ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ
ΕΚΝΕΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ, ΕΝΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΡΟΛΟ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΗ
ΤΟΥ ΑΡΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ
Το γνωστό αξίωμα του Ουμπέρτο Έκο κατά το οποίο “τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις” δεν επιβεβαιώνεται αυτή τη χρονιά στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Σειρά θεαματικών εξελίξεων με κοινό παρονομαστή την ενίσχυση του ρωσικού παράγοντα τείνει να διαμορφώσει ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο, αν και τίποτα δεν δείχνει ότι οι ελληνικές πολιτικές ελίτ, με τη χαρακτηριστική ευρωατλαντική αφασία τους, συνειδητοποιούν το μέγεθος των προκλήσεων.
Την περασμένη Τρίτη έγινε γνωστό ότι η ρωσική αεροπορία άρχισε να χρησιμοποιεί την ιρανική βάση του Χαμαντάν, στο δυτικό τμήμα της χώρας, για επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και άλλων τζιχανστιστικών οργανώσεων στη Συρία. Η εξέλιξη αυτή έπιασε στον ύπνο και προκάλεσε έντονη ανησυχία στην κυβέρνηση Ομπάμα. Ήταν η πρώτη φορά από την επανάσταση του 1979 που η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έδωσε το πράσινο φως για τη χρησιμοποίηση τμήματος του εθνικού της χώρου από ξένη δύναμη, για στρατιωτικούς σκοπούς. Ανώτατοι αξιωματούχοι του Ιράν έκαναν λόγο για “στρατηγική συνεργασία” Μόσχας- Τεχεράνης εναντίον της τρομοκρατίας.
Κι αν η στρατιωτική συνεργασία Ρωσίας- Ιράν στη Συρία δεν εκπλήσσει, δεδομένου ότι οι δύο χώρες αποτελούν τους βασικούς υποστηρικτές του καθεστώτος Άσαντ, δεν ισχύει το ίδιο για τη θεαματική προσέγγιση της Μόσχας με την Άγκυρα, που τείνει να διαμορφώσει εντελώς νέα δεδομένα στην περιοχή. Την Τρίτη, ο Ρώσος γερουσιαστής Βίκτορ Όζεροφ, μέλος της επιτροπής άμυνας και ασφάλειας της Άνω Δούμας, δήλωσε ότι είναι πιθανό η Τουρκία να δώσει στη ρωσική αεροπορία άδεια χρήσης της βάσης του Ιντσιρλίκ για τις επιχειρήσεις της στη Συρία. Ενδεχόμενο, που μέχρι πρότινος θα αντιμετωπιζόταν ως αποκύημα αχαλίνωτης πολιτικής φαντασίας, καθώς η βάση του Ιντσιρλίκ αποτελεί βασικό ορμητήριο του ΝΑΤΟ, ενώ Ρωσία και Τουρκία βρέθηκαν στο χείλος της ένοπλης σύρραξης το Νοέμβριο του 2015, με την κατάρριψη του ρωσικού, μαχητικού αεροσκάφους από την τουρκική αεροπορία στα συροτουρκικά σύνορα.
Η προοπτική χρήσης της βάσης του Ιντσιρλίκ από τη Ρωσία, την οποία είχε ανοίξει, εμμέσως πλην σαφώς, ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, την περασμένη εβδομάδα, έρχεται ως συνέχεια της συνάντησης Πούτιν- Ερντογάν στην Αγία Πετρούπολη, στις 9 Αυγούστου. Και μόνο το γεγονός ότι ήταν η πρώτη συνάντηση του Ερντογάν με ξένο ηγέτη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου – για το οποίο στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης έχουν κατηγορήσει ανοιχτά τις ΗΠΑ, με τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει ότι “το σενάριο του πραξικοπήματος γράφτηκε στο εξωτερικό” – μιλά πολύ εύγλωττα για τη σημασία του συμβάντος.
Στη συνάντηση αυτή, ο Ταγίπ Ερντογάν δεσμεύτηκε – όπως είχε προαναγγείλει, πολύ νωρίτερα, η Iskra- ότι θα προχωρήσει με γρήγορους ρυθμούς στην κατασκευή του αγωγού μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου Turkish Stream, ένα μεγάλο σχέδιο, που όπως είναι πολύ καλά γνωστό, αποτελεί ανάθεμα για την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, δόθηκε το πράσινο φως για την κατασκευή, από τους Ρώσους, του τουρκικού εργοστάσιου ατομικής ενέργειας στο Ακούγιου και άνοιξε ο δρόμος για την ομαλοποίηση των εμπορικών και τουριστικών σχέσεων των δύο χωρών.
Στο πολιτικό επίπεδο, η Τουρκία εμφανίστηκε για πρώτη φορά ανοιχτή στο ενδεχόμενο να αποδεχθεί παραμονή του Άσαντ στην προεδρία, για ένα μεταβατικό διάστημα, στο πλαίσιο μιας πολιτικής επίλυσης του συριακού προβλήματος. Μάλιστα, ο Ερντογάν χαρακτήρισε τη Ρωσία “τον πιο σημαντικό και πρωταρχικό παράγοντα στο συριακό πρόβλημα”, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στην Ουάσιγκτον.
Αν και η διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία είχε ξεκινήσει από τον Ιούνιο, με την έκφραση “λύπης” του Ερντογάν για την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ρόλο θετικού καταλύτη για την επιτάχυνση της συμφιλίωσης έπαιξε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που τηλεφώνησε στον Ερντογάν και στάθηκε στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης τις κρίσιμες ώρες, όταν ακόμη δεν είχε κριθεί η τύχη του στρατιωτικού κινήματος, ενώ οι Αμερικανοί κρατούσαν άκρως αμφιλεγόμενη στάση μέχρι να φανεί προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα.
Φυσικά θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να σπεύσει κανείς να μιλήσει για στροφή 180 μοιρών της Τουρκίας από τη Δύση και το ΝΑΤΟ προς τη Ρωσία - μια δύναμη με την οποία τη χωρίζουν όχι μόνο ιστορικές αντιπαλότητες, αλλά και οξείες αντιθέσεις, ιδίως στο συριακό πρόβλημα, οι οποίες παραμένουν, παρά τα όποια βήματα του τελευταίου διαστήματος. Είναι πολύ πιθανό - το πιθανότερο, θα λέγαμε - ο Ταγίπ Ερντογάν να αντιμετωπίζει τα ανοίγματά του προς τη Ρωσία (και) ως διαπραγματευτικό χαρτί για να βελτιώσει τη θέση του στη συμμαχία του με τη Δύση και όχι ως εναλλακτική λύση έναντι αυτής της συμμαχίας. Ενδεχομένως, αυτό θα γίνει κατά τι σαφέστερο την επόμενη εβδομάδα, με την επίσκεψη του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν στην Άγκυρα.
Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της ρωσικής παρουσίας στην περιοχή και οι αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά την 15η Ιουλίου δημιουργούν νέα δεδομένα, τα οποία θα έπρεπε να αξιοποιήσει η Ελλάδα προς όφελος της ειρήνης, της ανεξαρτησίας και της φιλίας των λαών της περιοχής, ιδιαίτερα του ελληνικού και του τουρκικού λαού. Δυστυχώς, η απόλυτη καθήλωση της χώρας στην ουρά των ευρωατλαντικών επικυρίαρχων, με ευθύνη της κυβέρνησης και όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, όχι μόνο δεν της επιτρέπει να παίξει τον παραμικρό θετικό ρόλο στην περιοχή, αλλά προοιωνίζεται και νέα σύννεφα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

