Και όμως οι τράπεζες δε θέλουν τη μείωση φορολογίας



Alexas_Fotos / pixabay
Εξαιρετική η ομιλία του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη. Σωστά σταθμισμένη έθιξε όλα τα σημαντικά προβλήματα της οικονομίας. Στις επόμενες μέρες η «κοινωνία αξιών» θα ασχοληθεί με την ανάλυση του οικονομικού προγράμματος και των διακηρύξεων.

υποναυάρχου ε.α.
προέδρος Κοινωνίας Αξιών

Σημαντικές για την επιχειρηματικότητα και οι επισημάνσεις που έκανε στις τράπεζες, για να ρίξουν τα κόκκινα δάνεια σε μονοψήφιο αριθμό μέσα στα επόμενα τρία χρόνια ώστε να επιτελέσουν το έργο τους και να χρηματοδοτήσουν την επιχειρηματικότητα.

Μπορούν όμως οι τράπεζες να διαχειριστούν το πρόβλημα που είναι σύνθετο;

Το παράδοξο που εμφανίζεται είναι ότι η μείωση της φορολογίας από 28 στο 24% που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, είναι κάτι που μόνο οι τράπεζες δεν το θέλουν.
Και αυτό λόγω της νομοθετικής ρύθμισης που ισχύει με τον αναβαλλόμενο φόρο (αρχικά ψηφίσθηκε το 2014 επί υπουργείας Χαρδούβελη, σύντομα περιορίστηκε η ισχύς του μέχρι το 2015 και η κυβέρνηση Τσίπρα κατέστησε τη ρύθμιση πιο ευνοϊκή για τις τράπεζες, και επέτρεψε οι ζημιές τους να συμψηφιστούν με τα κέρδη των επόμενων 20 ετών).

Συγκεκριμένα:

Η μείωση της φορολογίας που ανακοίνωσε στην ΔΕΘ ο Μητσοτάκης στην ουσία αυξάνει τις υποχρεώσεις των τραπεζών.
Και αυτό συμβαίνει λόγω του αναβαλλόμενου φόρου, μία ρύθμιση η οποία χρησιμοποιήθηκε για την κεφαλαιακή στήριξη τους από το Δημόσιο, μετά τις μεγάλες ζημιές που καταγράφηκαν με το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI) και τις μαζικές διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Για να διευκολυνθούν, πέρασε νομοθετική ρύθμιση με την οποία οι όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να συμψηφίσουν κάποιες από τις απώλειες του κουρέματος, με φόρο που θα έπρεπε να καταβάλουν στο μέλλον.

Δηλαδή ουσιαστικά οι τράπεζες αποκτούν λογιστικά ένα ποσό που αντιστοιχεί στους φόρους που θα έπρεπε να πληρώσουν μέσα στην επόμενη 20ετία και το συνυπολογίζουν σήμερα στα κεφάλαιά τους. Στη συνέχεια μέσα στην επόμενη 20ετία, θα αφαιρούν από το ποσόν αυτό τα χρήματα που έπρεπε να καταβάλλουν ως φόρο στο δημόσιο, μέχρις ότου το ποσό αυτό μηδενιστεί.

Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες δεν θα πληρώνουν σε αυτό το διάστημα φόρο για τα κέρδη που θα εμφανίζουν έως ότου «συμπληρωθεί» το απαιτούμενο ποσό των περίπου 16 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σήμερα στην αναβαλλόμενη φορολογία.
Άρα είναι σαν να τους οφείλει το Δημόσιο χρήματα, τα οποία θα συμψηφιστούν με τους φόρους για τα κέρδη που θα εμφανίσουν στο μέλλον, εφόσον βέβαια εμφανίζουν κέρδη σε κάθε χρήση.

Διαφορετικά ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση αρνητικών αποτελεσμάτων, το Δημόσιο λαμβάνει αντίστοιχη αποζημίωση υπό τη μορφή νέων μετοχών που η τράπεζα οφείλει να εκδώσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν οι ιδιώτες μέτοχοι, καθώς το ποσοστό τους στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας μειώνεται.

Συνεπώς εάν οι τράπεζες, για να μειώσουν τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων, προχωρήσουν σε ενέργειες που θα οδηγήσουν σε ζημιά στο σύνολο της χρήσης στο τέλος ενός έτους, όπως π.χ. μια πώληση μη εξυπηρετούμενου χαρτοφυλακίου σε πολύ χαμηλή τιμή, τότε η απώλεια θα αποτυπωθεί στα αποτελέσματα χρήσης.
Εάν αυτά είναι τελικώς αρνητικά, τότε ενεργοποιείται η νομοθεσία για την αναβαλλόμενη φορολογία, εκδίδονται νέες μετοχές υπέρ του Δημοσίου και οι λοιποί μέτοχοι χάνουν.

Αυτό είναι κάτι που δεν το θέλουν οι διοικήσεις των τραπεζών, γιατί ήδη τρεις φορές τα τελευταία 5 χρόνια οι επενδυτές που συμμετείχαν σε ισάριθμες αυξήσεις κεφαλαίου είδαν τα χρήματά τους να χάνονται.
Τα «κόκκινα» δάνεια θα πρέπει από το 48% περίπου σήμερα, να μειωθούν σε μονοψήφια επίπεδα μέσα σε τρία χρόνια όπως κάλεσε τις τράπεζες ο πρωθυπουργός. Η μείωση της φορολογίας κατά 4% (από 28% στο 24%) μειώνει και το ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου που συνυπολογίζουν οι τράπεζες στα κεφάλαιά τους και συνεπώς και δύσκολα θα τα καταφέρουν να μην εμφανίσουν ζημιές στις χρήσεις.

Οι επιλογές των τραπεζών λοιπόν είναι οι παρακάτω, (εάν δεν μπορούν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους με χρήση μόνο της οργανικής τους κερδοφορίας):

α. Να κάνουν νέες αυξήσεις κεφαλαίου για να αντικαταστήσουν το μέρος του αναβαλλόμενου φόρου που χάνουν από την μείωση της φορολογίας, καίγοντας στην ουσία τα νέα κεφάλαια, γεγονός που οι επενδυτές το γνωρίζουν (έχουν καεί ήδη τρεις φορές) και δύσκολα θα συμμετάσχουν εάν δεν δουν προοπτικές κερδοφορίας.
β. Να αποδεχθούν τις ζημιές για την γρήγορα εξυγίανση του ενεργητικού τους στα αποτελέσματα χρήσης τους, επιφέροντας ωστόσο ένα ακόμη πλήγμα στους υφιστάμενους μετόχους τους, λόγω της έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση με την μείωση της φορολογίας (που δεν την θέλουν οι τράπεζες), δημιουργείται σημαντικό πρόβλημα με τα εποπτικά κεφάλαια. Συγκεκριμένα, επί των συνολικών ιδίων εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, που προσεγγίζουν τα 25 δισ. ευρώ, τα 15,5 δισ. ευρώ συνιστούν κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο.

Βέβαια η κάθε τράπεζα, ανάλογα με τη εσωτερική μεθοδολογία που ακολουθεί για τον υπολογισμό των προβληματικών δανείων στο σταθμισμένο ενεργητικό της, μπορεί να κάνει λογιστικές ρυθμίσεις ώστε οι εποπτικοί δείκτες να επηρεαστούν το λιγότερο δυνατόν. Και επίσης θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τα κεφάλαια με εκδόσεις ομολόγων Tier II. Όμως για να συμμετάσχουν επενδυτές, θα πρέπει οι τράπεζες να απαλλαγούν από μεγάλο όγκο κόκκινων δανείων.

Η μόνη ελπίδα συνεπώς για τις τράπεζες σήμερα, είναι το σχέδιο που προτείνει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος για τα κόκκινα δάνεια και για τον αναβαλλόμενο φόρο εν μέρει.
Και βέβαια πρέπει να συμφωνήσει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

ΣΗΜ:
• Alpha Bank: Ίδια εποπτικά κεφάλαια 7,9 δις - αναβαλλόμενος φόρο 3,7 δισ.
• Εθνική Τράπεζα εποπτικά κεφάλαια 7,8 δισ. - αναβαλλόμενος φόρος 4 δισ.
• Eurobank εποπτικά κεφάλαια 6,5 δισ. - αναβαλλόμενος φόρος 3,9 δισ.
• Τράπεζα Πειραιώς εποπτικά κεφάλαια 6,9 δισ.- αναβαλλόμενος φόρος 4,1 δισ.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.