Τα Βυζαντινά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα

Της Δήμητρας Ρετσινά – Φωτεινίδου
φιλολόγου – Μ.Α. Πολιτικής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

Η γιορτή των γενεθλίων του Χριστού, η «πασών εορτών σεμνοτάτη και μητρόπολις πασών» κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο, δεν γιορταζόταν ως αυτοτελής γιορτή κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Τότε, κατά την 6η Ιανουαρίου, από του τέλους του τρίτου αιώνος, εορταζόταν μόνον η γιορτή της Επιφανείας και μαζί της συνεόρταζαν και της γεννήσεως του Χριστού. Όπως καταγράφει ο ερευνητής λαογράφος Φαίδων Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινός Βίος και Πολιτισμός», ως ιδιαίτερη μέρα εορτής των Χριστουγέννων ορίσθηκε μετά τα μέσα του 4ου αιώνος στη Δύση η 25η Δεκεμβρίου, μετά από πολλές συζητήσεις, αφού άλλοι πρότειναν άλλη μέρα ή μήνα, π.χ. τον Νοέμβριο, Ιανουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο ή και Μάιο γιατί δεν υπάρχει αναφορά χρονολογική στην Καινή Διαθήκη. Ωρίσθηκε τότε η γιορτή των Χριστουγέννων από την εκκλησία που επιθυμούσε να αντικαταστήσει με Χριστιανική την εθνική γιορτή του Αηττήτου Ηλίου που γιορταζόταν την ημέρα εκείνη.

Στην Ανατολή η γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθη κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνος, όπως βεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος σε ομιλία του στην Αντιόχεια το 386μ.Χ, όταν έλεγε: «Ούπω δέκατον έτος εστίν εξ ού δήλη και γνώριμος ημίν η ημέρα αύτη γεγένηται». Τότε μεταξύ των ακροατών του ιεράρχη, υπήρχαν οι υπέρ του νεωτερισμού απολογούμενοι, όπως και αντίθετα οι εγκαλούντες. Όταν μάλιστα το 378 γιορτάστηκε η μέρα για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη, λένε πως έγινε γογγύζοντος του λαού. Στη Βηθλεέμ τα Χριστούγεννα εορτάστηκαν μόλις κατά το 433. Πάντως, άπαξ εισαχθείσα η εορτή, επικράτησε, χάρις στις ενέργειες πεφωτισμένων ιεραρχών και κυρίως του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, του οποίου ο πρώτος στην Κωνσταντινούπολη λόγος κατά την 25η Δεκεμβρίου του 380 άρχισε δια του: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε».

Οι Βυζαντινοί κατά την ημέρα των Χριστουγέννων σχημάτιζαν μέσα στο ναό ένα σπήλαιο και σε αυτό έβαζαν την στρωμνή, όπου τοποθετούσαν παιδάκι που παρίστανε τον Ιησού. Ο Ιω. Χρυσόστομος στις 20 Δεκεμβρίου του 386 αποτείνεται στο εκκλησίασμα και τους υπενθυμίζει τη γιορτή που έρχεται: «Αντιβολώ μετά πάσης σπουδής και προθυμίας παραγενέσθαι την οικίαν έκαστον κενώσαντα την εαυτού, ίνα ίδωμεν τον δεσπότην ημών επί φάτνης κείμενον». Ο Θεόδωρος Βαλσαμών (12ος αιών) ερμηνεύοντας τον 83ο κανόνα της συνόδου εν Τρούλλω παρατηρεί: «Νομίζω ότι κακώς ποιούσιν οι την απόρρητον και σωτήριον εν σπηλαίω γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια παιδός και στρωμνής υποτυπούντες και τα υπέρ λόγον και έννοιαν ανθρωπίνοις επιτηδεύμασι διαγράφοντες».

Στους Βυζαντινούς χρόνους υπήρχε η συνήθεια να δίνουν στις λεχώνες για τόνωση και για να κατεβάσουν γάλα το λεγόμενο λοχόζεμα, ζωμό δηλαδή από σιμιγδάλι (εψημένη σεμίδαλις), βούτυρο και μέλι. Το λοχόζεμα αυτό συνήθιζαν οι πρόγονοί μας να στέλλουν σε φιλικές οικίες την επομένη των Χριστουγέννων, προς τιμή των λοχείων της Παναγίας, όπως έλεγαν, έθιμο το οποίο δεν ενέκρινε η εκκλησία, η οποία το απαγόρευσε επί ποινή αφορισμού των λαϊκών και καθαιρέσεως των κληρικών, αφού η Παναγία «ούκ έγνω λοχείαν». Η απαγόρευση όμως αυτή δεν ίσχυσε να εξαλείψει το έθιμο. Μόνο κατά τον 12ο αιώνα η συνήθεια εξέλιπε τουλάχιστον στην Βασιλεύουσα, όπως μαρτυρεί ο Θεόδωρος ο Βαλσαμών.

Άλλο έθιμο των Χριστουγέννων ήταν ο καλλωπισμός των οικιών, ο καθαρισμός των δρόμων των πόλεων και το στόλισμα διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μυρτιάς και λουλούδια. Κατά τις γιορτές του Δωδεκαήμερου οι Βυζαντινοί έλεγαν φυσικά τα κάλανδα «από βαθείας πρωίας μέχρι δείλης οψίας μετά αυλών και συρίγγων». Για τους καλανδιστές των Χριστουγέννων γράφει ο Ι. Τζέτζης (12ο αι.): «…οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες μετά ωδών και επωδών και λόγους εγκωμίων». Εκτός δηλαδή από τις ευχές, οι τραγουδιστές εγκωμίαζαν τους ενοίκους για να τους δώσουν αμοιβή. Τα κάλαντα έλεγαν όχι μόνο παιδιά, αλλά και ενήλικοι, και μάλιστα άτομα της ορχήστρας, οι οποίοι δεν απέρχονταν αν δεν αμείβονταν. Ενοχλούσαν, αστειεύονταν και δεν ήταν οι μόνοι…

Κατά το Δωδεκαήμερο γίνονταν οι μεταμφιέσεις και οι βαμμένοι και μεταμφιεσμένοι με φωνές και αστεία γίνονταν ενοχλητικοί στους οικοδεσπότες. Η παράδοση του καλικάτζαρου προέρχεται από αυτές ακριβώς τις μεταμφιέσεις της βυζαντινής εποχής, οι οποίες με τη σειρά τους έχουν προέλευση αρχαία ελληνική, και μάλιστα από τα κατ’ αγρούς Διονύσια και τα Ανθεστήρια στην Αττική, οπότε μαρτυρείται ότι «πολλοί άνδρες επόμπευον γυναικεία φορέματα φορούντες». Μνεία μεταμφιέσεων κατά τους βυζαντινούς χρόνους έχουμε στον Κλήμεντα Αλεξανδρέα, συγγραφέα του 2ου αι. και στον Ιω. Χρυσόστομο (4ος αι.), ο οποίος επιτίθεται κατά των Χριστιανών δια την «καταγέλαστον κωμωδίαν καθ’ ήν , εθνικά ακολουθούντες έθιμα, αφανίζουσι τα πρόσωπά των, ενδύοντες γυναίκας με ανδρικά φορέματα». Ακόμη και οι στρατιώτες μεταμφιεννύμενοι διέσυρον του αξιωματικούς των… Τόσο η συνήθεια είχε επικρατήσει ώστε μέχρι του 12 αιώνος και κληρικοί μετημφιέννυντο φορώντας στρατιωτικές στολές, προσωπεία ή ακόμη υποκρινόμενοι ζώα(!) τετράποδα (τράγους, ελάφους, καμήλες) εντός της εκκλησίας, και δή τη Αγίας Σοφίας, κατά τα Χριστούγεννα και τα Φώτα, έθιμο το οποίο καταργήθηκε κατά τον 12ο αι. επί οικουμενικού πατριάρχη Λουκά του Χρυσοβέργη.

Στα ανάκτορα γιορταζόταν μεγαλοπρεπώς τα Χριστούγεννα. Όπως αναφέρει ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος στο έργο του «Περί Βασιλείου Τάξεως», την ενάτην μέρα μετά την εορτή των Χριστουγέννων στα ανάκτορα, στη μεγάλη αίθουσα των δεκαεννέα ακκουβίτων, διότι εκεί οι συνδαιτυμόνες έτρωγαν όχι καθιστοί αλλά ανακεκλιμένοι, δινόταν επισημο δείπνο, κατά το οποίο επαίζετο το λεγόμενον Γοτθικόν. Στο δεξιό μέρος της αίθουσας ήταν ο πρόεδρος των Βενέτων με λίγους από τον δήμο του και αυτούς που έπαιζαν τα πανδούρια, δηλαδή τους αυλούς. Αντίστοιχα στο αριστερό βρισκόταν ο πρόεδρος των Πρασίνων με τους ακολούθους του. Πίσω από τους πανδουριστές ήταν ανά δύο Γότθοι φορώντας ανεστραμμένες γούνες και κρατώντας ασπίδα και βέργα. Οι Γότθοι έτρεχαν και κτυπούσαν με τα βεργία τις ασπιδες τους φωνάζοντας τουλ, τουλ, έκαναν τρεις κύκλους γύρω από τη βασιλικά τράπεζα και απήγγειλαν ευχές Λατινιστί υπό τους ήχους των πανδούρων. Οι πρόεδροι των Δήμων με τους δημότες έλεγαν το αλφαβητάριν, ακροστιχίδα δηλαδή αρχίζουσα με τα γράμματα του αλφαβήτου ευχόμενοι τους άνακτας. Οι ύμνοι κατέληγαν στην ευχή: «πολυχρόνιον ποιήσοι ο Θεός την αγίαν βασιλείαν σας».
Νεότερη Παλαιότερη
* * * Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση των άρθρων χωρίς προηγούμενη γραπτή άδειας της σελίδας
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail