Karel Doorman: Ο διακαής πόθος των ναυάρχων, ίσως και να αποδειχθεί “αλμυρός”… όχι δίχως αιτία

Το σίριαλ της επιλογής νέας φρεγάτας για το Πολεμικό Ναυτικό καλά κρατεί. Παρότι είναι εμφανές ότι όλοι οι πρωταγωνιστές έχουν κοινή επιθυμία να πέσουν οι τόνοι διότι τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κυρίως λόγω της διαδικασίας που επελέγη από την ελληνική πλευρά τείνουν να γίνουν μη διαχειρίσιμα, οι πληροφορίες που διαρρέονται από διάφορες πλευρές περιπλέκουν την εικόνα…

Από: defence-point.gr

Οι ελπίδες της Ελλάδας για την ταχεία αποκατάσταση των προβλημάτων που δημιουργεί η παλαιότητα των μονάδων επιφανείας του ελληνικού Στόλου δείχνουν να στηρίζονται στην απόκτηση των ολλανδικής ναυπήγησης φρεγατών “M”, τύπου Karel Doorman, από το ολλανδικό και το βελγικό Ναυτικό. Ωστόσο, η διαδικασία που ακολουθήθηκε με τις φρεγάτες, εγείρει νέα εμπόδια στον δρόμο του Πολεμικού Ναυτικού…

Όπως προκύπτει, το πρόβλημα είναι ότι η τιμή του αντικείμενου του πόθου των ναυάρχων δεν είναι καθορισμένη, αφού έχει δύο διαφορετικές “εκδοχές”… Αυτή που προσφέρεται σε περίπτωση που η ολλανδική πρόταση επιλεχθεί από την Ελλάδα και αυτή που ζητείται εάν η χώρα μας επιθυμεί να προχωρήσει ανεξάρτητα από την τελική της απόφαση.

Κι αυτό δημιουργεί δυσεπίλυτα προβλήματα. Παρότι έχουν περιέλθει υπόψη του DP συγκεκριμένα ποσά που ζητούνται από ολλανδικής πλευράς, θεωρούμε σωστό να μην τα χρησιμοποιήσουμε. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η γενική θεώρηση, η καταγραφή των προβλημάτων, ο σχολιασμός τους και τελικά στο μέτρο του εφικτού η παράθεση επιχειρημάτων που εμμέσως υποδεικνύουν τις διεξόδους της ελληνικής πλευράς.

Όταν ο υποψήφιος αντισυμβαλλόμενος εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά, έχει μια σειρά από δεδομένα στην προσπάθεια κατάρτισης της στρατηγικής του. Εάν επιχειρηθεί να εξεταστεί αυτό το ζήτημα τοποθετώντας τον εαυτό μας “στα παπούτσια” του αντισυμβαλλόμενου, τα δεδομένα είναι τα ακόλουθα…

Το πρώτο είναι η εγκατάλειψη του στόλου επί 15ετία με τα προβλήματα που έχει συσσωρεύσει, σε συνδυασμό με την όξυνση της απειλής από την Τουρκία. Οι περισσότεροι υποψήφιοι εκπροσωπούν παραδοσιακά ναυτικά έθνη, οπότε γνωρίζουν πέραν πάσης αμφιβολίας ποια και πόσο ανελαστικά είναι τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει η ελληνική πλευρά.

Άρα, ο -Ολλανδός στην περίπτωση μας- αντισυμβαλλόμενος, γνωρίζει και τους λόγους γιατί παρά την ύπαρξη πολλών και αξιόλογων υποψηφιοτήτων, η δική του “ενδιάμεση λύση” έχει σαφές προβάδισμα.

Θα το γνώριζε είτε εμφανιζόταν στο φως της δημοσιότητας είτε όχι, για να προλάβουμε σχόλια που θα υποστηρίξουν ενδεχομένως ότι η δημοσιοποίηση έβλαψε την ελληνική διαπραγματευτική θέση. Θα ήταν προφανώς ανόητο να κατηγορήσει κανείς τους Ολλανδούς για τη διαπραγματευτική τους στρατηγική.

Εμείς δεν πρέπει να λησμονούμε ότι σε κάθε φάση της διαδικασίας, ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουν στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, είτε αυτά αφορούν το κρατικό επίπεδο που συλλήβδην στην Ελλάδα όλοι πλέον αποκαλούν “γεωπολιτικό”, είτε στενά βιομηχανικό, την απόσπαση ενός σημαντικού ναυπηγικού συμβολαίου σε μια εποχή ισχνών εξοπλιστικών προϋπολογισμών.

Επειδή ακριβώς αυτό υποτίθεται πως κάνουμε κι εμείς. Όταν οι Ολλανδοί βάζουν στο τραπέζι μια πρόταση η οποία σταδιακά, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα, επιλύει σε σημαντικό βαθμό τα πολλαπλά προβλήματα που η ελληνική πλευρά προσδοκά να επιλύσει επενδύοντας περί τα 5 δισ. ευρώ από το υστέρημα των Ελλήνων φορολογουμένων, είναι λογικό να επιλέγουν τις τακιτκές κινήσεις εκείνες που εξυπηρετούν την επίτευξη του βασικού στόχου.

Η “γενναιοδωρία” της ολλανδικής προσφοράς ερμηνεύεται με όρους απόπειρας αντιστάθμισης του ιδιαίτερου γεωπολιτικού βάρους άλλων υποψηφιοτήτων. Εξάλλου, κάπως έτσι έχασαν το ελληνικό συμβόλαιο για τέσσερις νέες φρεγάτες στα τέλη της δεκαετίας του ’80, παρότι η σημερινή ενδιάμεση λύση αποτελούσε την επιλογή των ναυάρχων).

Ερμηνεύεται όμως συνδυαστικά και με τους όρους που υπαγορεύει η μεγάλη επιχειρηματική ευελιξία που παραδοσιακά επιδεικνύουν οι Ολλανδοί, που έχουν κατορθώσει ένα μικρό κράτος σαν το δικό τους, με “αυτοκρατορικές καταβολές” ιστορικά όμως, να έχει κατορθώσει να αποσπάσει δυσανάλογα μεγάλο για το μέγεθός του μερίδιο της διεθνούς ναυπηγικής βιομηχανίας.

Το ποσό που ζητείται από τους Ολλανδούς για την παραχώρηση των “M” είναι δυσανάλογα υψηλό εάν δεν επιλεγεί η δική τους πρόταση. Και όσοι αναρωτιούνται πως προκύπτει ο χαρακτηρισμός “υψηλό τίμημα”, αρκεί να αναζητήσει και να βρει το ποσό στο οποίο διέθεσαν προς πώληση των “M” στην Πορτογαλία το 2006.

Με απλά λόγια, ποντάροντας στην ανάγκη της ελληνικής πλευράς, ζητούν ποσά μεγαλύτερα μιας πιο “λογικής” αξίας… η οποία όμως επίσης καθορίζεται από τον κανόνα προσφοράς και ζήτησης. Όσο πιο πολύ το θέλεις, τόσο ανεβαίνει η τιμή. Η δε ελληνική πλευρά διατρέχει έναν θεωρητικό(;) κίνδυνο.

Θα συνέφερε άραγε την Τουρκία για 200 εκατ. ευρώ ή και λιγότερα να χρηματοδοτήσει την εμφάνιση άλλου ενδιαφερόμενου φιλικού της κράτους να διεκδικήσει τις “M” με σκοπό να στερήσει από τον αντίπαλό της ένα οπλικό σύστημα με το οποίο αυτός θα εμφανιζόταν σε χρόνο ρεκόρ πολύ ισχυρότερος στο θαλάσσιο “γήπεδο” της περιοχής;

Οι Τούρκοι έχουν αποδείξει ότι στα στρατιωτικά ζητήματα δεν φείδονται χρημάτων και σκέφτονται αντισυμβατικά… Εξάλλου, όπως τελευταία εμφανίστηκε στη δημοσιότητα το κάπως περίεργο επιχείρημα ότι η ολλανδική προσφορά έχει “καεί” λόγω της εμπλοκής της ολλανδικής “Damen” σε ναυπηγεί -μη στρατιωτικό- ναυπηγείο στην Αττάλεια.

Τότε να απορρίψουμε και τους Γάλλους επειδή έχουν γραμμή παραγωγής της Renault στην Τουρκία. Με το ίδιο σκεπτικό απορρίπτονται σχεδόν όλοι οι υποψήφιοι προμηθευτές του Πολεμικού Ναυτικού, άρα πρόκειται για ένα σκεπτικό που το βασικό που “πετυχαίνει” είναι να μειώσει δραστικά τις ελληνικές επιλογές.

Σε τελική ανάλυση, οι Τούρκοι δεν γνωρίζουν την επιχειρησιακή αξία των ολλανδικών ναυπηγήσεων; Αντί να “σπρώξουν” αλλού τις “M” γιατί να μην επιχειρήσουν να συνεργαστούν οι ίδιοι με τους Ολλανδούς και στις στρατιωτικές ναυπηγήσεις;

Τους Ολλανδούς θα κατηγορούσαμε για την αποδοχή μιας συμφέρουσας γι’ αυτούς εμπορικής πρότασης την οποία εμείς τους αρνηθήκαμε; Κάπου εκεί βρίσκεται και η λογική μη διάθεσης και των 5 δισ. ευρώ σε έναν προμηθευτή με την οποία έχει ασχοληθεί το DP. Εν κατακλείδι, όσο περνά ο χρόνος και η Ελλάδα δεν ξεκαθαρίζει τις προθέσεις της, τόσο θα περιπλέκεται επί το δυσμενέστερο η διαπραγματευτική της θέση.

Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, να ξεκαθαρίσει άμεσα ποιες προτάσεις καλύπτουν και σε ποιον βαθμό τις ανάγκες της και να εμπλακεί σε τελικές διαπραγματεύσεις. Η πολλή -και μη σταθμισμένη- γεωπολιτική παράμετρος, θα μπορούσε ακόμη και να βλάψει τα εθνικά συμφέροντα.

Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.