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να αποδέχεται παθητικά τη ληστεία του από τόσες διαφορετικές πλευρές;

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, η άνοδος των επιτοκίων θα μειώσει τις επενδύσεις, προκαλώντας ύφεση και ανεργία – κάτι που είναι εξαιρετικά αρνητικό για την Ελλάδα, αφού μπορεί μεν να έχουν αυξηθεί οι άμεσες ξένες επενδύσεις λόγω του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, των πλειστηριασμών της ιδιωτικής, καθώς επίσης της παροχής γης και ύδατος στους ξένους, αλλά ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένει απογοητευτικός.

Θα λειτουργήσει επί πλέον αρνητικά στην αγορά ακινήτων – ενώ θα οδηγήσει πολλές ακόμη επιχειρήσεις, από τις ελάχιστες που έχουν απομείνει στη χώρα μας, στην αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων τους, με δυσμενή αποτελέσματα για την αγορά και τις τράπεζες.

Ως εκ τούτου, το 2023 δεν προβλέπεται ιδιαίτερα θετικό. Πόσο μάλλον εάν η υπόλοιπη ΕΕ βυθιστεί στην ύφεση, όπως ήδη φαίνεται ακόμη και στη Γερμανία – το οικονομικό μοντέλο της οποίας στηριζόταν στις ΗΠΑ για την άμυνα, διατηρώντας χαμηλές τις στρατιωτικές της δαπάνες, στη Ρωσία για τη φθηνή ενέργεια και στην Κίνα για τις εξαγωγές. Οι τρεις αυτοί πυλώνες καταρρέουν, μαζί με την ηγεμονική θέση της στην ΕΕ – γεγονός που σημαίνει πως δεν θα μείνουν ανεπηρέαστες οι άλλες χώρες.

Νεότερη Παλαιότερη
--------------
Ακούστε το τελευταίο ηχητικό από τη ΜΕΣΗ ΓΡΑΜΜΗ


Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail