Πόντιοι “Πάρσι” στις Ινδίες: Μία ιστορία “έρωτος Ρωμανίας και Ορθοδοξίας”

Γράφει ο π. Κωνσταντίνος Χαλβατζάκης από το περιοδικό Ελλοπία τ. 6, Καλοκαίρι 1991, σελ. 48-52.

Από: cognoscoteam.gr

Απίστευτο;

Κι όμως αληθινό.

Ένα πρωϊνό δέχτηκα στο πρεσβυτέριό μας, στην Καλκούττα των Ινδιών, τηλεφώνημα από τον Επίτιμο Πρόξενο της Ελλάδος στην πολιτεία, τον κύριο Γκόρα. Ινδός ο άνθρωπος, μεγάλος αρχιτέκτονας της Βεγγάλης, έχτισε πολλά σύγχρονα οικοδομήματα.

—           Έχω στο γραφείο μου τρεις Έλληνες Ινδούς. Θέλουν να σε ιδούν.


Οι άνθρωποι ήρθαν στο πρεσβυτέριο. Ντυμένοι στη μακριά τους άσπρη «σούδρα» και το χοντρό χρωματιστό κορδόνι στη μέση, το «κούστι». Από το λευκό τους ιμάτιο ξεχώριζε το καθιερωμένο πουκάμισο με το πελώριο κουμπί στο λαιμό.

Τους είδα και έμεινα άφωνος.

—           Όχι δα… Αδύνατο νάναι αλήθεια αυτό που έβλεπα. Κάποιο λάθος θα γίνεται. Οι άνθρωποι τούτοι είναι Έλληνες. Μιλούν τα ελληνικά καλλίτερα κι από μας. Γιατί είναι ντυμένοι «Πάρσι»; Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκα κατάπληκτος.
 
Τι είναι «Πάρσι»

Ο «Παρσισμός» είναι μια θρησκεία των Ινδιών, με έδρα τη Βομβάη. Οι πιστοί του παρσισμού ήρθαν στη Βομβάη γύρω στον ενδέκατο αιώνα. Τους βρήκαν οι Αγγλοι και τους περιέβαλαν με τιμές. Τους εμπιστεύθηκαν αμέσως, γιατί δεν έχουν καμμιά σχέση με τους Ινδουιστές. Άνθρωποι μορφωμένοι στο σύνολο τους, δεν αφήνονται στη «νιρβάνα», τη μακαριότητα της καταλυτικής πλειοψηφίας των Ινδών, κατέχουν επίλεκτες θέσεις στον εμπορικό κόσμο των Δυτικών Ινδιών, έξυπνοι στο έπακρον και ήρεμοι στις συναλλαγές τους με τους άλλους. Ποτέ δεν αντιδίκησαν με τους Άγγλους, καλοί διαπραγματευτές και μεσίτες της ειρήνης.

Ντύνονται ευρωπαϊκά, μα στις επίσημες εμφανίσεις τους φορούν τα ενδύματα της πίστης των. Από μακριά τους εντοπίζεις. Σε χιλιάδες Ινδουιστές, με τις κελεμπίες και τα «λογκί» που φορούν στα οσφύα, οι Πάρσι ξεχωρίζονται.

Ο Παρσισμός δεν είναι γηγενής και αυτοφυής θρησκεία των Ινδιών. Πατρίδα της θρησκείας τούτης είναι η Περσία, το σημερινό Ιράν. Κηρύχτηκε ο παρσισμός στα χρόνια του Ζωροάστρη. Κατά τις πλέον ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες, ο ιδρυτής του παρσισμού Ζαρατούστρα (Ζωροάστρης) γεννήθηκε το έτος 650 π.Χ. και πέθανε το έτος 533, σε ηλικία 117 ετών. (Άλλες θεωρίες τον θέλουν να έζησε στα χρόνια 570-500 και να πέθανε σε ηλικία 70 ετών.)

Ο Ζωροάστρης όμως έγινε γνωστός στα χρόνια του Μεγαλέξανδρου. Οι δε κατακτήσεις των Μακεδόνων στην Ανατολή, βοήθησαν με την επικοινωνία των λαών την εξάπλωση του Ζωρο-αστρισμού σε τεράστια και εκτεταμένα διαμερίσματα της Ανατολής. Τόσο πολύ επηρεάστηκαν κι οι Έλληνες από τον Ζωροαστρισμό, ώστε οι μεν Πέρσες να θεωρούν τον Ζωροάστρη μετεμψύχωση του Πλάτωνα, οι δε Μακεδόνες να θέλουν τον Πλάτωνα μετεμψύχωση του Ζωροάστρη. Έτσι φτάσανε σε μια συγκρητική θεώρηση των πραγμάτων και μυθολόγησαν την ιστορία. Θέλανε την ύπαρξη του Ζωροάστρη έξι χιλιάδες χρόνια προ του Πλάτωνα.
 
Ο «Παρσισμός» είναι η θρησκεία και η βασική θεωρία του Ζαρατούστρα.

Στη βάση της η θεωρία είναι μονοθεϊστική. Στην περσική γλώσσα ο θεός ο ένας και ο μόνος λέγεται Ωριμάνοδης. Στη θρησκεία του «παρσισμού» γίνονται παραδεκτά όντα ουράνια, που δεν προέρχονται από τον κόσμο της γης. Τα ονομάζουν αγγέλους και αρχαγγέλους και τα κατατάσσουν σε δύο βασικές κατηγορίες: τα πνεύματα του κακού και τα πνεύματα του καλού. Ανάμεσά τους γίνεται αδυσώπητος αγώνας και στο τέλος νικητές είναι πάντα οι καλοί άγγελοι. Προστατεύουν τους καλούς ανθρώπους και τους ενισχύουν στον δύσκολο αγώνα της ανθρώπινης τελειότητας.
 
Οι θρησκευτικές τους εκδηλώσεις είναι οι εξής:

1)            Σέβονται, αλλά δεν λατρεύουν τη φωτιά. Γι’ αυτό και ονομάζονται «Πυ-ρολάτρες». Το πυρ το θεωρούν σαν την λαμπρότερη εκδήλωση της θείας δυνάμεως. Προστάτης της φωτιάς είναι η έκφραση της θεότητος, του μικρού θεού Άχουρα Μάζδα. Πέντε φορές την ημέρα ανάβει φωτιά ο ειδικός Ιερεύς Δαστούρ ή Ζωθ στο βωμό του ναού.

2)            Τρία είναι τα αγαθά της ζωής: Το πυρ, το νερό και το χώμα. Τα βασικά αγαθά της δημιουργίας. Γι’ αυτό και με πολλή προσοχή δεν τα μολύνουν με τα πτώματα. Δεν τα θάπτουν στη γη, δεν τα καίνε στο πυρ και δεν τα εναποθέτουν στα νερά. Όταν άνθρωπος ή ζώον αποθάνει, τοποθετούν το πτώμα σε ειδικά κυκλικά χτίσματα, που τα ονομάζουν «πύργους σιωπής» ή σε άλλα έθιμα τοποθετούν τα πτώματα σε ειδικά καλάθια μακρόστενα και τα τοποθετούν πάνω στα δέντρα. Τα πτώματα να γίνουν βορά των ορνέων.

3)            Πιστεύουν στη διαρχία των δυνάμεων του Κακού και του Καλού. Το Κακόν, που το ονομάζουν Αριμάν, στο τέλος θα νικηθεί από το Καλό και θα εξολοθρευτεί από ένα πύρινο ποτάμι, που θα εξαγνίσει και θα ανανεώσει τον κόσμο. Το πνεύμα του Καλού λέγεται Φρασχοκετερί.
 
Πώς οι Πόντιοι έγιναν Πάρσι

Έτος της γης 1908.

Σφαγές και διωγμοί στον Καύκασο. Οι Πόντιοι τρέχανε να γλυτώσουν. Μερικές ομάδες πέρασαν στην Περσία. Καταδιωγμένοι, με την ψυχή στο στόμα ζήτησαν από τους Πέρσες σωτηρία. Οι Πέρσες τους απάντησαν:

— Βεβαίως. Με έναν όρο. Δε μας ενδιαφέρει τι πιστεύετε, σε ποια θρησκεία ανήκετε. Αν θέλετε να ζήσετε με ασφάλεια στον τόπο μας και ν’ απολαύσετε φιλοξενία και ισοτιμία με τους πολίτες της χώρας μας, με ίσα δικαιώματα και εργασία και ιδιοκτησία, πρέπει να ξεχάσετε τη θρησκεία σας. Στην Περσία έχομε δύο θρησκείες. Τον Ισλαμισμό και τον Παρσισμό. Διαλέξτε και κάνετε.

Οι Πόντιοι ξέρανε πολύ καλά για τον ισλαμισμό. Δεν ξέρανε τίποτα για τον παρσισμό. Καμμιά σκέψη να γίνουν μουσουλμάνοι. Η ιδέα μονάχα τους έτρεπε σε φυγή. Τ’ αγαθά του μουσουλμανισμού τα ένοιωσαν ώς το κόκκαλό τους αιώνες και αιώνες. Μουσουλμανισμός γι’ αυτούς ήταν ταυτόσημη έννοια με τον τουρκισμό και την βιαία εξισλάμισή τους.

Ρώτησαν αν ήταν δυνατόν να μάθουν τι είναι παρσισμός. Οι αρχές της Τεχεράνης τους διέθεσαν δασκάλους της πίστης αυτής, γνωστούς με τα ονόματα Καραηάγ και Ουσίγ, δηλαδή κάτι σαν «Διδάσκαλοι-Ιερείς».

Στην Τεχεράνη, πρωτεύουσα του Ιράν, υπήρχε οργανωμένη ελληνική κοινότης, με κέντρο των δραστηριοτήτων της τον ελληνικό ναό. Η κοινότητα, ιδρυμένη με τα πρότυπα των «απανταχού Ελλήνων της διασποράς», υπαγόταν πνευματικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που φρόντιζε μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος (Διεύθυνση Εκκλησιών της Ελλάδος), την επάνδρωσή της με Ιερείς.

Η κοινότητα της Τεχεράνης πρωτοϊδρύθηκε γύρω στα 1840, τα δε μέλη της προέρχονταν από τη Μ. Ασία, τα νησιά Ανδρο, Χίο, Σάμο, Ικαρία και ελάχιστα από την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι πρώτοι Έλληνες έποικοι αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα με τους Ποντίους του 1908. Οι Πέρσες τους δέχτηκαν με τους ίδιους όρους: «Διαλέξτε τη θρησκευτική σας τοποθέτηση στην κοινωνία του Ιράν. Μουσουλμάνοι ή Πάρσι».

Όλοι δήλωσαν «Πάρσι» και δεν αναφέρεται καμμία περίπτωση Έλληνα, να διάλεξε τον μουσουλμανισμό. Οι Ιρανοί ήταν πάντα πολύ ευχαριστημένοι με τη συμπεριφορά των Ελλήνων. Τους έφτανε η δήλωση τούτη και η πολιτογράφησή τους σαν Ιρανών πολιτών, Ελληνικής καταγωγής. Οι Έλληνες καταπιάστηκαν με το εμπόριο του τόπου, το περσικό χαλί και τα υφάσματα, το μετάξι και τη ναυσιπλοΐα. Τα πρώτα ελληνικά σπίτια, που στη συνέχεια εξελίχτηκαν σε πολυάνθρωπες «βίλλες», χτίστηκαν στις παράλιες περιοχές της Κασπίας θαλάσσης, στο βορρά του Ιράν, στις περιοχές του Ταμπρίζ και Ρεστ. Στις παραθαλάσσιες δε πόλεις Αμπαντάν, Μπουσίρ και Μπαντάρ Αμπάς οι Έλληνες εγκατέστησαν επιχειρήσεις, αλλά δεν διοργάνωσαν κοινότητες.

Στις πρώτες δεκαετίες της παρουσίας των Ελλήνων στο Ιράν σημειώνεται δισταγμός και επιφύλαξη σε κάθε ομαδική-εθνική εκδήλωσή τους. Η καχυποψία των Ιρανών προς κάθε ξένο ήταν και είναι διάχυτη. Ο Έλληνας δεν ήθελε να προκαλέσει τους ντόπιους. Ήρθαν όμως οι Αγγλοι, έκαναν την Περσία προτεκτοράτο του Στέμματος της Μ. Βρεττανίας και οι Έλληνες έσπευσαν και εκμεταλλεύτηκαν τις ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης των ξένων μειονοτήτων. Πρώτη τους μέριμνα η ανέγερση ωραίου ναού, γύρω από τον οποίο και συγκέντρωσαν τις δραστηριότητές τους. Δεν έπαυαν όμως ποτέ να δηλώνουν, πως είναι «δεδηλωμένοι Πάρσι». Έτσι έμεναν ανενόχλητοι από τους Ιρανούς. Ήταν όμως Ρωμιοί Ορθόδοξοι στην τάξη και την πίστη.
 
Από το Ιράν στις Ινδίες

Ας επανέλθωμε στους Πόντιους του 1908.

Με την ψυχή στο στόμα μπήκαν από τα σύνορα της Τουρκίας και Ιράν στις ανατολικές πλευρές του όρους Αραράτ. Στη φυγή τους βοηθήθηκαν πολύ από τους ντόπιους Αρμενίους. Στα σύνορα τους παρέλαβαν οι Ιρανοί και τους προώθησαν στην πόλη Ταμπρίζ. Και στο Ταμπρίζ έμειναν πέντε ολόκληρα χρόνια. Ώς τότε οι Πόντιοι του Ταμπρίζ δεν ήξεραν τίποτα για την ύπαρξη άλλων Ελλήνων στην Περσία. Ώσπου μια μέρα έφτασε στην πολιτεία ο Έλληνας Ιερέας της κοινότητας Τεχεράνης, πατήρ Αθανάσιος Μερίνος. Στα υψίπεδα του Ταμπρίζ ένα βρεττανικό σύνταγμα είχε δώσει σκληρές μάχες με αντάρτες του τόπου. Ανάμεσα στους νεκρούς του βρεττανικού συντάγματος ήταν και δύο Έλληνες Υπαξιωματικοί. Κι ο Έλληνας παπάς πήγε στο Ταμπρίζ ν’ αποδώσει τις Ορθόδοξες θρησκευτικές τιμές στους δύο Έλληνες νεκρούς, στο τοπικό βρεττανικό νεκροταφείο. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή των Ποντίων με την ελληνική κοινότητα της Τεχεράνης, το έτος 1913.

Οι Ποντιακές οικογένειες του Ταμπρίζ σιγά σιγά μετακινήθηκαν προς την Τεχεράνη, αύξησαν τα μέλη της ελληνικής κοινότητας, κι απερροφήθηκαν στις επιχειρήσεις των άλλων Ελλήνων.

Η ρευστότητα όμως των πολιτικών και στρατιωτικών καταστάσεων της Περσίας, δεν έδωσε στους Έλληνες του τόπου τη δυνατότητα πλήρους αναπτύξεως των δραστηριοτήτων τους. Πάντα υπήρχε το αβέβαιο συναίσθημα μιας μελλούμενης καταστροφής, σε μη υπολογιζόμενο χρόνο. Οι εξεγέρσεις των Ιρανών εναντίον των Αγγλων συνεχείς. Οι Σάχηδες της Περσίας στήριζαν το θρόνο τους στα όπλα των Άγγλων. Κι οι Έλληνες έτοιμοι πάντα να λάβουν το δρόμο γι’ άλλους τόπους, πιο ήρεμους.

Η καταστροφή ήρθε με τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και την εγκατάλειψη της Περσίας από τους Άγγλους. Η ανεξαρτησία των Ιρανών επέφερε τρομερές αναστατώσεις στην κοινωνία των ανθρώπων της χώρας. Οι Έλληνες, προνοητικοί στο έπακρον, διέλυσαν τις επιχειρήσεις τους, τα σπίτια τους, εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους και σκόρπισαν στα πέρατα του κόσμου. Λίγοι έμειναν ώς το έτος 1975, που κι αυτοί με τη σειρά τους έφυγαν.
 
Κι οι Πόντιοι του 1908;

Δεμένοι μεταξύ τους μ’ ακατάλυτους δεσμούς κοινών περιπετειών και κοινής τύχης, δέχτηκαν στην πλειοψηφία τους τη γενναία προσφορά της Κυβερνήσεως της Αυτού Μεγαλειότητος της Μ. Βρεττανίας, εφοδιάστηκαν με βρεττανικά διαβατήρια και σαν Βρεττανοί πολίτες εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι στο Λονδίνο. Μερικοί πήγαν στην Αμερική και τον Καναδά κι ελάχιστοι ήρθαν στην Αθήνα.

Μια ομάδα όμως απ’ αυτές τις ποντιακές οικογένειες εγκαταστάθηκε στα έτη 1915-1918 στη Βομβάη των Ινδιών, όπου κι εργάστηκαν στις απέραντες επιχειρήσεις της Εταιρείας «Rally’s Company». Η παλαιά αυτή ελληνική εταιρεία, με έδρα την Καλκούττα και υποκαταστήματα σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις των Ινδιών, είναι μέχρι και σήμερα ο κύριος χορηγός της ελληνικής μας παρουσίας στις Ινδίες.
 
Οι «Πάρσι» ήσαν Ορθόδοξοι!

Στις απέραντες Ινδίες τα νέα για τους Έλληνες των Ινδιών δεν έρχονται εύκολα στο ελληνικό πρεσβυτέριο. Η χώρα τούτη με τις εκπλήξεις της καθεμέρας φέρνει τον Έλληνα παπά σε προβληματισμούς. Νάτην ολοζώντανη η έκπληξη! Πόντιοι της Βομβάης, Έλληνες βέροι, πιστοί της Ορθοδοξίας, αλλά ντυμένοι… Πάρσι.

—           Πώς είστε ντυμένοι έτσι, βρε παιδιά; Ήταν το φυσικό ερώτημα του Έλληνα παπά.

—           Έλληνες είμαστε, παπά, μη ταράζεσαι. Όμως Ινδοί στο παρουσιαστικό. Ήρθαμε στην Καλκούττα για δουλειές της Εταιρείας Rally’s. Έχομε να μεταλάβωμε χρόνια πολλά. Θα μείνωμε στην Καλκούττα μέρες μερικές. Ξεμολόγα μας, παπά, λειτούργα μας, κοινώνα μας. Να και τα εισιτήριά σου. Ανέβα στη Βομβάη, φέρε μαζί σου τα λειτουργικά. Έχομε γυναίκες και αβάπτιστα παιδιά. Έχομε φαμέλιες ρωμέϊκες και προπαντός Πόντιες φαμέλιες. Μη μας αφήνεις. Νάρχεσαι το ελάχιστο μια φορά το χρόνο, να μας λειτουργάς.

—           Και πόσοι είστε το όλον;

—           Σκόρπιοι είμαστε και στη Μπομπάη και στο Παντζάμπ και στο Ούλτρα Πραντές. Είμαστε γύρω στις είκοσι φαμέλιες.

—           Κι είστε όλοι Πάρσι;

—           Είμαστε όλοι Πάρσι. Κι έχομε την εχτίμηση του κόσμου και τις δουλειές μας να πηγαίνουν ρολόι.

—           Τι άλλο θέλετε από μένα;

—           Όταν θάρτεις στα λημέρια μας, μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω. Θα σε πάμε στα «πυργιά της σιωπής», εκεί που αφήνομε τα κουφάρια των νεκρών μας, να τα φάνε τα όρνια. Έχω τάμα της γριάς μάννας μου. «Παιδί μου», μου είπε πριχού ν’ αποθάνει, «όταν βολευτείς και βρεις παπά, φέρτον σ’ αυτό το πυργί. Να μου διαβάσει τα λόγια για τους πεθαμένους. Έτσι θα πάω στον ουρανό. Όσο δε θ’ ακούσω τα λόγια της ταφής, θα τριγυρνά η ψυχή μου στα μέρια τούτα κι ανάπαψη δε θάχω. Κι εσείς θα με βλέπετε στον ύπνο σας και τον ξύπνιο σας. Κακό δε θα σας κάνω. Να, μονάχα θα σας θυμίζω την πεθυμιά μου και το χρέος σας».

—           Βρε παιδιά, αυτά τα δύο πραντές —οι επαρχίες δηλαδή— το Παντζάμπ και το Ούλτρα είναι απέραντα. Η Βομβάη μακρυά. Πού στο καλό σκορπίσατε;

—           Η ανάγκη να φτιάξουμε φίλους, παπά. Το ξέρεις δα, πως οι άνθρωποι εκεί λίγο μοιάζουν με τους Ινδούς.

—           Το ξέρω.

—           Το ξέρεις ασφαλώς, πως ονομάζουν τους εαυτούς τους Ελληνο-ινδούς. Κι είναι περήφανοι για τούτο.

—           Το ξέρω. Έχω κι εγώ έναν δούλο, τον Σουάμι, από το Παντζάμ Πραντές. Θα σας τον φέρω να τον ιδείτε. Να μιλήσετε τη γλώσσα του. Εμείς εδώ δεν κάνομε προσηλυτισμό. Δεν δεχόμαστε Ινδούς στην Ορθοδοξία μας. Έγινε μια εξαίρεση. Αυτός ο Σουάμι με το στανιό μας υποχρέωσε να τον βαφτίσωμε. « Ρωμιός είμαι κι εγώ», φώναζε, «Ρωμιό θα βαφτίσετε, όχι Ινδό». Να σας ρωτήσω όμως θέλω. Τι κάνετε με τον παρσισμό; Ποιές οι σχέσεις σας με τους Καραπάγ και τους Ουσίγ, αυτούς τους Ιερείς του παρσισμού;

—           Είμαστε Πάρσι μονάχα στα ρούχα. Έχομε κι έναν Καραπάγ στη συντροφιά μας. Άνθρωπος σοφός και διαβασμένος. Για τους Έλληνες ξέρει πιο πολλά από μας. Κάνουμε παρέα. Κι όλο ζητάει από μας να μάθει για την Ελλάδα και τη θρησκεία μας. Όσα ξέρουμε του τα λέμε. Τον τελευταίο καιρό ήρθε στην πολιτεία μας μια ομάδα Θωμαΐτες από την Κεράλλα της Γκόα. Σιγά σιγά θα ιεραποστολέψουν, να φτιάξουν χριστιανική θρησκεία. Ο πρώτος που τους πλησίασε είναι ο Καραπάγ, ο φίλος μας. Κι όλο ρωτάει κι όλο μαθαίνει για την ορθοδοξία. Εμείς τι πρέπει να κάνωμε μ’ αυτούς τους Θωμαίτες; Να πηγαίνωμε στην εκκλησία τους ή όχι; Δεν μπορούμε στο άπειρο να μην έχωμε εκκλησία. Θα χαθούμε μια μέρα. Η εκκλησιά μονάχα θα μας ενώσει. Και θα μας σώσει. Και τα παιδιά μας; Τι θα παντρευτούν; Πάρσι γυναίκες κι αγόρια; Θάρτει καιρός, που θα πνιγούμε στο λαό και θα χάσωμε και την ορθοδοξία μας και τη ρωμιοσύνη μας.
 
Ο Πρόδρομος

Ο Shri Natayan Karasaghri, (πάει να πει: ο αξιότιμος κύριος Καρασαγρί), ήταν στη μεγάλη πολιτεία Shirnasna, χτισμένη ολάκαιρη στις κατωφέρειες του βουνού Isamabagh, έχει και σήμερα ακόμα όλα τα χαρακτηριστικά παλιάς καστροπεργεμένης πόλης, ν’ αμύνεται σ’ επιθέσεις βαρβαρικών ορδών. Η οικογένεια του Shri Natayan Karasaghri ήταν στα χρόνια τα παλιά οικογένεια βασιλιάδων, με ιδιωτικούς στρατούς και χιλιάδες δούλους και υπηρέτες στη δούλεψη των κυρίων τους. Όμως ήταν και είναι Πάρσι.

