Τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο υποψήφιος από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα για να τον διαδεχτεί, έχουν ασκήσει κριτική στα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ τους τελευταίους μήνες που απέτυχαν να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους για τις αμυντικές δαπάνες. Έχουν ένα δίκιο.
Η Ευρώπη έχει πράγματι αποτύχει να τηρήσει την πλευρά της τής συλλογικής αμυντικής συμφωνίας. Σχεδόν όλοι οι ευρωπαίοι σύμμαχοι της Αμερικής έχουν επιτρέψει στις κατά μέσο όρο αμυντικές δαπάνες τους να πέσουν κάτω από το υποσχεθέν επίπεδο του 2% του ΑΕΠ, με κάποιες να δαπανούν πολύ λιγότερα. Το πιο σημαντικό, δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια γνήσια αμυντική κοινότητα. Εάν δεν ανεβάσουν ρυθμούς, κινδυνεύουν να δώσουν αξιοπιστία στους παράτολμους ισχυρισμούς του Τραμπ πως οι ευρωπαίοι είναι «τζαμπατζήδες», εκμεταλλευόμενοι μια «απαρχαιωμένη» συμμαχία εις βάρος των αμερικανών φορολογούμενων.
Ο τομέας όπου η Ευρώπη μπορεί να επιδείξει τη στρατηγική της αξία για τις ΗΠΑ είναι η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν. Κάποιοι ήδη υποστηρίζουν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε να εξασκήσει τις επιλογές «μαλακής δύναμης» που είχε διαθέσιμες για να διαχειριστεί ένα εξαιρετικά επιθετικό Κρεμλίνο. Ωστόσο, ενώ η ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ προς τη Ρωσία είναι σίγουρα ελλιπής, υπάρχει ακόμη χρόνος για να γίνει ό,τι χρειάζεται για να ανατραπεί η προκλητική συμπεριφορά του Κρεμλίνου.
Ύστερα από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την προσάρτηση της Κριμαίας, οι χώρες της ΕΕ εφάρμοσαν οικονομικές κυρώσεις, μεταξύ αυτών περιορισμούς στις πιστώσεις προς τις ρωσικές τράπεζες και ενεργειακές εταιρείες. Οι κυρώσεις συνδέθηκαν με την εκπλήρωση του πρωτοκόλλου Μινσκ 2014, το οποίο επέφερε τη σημερινή διάτρητη παύση πυρός με τους αντάρτες στην ανατολική Ουκρανία με τη στήριξη της Ρωσίας, και αναμένονται να λήξουν στο τέλος του επόμενου μήνα.
Όμως η Ουκρανία συνεχίζει να μην έχει πλήρη έλεγχο των συνόρων της και μια αξιόπιστη εκεχειρία στο Ντονμπάς. Έτσι, οι ηγέτες των G7 δεσμεύτηκαν πρόσφατα να παρατείνουν τις κυρώσεις μέχρις ότου εκπληρωθούν πλήρως οι συμφωνίες του Μινσκ 2014 και 2015. Στην ΕΕ, ωστόσο, οι κυρώσεις παραμένουν θέμα τεταμένων συζητήσεων, με τους διπλωμάτες από την Ουγγαρία, την Κύπρο, την Ιταλία και αλλού να αποκτούν πιο μαλθακή στάση απέναντι στη Ρωσία. Οι προσπάθειες «lobbying» του Κρεμλίνου δείχνουν να έχουν αποτέλεσμα.
Και δεν είναι μόνο οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές, όπως οι υποστηρικτές του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας που είναι επιρρεπείς στις κολακείες του Πούτιν. Κατεστημένοι πολιτικοί στη Γαλλία και αλλού έχουν επίσης ξεκινήσει να αμφισβητούν το υπάρχων καθεστώς κυρώσεων. Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Γουόλτερ Στάινμαϊερ, για παράδειγμα, έχει προτείνει τη χαλάρωση των κυρώσεων, με δεδομένο πως η Ρωσία θα εκπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Πέραν της στήριξης της χαλάρωσης των κυρώσεων, κάποιοι ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια του Κρεμλίνου. Ο ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, που θεωρείται γενικός σκεπτικιστής απέναντι στις κυρώσεις, θα είναι επίτιμος προσκεκλημένος στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη αυτήν την εβδομάδα. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ θα βρίσκεται επίσης εκεί.
Αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για υποχωρητικότητα μπροστά στη Ρωσία. Αντί να παραβρίσκεται στη συνεδρίαση του Πούτιν, παρέχοντας στο Κρεμλίνο έναν προπαγανδιστικό θρίαμβο πριν από τις κοινοβουλευτικές εκλογές, ο Γιούνκερ θα έπρεπε να θέσει τις προτεραιότητες της ΕΕ στο προσκήνιο. Αυτές οι προτεραιότητες συμπεριλαμβάνουν τη διατήρηση της μετα-ψυχροπολεμικής πολιτικής και αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Ευρώπης, και τον σεβασμό για τα κοινά πρότυπα που ενσωματώνουν θεσμοί όπως ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μόλις ο Πούτιν συμφωνήσει να στηρίξει αυτές τις προτεραιότητες, θα μπορέσουν να ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την οικονομική συνεργασία Ρωσίας και ΕΕ.
Η χαλάρωση των κυρώσεων στη Ρωσία μπορεί να ευχαριστήσει κάποιους επιχειρηματικούς ηγέτες της Ευρώπης, όμως θα έρθει με ένα μεγάλο, μακροπρόθεσμο τίμημα. Ακόμη και με τις κυρώσεις σε ισχύ, η παγωμένη σύγκρουση στην Ουκρανία φαίνεται όλο και περισσότερο μόνιμη. Η χαλάρωση των κυρώσεων τώρα, με τόσο λίγη πρόοδο να έχει σημειωθεί υπό την τελευταία συμφωνία του Μινσκ, θα έχει ως αποτέλεσμα μια καταστροφική κατάρρευση της επιρροής και της αξιοπιστίας της Ευρώπης – και μια τεράστια απώλεια για την Ουκρανία.
Οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει να παραμείνουν σταθεροί και ενωμένοι και να εξασφαλίσουν πως οι υπάρχουσες οικονομικές κυρώσεις θα απαλειφτούν μόνο όταν εφαρμοστεί πλήρως η συμφωνία του Μινσκ. Αυτή συμπεριλαμβάνει την πλήρη απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων και του στρατιωτικού εξοπλισμού από την ουκρανική επικράτεια, και την επιστροφή στην ουκρανική κυβέρνηση του πλήρη ελέγχου των συνόρων της με τη Ρωσία.
Η επιμονή για τη συμμόρφωση της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι εξαιρετικά σημαντική, με δεδομένο πως οι ενέργειες του Κρεμλίνου είναι απλά ένα παράδειγμα μιας όλο και πιο ατίθασης συμπεριφοράς που η ΕΕ θα πρέπει να επιδιώξει να σταματήσει. Με αυτό το δεδομένο, αντί να χαλαρώσει τις κυρώσεις, η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει αυστηρότερα μέτρα με στόχο τον Πούτιν και τους ακόλουθούς του, εμπνευσμένα από τον «νόμο Μαγκνίτσκι» της Αμερικής, ο οποίος στοχεύει ρώσους αξιωματούχους που ευθύνονται για αισχρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μια τέτοια προσέγγιση θα εξασφαλίσει πως όσοι επωφελούνται από τον ευνοιοκρατικό καπιταλισμό του Πούτιν δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν τα χρήματά τους και να στεγάσουν τις οικογένειές τους στη Δύση. Μάλιστα, αυτού του είδους οι επιλεκτικές κυρώσεις θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αποτελεσματικές στην επιρροή της ρωσικής πολιτικής απ’ ότι οι γενικευμένες οικονομικές κυρώσεις, καθώς παρέχουν μια ξεκάθαρη και απτή προειδοποίηση προς τις ρωσικές ελίτ πως η ασυδοσία τους τελειώνει στα σύνορα της χώρας.
Πέραν των κυρώσεων, η ΕΕ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να γίνουν περισσότερο δραστήριες και αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της τεράστιας εκστρατείας παραπληροφόρησης που έχει γίνει ισχυρό όπλο του «υβριδικού πολέμου» του Κρεμλίνου κατά των γειτόνων της Ρωσίας και της Δύσης. Παρομοίως, η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει τρόπους για να στηρίξει την κοινωνία των πολιτών, τους σπουδαστές, τους ερευνητές και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στη Ρωσία, καθώς παλεύουν για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ευημερία. Τέλος, η ΕΕ θα πρέπει να ενισχύσει τις προσπάθειές της να περιορίσει τη ροή χρημάτων και πόρων που χρησιμοποιεί ο Πούτιν για να αποσταθεροποιήσει και να διασπάσει το πολιτικό τοπίο της Ευρώπης.
Όσοι ζητούν μια ηπιότερη προσέγγιση στη Ρωσία πρέπει να βγάλουν τις παρωπίδες τους και να αναγνωρίσουν την κλίμακα των προσπαθειών του Κρεμλίνου να προκαλέσει την αποσύνθεση της ΕΕ. Με δεδομένη την προοπτική μιας κυβέρνησης Τραμπ στις ΗΠΑ, αυτού του είδους οι πιέσεις είναι το τελευταίο που χρειάζεται η ΕΕ. Μια ακλόνητη λαβή στη Ρωσία είναι ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η Ευρώπη ενωμένη.
Η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έχει απόλυτο δίκιο όταν λέει πως δε βλέπει κανέναν λόγο να μειώσουμε τις κυρώσεις στη Ρωσία. Το Κρεμλίνο δεν έχει κάνει τίποτα για να αξίζει μια τέτοια επιβράβευση. Αντίθετα, αξίζει αυστηρότερες ποινές.