Η πολιτεία Shirnasna, πνιγμένη στα δάση της φλαμουριάς, του πεύκου, του έλατου και της φιλλυροειδούς χλωρίδας του τόπου, με την ηρεμία της καταπράσινης φύσης, των αμέτρητων αχτύπητων πουλιών στα δέντρα των δασών και το κελάρισμα των υδάτων σ’ όλες τις καθάριες της γειτονιές, επέδρασε και στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Οι Αγγλοι δεν είχαν ποτέ προβλήματα με τις κοινωνίες των ανθρώπων της Shirnasna και των εκατοντάδων οικισμών του τόπου. Κάθε χρόνο ο τόπος έδινε διακόσιους νέους άντρες στο βρεττανι-κό στρατό, τιμητική φρουρά μέσα στις Ινδίες αλλά και στο νησί της γηραιάς Αλβιώνος.

Αυτός ο Shri Natayan Karasaghri έγινε φίλος με την οικογένεια του Πόντιου κυρίου Προδρόμου Νταβελντίδη, που συνάντησε στη Βομβάη, όταν μια μέρα πήγε στη εταιρεία Ράλλη για δουλειές. Η εταιρεία παίρνει κι εμπορεύεται το τσάι. Κι αφού καλά γνωρίστηκαν, ο Shri, προύχοντας του τόπου, πήρε ολάκαιρη την οικογένεια του κυρ-Προδρόμου και την εγκατέστησε στις απέραντες εγκαταστάσεις στους πύργους της αυτοκρατορίας του.

Ο κυρ-Πρόδρομος πρόκοψε στη δούλεψη του τσαγιού. Οργάνωσε την καλλιέργεια και την απόδοση και με τη σύμφωνη γνώμη της εταιρείας Ράλλη, εγκατέστησε στη Shirnasna τα πιο σύγχρονα μηχανήματα για την εκμετάλευση του τσαγιού, από το φύτεμα, το θερισμό, την αποξήρανση, το αμπαλάρισμα και την έτοιμη προώθηση του προϊόντος στη Βομβάη και τη διανομή του στην εξωτερική αγορά.

Με τα χρόνια ο κυρ-Πρόδρομος έφερε στη Shirnasna κι άλλες τρεις ποντιακές φαμέλιες από τη Βομβάη κι αυτές στη δούλεψη του τσαγιού. Ένας από τους γιούς του κυρ-Πρόδρομου σπούδασε στην Ακαδημία Δασκάλων της Βομβάης κι έγινε δάσκαλος στο ιδιωτικό σκολειό του Shri Karasaghri.
 
Το δίλημμα του παπά

—           Παπά μου, τι θα κάνωμε; Ήταν το δραματικό ρώτημα των ποντιακών οικογενειών της Shrinasna στο Ρωμιό παπά της Καλκούττας.

Δύσκολο, πολύ δύσκολο το ρώτημα. Πιο δύσκολη κάθε απόπειρα συμβουλής. Όμως ο Ρωμιός παπάς των Ινδιών έπρεπε να πάρει αποφάσεις. Μονάχος αυτός, στις απέραντες Ινδίες, ευρισκόμενος μακριά από το ποίμνιο του, χωρισμένος από τρομακτικές αποστάσεις, έπρεπε ν’ αναλάβει πρωτοβουλίες, σύμφωνα με την τάξη της Ορθοδοξίας και των πεπρωμένων της Ρωμιοσύνης της διασποράς. Τα χρόνια περνούν. Οι ποντιακές τούτες οικογένειες, σπόρος λεβεντογενιάς της Ρωμανίας, χάνονται κι αφομοιώνονται στις καταλυτικές βιολογικές ανάγκες της ανθρώπινης νομοτέλειας. Καιρό για χάσιμο δεν είχε.

—           Θα βρούμε λύση, παιδιά. Λύση της Εκκλησίας του Χριστού μας. Προτού φύγετε από την Καλκούττα για τη μα-κρυνή σας Shirnasna, στα βουνά του παραδείσου που λέγεται Παντζάμπ Πραντές, θα βρούμε τη λύση. Ακούστε με. Το βράδυ θάρθετε πάλι στο πρεσβυτέριο. Θα σας φιλοξενήσω δίχως φειδώ στο χρόνο. Εγώ πηγαίνω στον Mar Thomas. Αυτός ο νέος άνθρωπος είναι ένας θαυμάσιος Κληρικός της ιστορικής Ορθοδόξου Εκκλησίας των Ινδιών, από την Κεράλλα της Γκόα.
 
Οι Θωμαΐτες

Τύχαινε φορές, που η ελληνική Εκκλησία της Καλκούττας τις Κυριακά-δες να μην είχε πιστούς για εκκλησιασμό. Κι από την τάξη της εκκλησιάς του ο Ρωμιός παπάς δεν μπορεί να λειτουργήσει, αν δεν έχει τουλάχιστον έναν πιστό της Ορθοδοξίας. Πρωί διάβαζε τον Όρθρο μοναχός του, έβαζε το «Δι’ ευχών» κι ύστερα έπαιρνε το δρόμο για την εκκλησιά του Mar Thomas. Ένα χτίσμα στη Sirculer Road, στ’ ανατολικά της Καλκούττας, που παλιά ήταν εγγλέζικη αποθήκη του στρατού. Οι Θωμαίτες την αγόρασαν και την μετάτρεψαν σε τυπική εκκλησία των Ορθοδόξων της Γκόα. Καρπέττο πανάκριβο στο πάτωμα, λειτουργικής έννοιας και σκοπιμότητας. Το πατούν οι πιστοί γυμνόποδες. Αφήνουν τα παπούτσια τους στον πρόναο. Πάγκοι κατοντάδες, ομοιόμορφοι, να καίονται oι πιστοί σχεδόν σ’ ολάκαιρη τη Θεία Λειτουργία. Και στο βάθος υπερυψωμένο το Ιερό Βήμα, με θωράκιο χαμηλό, αντί για εικονοστάσι. Να βλέπουν οι πιστοί τους Ιερείς στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας.

Όταν οι οφφικιάλιοι Προσμονάριοι της εκκλησιάς, που υποδέχονταν τον κόσμο κι έναν έναν τους οδηγούσαν στα έδρανα τους, έβλεπαν τον Έλληνα παπά νάρχεται να λειτουργηθεί στην εκκλησιά τους, «οικείος της ίδιας πίστης», τρέχανε να τον προσυποδεχτούν. Του ασπάζονταν το χέρι, γονάτιζαν μπροστά του, να δεχτούν στην κεφαλή την ευλογία του. Κι ύστερα του περνούσαν στους ώμους πολύχρωμο μανδύα και με τάξη τον συνόδευαν στο ξέχωρο έδρανο των «φιλοξενουμένων Κληρικών». Στην είσοδο του ναού ήταν στημένη μεγαλόπρεπη επιγραφή: Greek Orthodox Kerallian Church.

Οι Χριστιανοί της ιστορικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαλαμπάρ, στην επαρχία Γκόα των Δυτικών Ινδιών, είναι αιώνια ευγνώμονες προς τους Έλληνες, τους θεωρούν διπλά ευεργέτες της ανθρωπότητας. Πρώτα, γιατί ανέδειξαν το κοσμαγάπητο παλληκάρι της Μακεδονίας, το Μεγαλέξανδρο (τον Ιστραχάν των Ινδιών) κι ύστερα γιατί αυτοί εδραίωσαν τον χριστιανισμό στη γη. Και την Ορθοδοξία της Ρωμιοσύνης τη δέχονται σα μάννα Εκκλησία τους. Γι’ αυτό και ονομάζουν πάντα την Εκκλησία τους «Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Κεράλλα». Το ίδιο κάνουν στη διασπορά και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Προθέτουν πάντα τη λέξη «ελληνική» κι ύστερα την εθνική τους ιδιότητα: «Ελληνική Σερβική», «Ελληνική Ρουμανική».

Στις Ινδίες οι αδελφοί μας τελούν τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, δύο χιλιάδες χρόνια συνέχεια. Αποκόπηκαν από την εξέλιξη του δόγματος από την 4η Οικουμενική Σύνοδο. Δεν παρακολούθησαν την εξέλιξη στον πλούτο της υμνολογίας, της εκκλησιαστικής ποιήσεως και της αρχιτεκτονικής, της αγιολογίας, της λειτουργικής. Έμειναν γαντζωμένοι ώς τις αποφάσεις της 4ης Οικουμενικής Συνόδου. Δεν ξέρουν τίποτα για τους λειτουργικούς τύπους του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Δεν έζησαν την αγιότητα του Που βυζαντινού αιώνα, και την πληρότητα της έκφρασης και της εδραίωσης των κεκτημένων της καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι όμως παν’ απ’ ολα κ ι απ’ αυτήν τους ακόμα τη θολότητα του μονοφυσιτισμού των, ιστορικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Εκκλησιάζεται ο Ορθόδοξος παπάς της Καλκούττας άνετα στο ναό τους, ανάμεσα σε «οικείους της πίστεως». Φωνάζει ο παπάς της Κεράλλα την προσταγή της λειτουργίας του Ιακώβου του Αδελφοθέου: «Αγαπήσωμεν αλλήλους εν φιλήματι αγίω». Και βλέπει γύρω του ο Ρωμιός τους ιστορικούς αδελφούς του ν’ ανταλλάσσουν ασπασμούς συγγνώμης και σφιχτοχεριάσματα ειρήνης και αγάπης. Αλυσίδα ενωμένα τα χέρια μικρών και μεγάλων, ως «κλίμαξ επίγειος», ν’ ανεβαίνει από τη γη στα ουράνια.

Κι η καρδιά του Ρωμιού παπά πονάει. Δεν μπορεί να κοινωνήσει μαζί τους «κοινόν ποτήριον». Ώς πότε όμως; Γρήγορα θάρτει ο καιρός ν’ αρχινήσει ο ποθητός θεολογικός διάλογος ανάμεσα στη μάννα Ορθοδοξία και την θυγατέρα εκκλησιά της Γκόα. Και θα δεχτεί μ’ αγάπη περίσσια η μάνα τη θυγατέρα στην απλάδα της αγκάλης της.

Τον Mar Thomas βρήκε ο Ρωμιός παπάς στην εκκλησιά των Κεραλλιστών. Και τον έφερε στο πρεσβυτέριό του το βράδυ εκείνης της Κυριακής. Τον γνώρισε στους Πόντιους του Παντζάμπ Πραντές και του είπε:

— Αδελφέ μου, πάτερ Τόμας, να λίγα προβατάκια της ποίμνης της ελληνικής εκκλησιάς μας. Ζούνε ανάμεσα στους περήφανους Παντζαμπήδες. Σου τους παραδίδω μ’ εμπιστοσύνη. Έχουν τη δύναμη να συντηρήσουν κατάδικο τους Ιερέα στα παλάτια της Shirnasna, που ζούνε κι εργάζονται. Σπόρος έτοιμος είναι καλής ορθόδοξης παράδοσης και βίωσης. Στηρίξου πάνω στην πλάτη τους. Όργανα ευήκοα της κοινής μας πίστης και της ίδιας εκκλησιάς. Πάρτους ήρεμο ρυάκι της χάρης του καλού μας Θεού και κάνε τους μελλούμενο ποταμό, να ρέουν στους χρόνους πόρχονται μέλι και γάλα. Θάρθει γοργά ο καιρός, που η αποξεκομμένη από το χρόνο θυγατέρα εκκλησιά του Μαλαμπάρ, θα τελέψει το θεολογικό διάλογο της ειρήνης και της αγάπης και το «κοινόν ποτήριον» θα μας ενώσει για πάντα, στ’ ατέλειωτα γυρίσματα των καιρών. Κι ως ότου υπογραφεί ο «τόμος» της παλιννόστησης με χρυσόβουλα ακατάλυτης αγάπης εν Κυρίω, δέξου τους τίμια Μέλη της Εκκλησίας του Μαλαμπάρ. Ο Άγιος Απόστολος Θωμάς, που ίδρυσε την εκκλησία σας στις Ινδίες, θα χαίρεται στο θρόνο του Κυρίου και θα σας ευλογεί.

Ταπε ο Ρωμιός παπάς μπουκωμένος στη συγκίνηση. Για ν’ αφήσει λεύτερο δάκρυ ειρήνης να κυλάει στα μάγουλα του, σαν είδε τον Μαρ Τόμας ν ‘αγκαλιάζει τους τρεις Πόντιους Έλληνες, ντυμένους Πάρσι και να τους ασπάζεται σταυρωτά.
 
Η δικαίωση του Ιερέα

Από την ιστορία που σας διηγήθήκα περάσαν είκοσι ολάκαιρα χρόνια. Ο Ρωμιός παπάς της Καλκούττας παραστάθηκε στους Πόντιους αδελφούς του όσο μπορούσε. Φύγαν οι άνθρωποι, πήγανε στο καλό και στην αγάπη του Θεού. Κι όσο ήτανε στις Ινδίες μάθαινε χαμπέρια τους. Η Γκόα έστειλε στη Shrinasna έναν Ιερέα, τον Mar Jeronymo, άνδρα πολλά μορφωμένο και νέον στην ηλικία. Κι αυτός με τη βοήθεια των Ποντίων στο Παντζάμπ και την εκτίμηση του Πάρσι αφέντη Shri Natayan Karasaghri, διασκεύασαν μια πτέρυγα του απέραντου κάστρου σε ορθόδοξη εκκλησιά. Ο Mar Jeronymo πριν εγκατασταθεί στη Shirnasna εφοδιάστηκε με λειτουργικές φυλλάδες της θείας λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Να τελεί για τους Ποντίους του Παντζάμπ οικείον λειτουργικό τύπο.

Παρακαλώ σας, αναλογισθείτε σήμερα τη συγκίνηση του ίδιου Ιερέα της Καλκούττας.

Η απόφασή του να παραδώσει τους αδελφούς του Ποντίους στην Εκκλησία της Κεράλλα, ήταν απόφαση πολλής προσευχής στον Θεό. Τότε δεν είχε άλλη επιλογή.

Στις μέρες μας ανακοινώθηκε επίσημα ο τερματισμός του θεολογικού διαλόγου ανάμεσα στη μητέρα εκκλησία της Ορθοδοξίας και της θυγατρός Εκκλησίας της Γκόα. Επήλθε πλέον πληρότης συμφωνίας εν πνεύματι αγίω. Η Εκκλησία της Γκόα καθίσταται ισότιμος Εκκλησία της Ορθοδοξίας. Εναπομένει τώρα η έκδοση του «Πατριαρχικού Τόμου» για την ολοκλήρωση της ιστορικής αυτής πράξεως.

Και οι Πόντιοι της Shirnasna;

Εναποθέτω την απάντηση του ερωτήματος σε σας.

Επιστρατεύσετε τη φαντασία σας για τη χαρά τους. Μια μικρή κι ασήμαντη παρουσία Ρωμιών της Ρωμανίας στις απέραντες Ινδίες, άνθρωποι ντυμένοι Πάρσι, μα στην ψυχή Έλληνες Πόντιοι και Ορθόδοξοι.
Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail