Γρίφος οι (διπλές) εκλογές: Τι θα κρίνει τον χρόνο διεξαγωγής τους εάν ο Μητσοτάκης αποφασίσει να πάει σε πρόωρες

Η μεγαλύτερη εκκρεμότητα του 2022 παραμένει, δυστυχώς, η εξέλιξη της πανδημίας της Covid-19, η οποία θα συνεχίσει να επηρεάζει δραστικά όλες τις πτυχές του οικονομικού και πολιτικού βίου της χώρας. 

Από: topontiki.gr - Σταύρος Χριστακόπουλος

Στην οικονομία παραμένει πανίσχυρη η πρόκληση της ακρίβειας σε επίπεδο ενέργειας και καταναλωτικών αγαθών. Στο πολιτικό πεδίο όμως η μεγαλύτερη απ’ όλες τις εκκρεμότητες είναι οι πιθανές πρόωρες εκλογές.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να βρεθεί ένα χρονικό «παράθυρο» περίπου δύο έως δυόμισι μηνών, αφού, σύμφωνα τουλάχιστον με τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη, τις πρώτες εκλογές, οι οποίες θα γίνουν με απλή αναλογική, θα ακολουθήσουν δεύτερες με τον εκλογικό νόμο της ενισχυμένης αναλογικής που ψήφισε η Ν.Δ. τον Ιανουάριο του 2020.

Το δε σενάριο των πρόωρων εκλογών συνδεόταν εξαρχής με την πρόθεση του πρωθυπουργού να «βγάλει από τη μέση» την απλή αναλογική που είχε καθιερώσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο λόγος είναι, βεβαίως, ότι αυτό το σύστημα αποκλείει την αυτοδυναμία – ακόμη και το ποσοστό της Ν.Δ. στις προηγούμενες εκλογές, το 39,85%, μετά βίας θα της απέφερε 130 έδρες. Επομένως οι διαδοχικές κάλπες θα πρέπει να θεωρούνται βέβαιες.

Δυόμισι μήνες «φαγούρα»

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να προκύψει ικανός διαθέσιμος χρόνος, και μάλιστα σε περίοδο χωρίς σοβαρή επίπτωση στην οικονομία και την εξέλιξη της πανδημίας, καθώς:

● Κάθε προεκλογική περίοδος διαρκεί έως 30 ημέρες.

● Δεδομένου ότι στις πρώτες εκλογές με απλή αναλογική δεν θα προκύψει αυτοδυναμία, θα πρέπει να ακολουθήσει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών – τρεις ημέρες στη διάθεση καθενός από τα τρία πρώτα στην κατάταξη κόμματα για να επιτύχει πολιτική συμφωνία σχηματισμού κυβέρνησης.

● Ακόμη και αν το πρώτο κόμμα καταθέσει αμέσως τη δική του εντολή με στόχο να επιταχύνει τη διαδικασία της δεύτερης κάλπης και να κατακτήσει το μπόνους της ενισχυμένης αναλογικής, δεν είναι βέβαιο πως το δεύτερο και τρίτο κόμμα θα καταθέσουν τις δικές τους. Πιθανή μια διαδικασία διάρκειας μιας εβδομάδας μέχρι την προκήρυξη μιας ακόμη εκλογικής αναμέτρησης.

● Ποια θα είναι η διάρκεια της δεύτερης προεκλογικής περιόδου; Ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει πρόθεση επίσπευσης, δύσκολα η περίοδος αυτή θα διαρκέσει κάτω από 20 μέρες. Εάν μάλιστα οι πρώτες κάλπες έχουν αναδείξει ντέρμπι μεταξύ των δύο πρώτων, η επίσπευση θα είναι ένα μάλλον αδύναμο σενάριο.

Αν και οι δεύτερες κάλπες δεν αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, θα πρέπει να ξαναπάμε στη διαδικασία των τριήμερων διερευνητικών εντολών – πάντως σε αυτή την περίπτωση το πρώτο κόμμα θα έχει πολύ ισχυρότερη δυνατότητα σχηματισμού συμμαχικής κυβέρνησης.

Επομένως μια συνολική διαδικασία δύο – και σε ακραία εκδοχή έως δυόμισι – μηνών θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη.

Οι κυρίαρχες εκδοχές

Ένα τόσο μεγάλης διάρκειας εκλογικό «παράθυρο» θα πρέπει να επηρεάσει κατά το δυνατόν λιγότερο την οικονομική ζωή και να μην συμβάλει σε νέα έξαρση της πανδημίας. Με απλά λόγια θα πρέπει σε ιδανικές συνθήκες:

1. Να έχει τελειώσει πριν από την κορύφωση της τουριστικής περιόδου (αρχές Ιουλίου), άρα να έχει αρχίσει αμέσως μετά το Πάσχα (24 Απριλίου), το οποίο δεν είναι σύνηθες ή επιθυμητό να περιλαμβάνεται στις προεκλογικές περιόδους.

2. Να αρχίσει αμέσως μετά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου (τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου) και να μείνει αρκετός χρόνος για κατάρτιση προϋπολογισμού (κατάθεση προσχεδίου εντός του Οκτωβρίου), η οποία ίσως είναι μια πιο περίπλοκη υπόθεση εάν έχουμε κυβέρνηση συνεργασίας.

Προφανώς υπάρχει η δυνατότητα ενός «αιφνιδιασμού» στις αρχές έως μέσα Φεβρουαρίου (ώστε η διαδικασία να έχει λήξει πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα), ωστόσο αυτό το σενάριο έχει δύο ισχυρά μειονεκτήματα για την κυβέρνηση:

● Δεν θα έχει καταλαγιάσει το επιδημικό κύμα της παραλλαγής Όμικρον του κορωνοϊού, άρα θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να δούμε μια τόσο εκτεταμένη προεκλογική πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα και δύο εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην επιδημιολογική κατάσταση της χώρας – με εξίσου σοβαρές επιπτώσεις για την κυβέρνηση, η οποία θα κατηγορηθεί δικαίως ότι βάζει σε ρίσκο τη δημόσια υγεία για να αποκομίσει η ίδια πολιτικά οφέλη.

● Θα βρίσκεται στην κορύφωσή του – με άγνωστη μάλιστα διάρκεια – το δριμύτατο κύμα ακρίβειας που αναμένεται να σαρώσει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς αμέσως μετά την εξάντληση των σημερινών αποθεμάτων σε υψηλής ζήτησης καταναλωτικά προϊόντα. Άρα θα κορυφώνεται και η λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία θα μπορούσε να βρει έκφραση στην κάλπη.

Επομένως τα δύο πιθανότερα σενάρια δίνουν έναρξη προεκλογικής περιόδου είτε στα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου (παρότι και αυτό το σενάριο επηρεάζεται αρνητικά από την έξαρση της ακρίβειας) είτε στο τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου.

Μία ή δύο κάλπες;

Πόσο βέβαιη είναι όμως η διενέργεια δύο συνεχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων; Θεωρητικά, σύμφωνα με τις εξαγγελίες Μητσοτάκη, είναι σίγουρη εάν ο νικητής των εκλογών είναι η Ν.Δ., καθώς η αυτοδυναμία με το σύστημα της απλής αναλογικής απαιτεί ποσοστό άνω του 46% εάν το συνολικό ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων ανέλθει στο 8% περίπου. Διόλου απίθανο σενάριο, εάν υπολογίσουμε ότι στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων ήταν:

● 8,62% τον Ιανουάριο του 2015.

● 6,42% τον Σεπτέμβριο του 2015.

● 8,07% τον Ιούλιο του 2019.

(Να σημειωθεί ότι όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό του πρώτου κόμματος που απαιτείται για αυτοδυναμία – και το αντίστροφο).

Θα μπορούσε το ποσοστό της αυτοδυναμίας να μειωθεί λόγω εκτόξευσης του ποσοστού των εκτός Βουλής; Είναι μια σοβαρή πιθανότητα εάν υποθέσουμε ότι η κοινωνική ανασφάλεια, η διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση και οι επιπτώσεις της ακρίβειας στα νοικοκυριά θα αύξαναν κατακόρυφα τη διασπορά της ψήφου σε κομματίδια τα οποία έμεναν οριακά εκτός Βουλής.

Μόνο που ένα φαινόμενο αυτού του είδους θα είχε πρώτο θύμα τη Ν.Δ., επομένως εκλογικό όφελος για την ίδια πολύ δύσκολα θα μπορεί να προκύψει. Επειδή όμως η μαντεία δεν είναι εργαλείο πολιτικής ανάλυσης, θα πρέπει να επισημάνουμε πως:

Εάν το πρώτο κόμμα έχει κάτω από 130 έδρες, τότε, ακόμη και αν συμμαχήσει με το τρίτο, θα πρέπει να κάνει σοβαρές πολιτικές παραχωρήσεις για να κυβερνήσει.

Εάν όμως πάει σε δεύτερες κάλπες ως νικητής και καταφέρει μια ακόμη νίκη, ακόμη και εάν δεν κερδίσει την αυτοδυναμία, θα έχει ένα πολύ ισχυρό πολιτικό πλεονέκτημα και τη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους του εκβιάζοντας πολιτικά με τον καταλογισμό της ευθύνης για τυχόν πρόκληση πολιτικής αστάθειας.

Εάν η καθαρή νικήτρια με απλή αναλογική είναι η Ν.Δ., τότε οι δυνατότητές της για κυβερνητική συμμαχία εξαντλούνται στο ΚΙΝΑΛΛ, αφού στο σήμερα κυβερνών κόμμα ούτε καν διανοούνται το ενδεχόμενο να εξαρτώνται ως κυβέρνηση από την Ελληνική Λύση. Άρα το ΚΙΝΑΛΛ έχει μεγάλη διαπραγματευτική δυνατότητα.

Εάν ο καθαρός νικητής με απλή αναλογική είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, οι δυνατότητές του θα περιλαμβάνουν το ΚΙΝΑΛΛ και μόνο σε ακραία περίπτωση το ΜέΡΑ24, το οποίο δεν δείχνει ιδιαίτερα διατεθειμένο να συμβάλει, ενώ το ΚΚΕ θα πρέπει απλώς να αποκλειστεί. Και εδώ το ΚΙΝΑΛΛ έχει μεγάλη διαπραγματευτική δυνατότητα.

Τυχόν κυβέρνηση μειοψηφίας θα πρέπει να αποκλειστεί, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού μιας άλλης, ύστερα από δεύτερες εκλογές, που θα εγγυάται το μίνιμουμ της πολιτικής σταθερότητας.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως νικητή, θεωρούμε ότι οι επόμενες εκλογές με απλή αναλογική δεν θα αναδείξουν κυβέρνηση, εκτός εάν προκύψει σοβαρή εκλογική μείωση ενός από τους δύο εταίρους του σημερινού δικομματισμού (Ν.Δ. ή ΣΥΡΙΖΑ), μεγάλη ενίσχυση του τρίτου (ΚΙΝΑΛΛ) και στέρεη πολιτική συμφωνία μεταξύ πρώτου και τρίτου.

Το βουβό κοινωνικό κλίμα και ο άγνωστος Χ της απλής αναλογικής

Στον δρόμο προς τις επόμενες εκλογές – ανεξαρτήτως του χρόνου διεξαγωγής τους – η μέχρι στιγμής δημοσκοπική εικόνα δείχνει ένα προβάδισμα της Ν.Δ. περί τις 10 μονάδες, κατά τι μεγαλύτερο από τη διαφορά της με τον ΣΥΡΙΖΑ κατά 8,32% στις εκλογές του Ιουλίου του 2019.

Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις διεξάγονται χωρίς ορατές εκλογές, εν μέσω πλήθους εκκρεμοτήτων και χωρίς να είναι σαφείς οι όροι με τους οποίους τα κόμματα θα φτάσουν στις κάλπες. Το κοινωνικό κλίμα είναι «βουβό», η δυσαρέσκεια από την εξέλιξη των πραγμάτων είναι διάχυτη, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα λειτουργήσουν οι ψηφοφόροι όταν έρθει η κρίσιμη ώρα.

Μια σοβαρή παγίδα που κρύβει σε αυτές τις συνθήκες η απλή αναλογική είναι ότι, επειδή οι περισσότεροι – δικαίως – θεωρούν πως δεν θα αναδείξει κυβέρνηση, ενδέχεται να τη θεωρήσουν ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έκφραση μιας γενικής αποδοκιμασίας με αντιπολιτικά / απορριπτικά χαρακτηριστικά. Το ενδεχόμενο αυτό δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απίθανο, καθώς η πανδημία έχει και στη χώρα μας και πανευρωπαϊκά δημιουργήσει ένα υπόστρωμα ακραίου ανορθολογισμού, το οποίο ίσως αναζητήσει εκλογική έκφραση.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν στην Ελλάδα θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί ένα σενάριο μαζικής απορριπτικής και «χύμα» ψήφου, το οποίο ίσως να λειτουργήσει αποδομητικά για κάποιο ή κάποια από τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα.

Ο προβληματισμός δεν διατυπώνεται χάριν παιδιάς, αλλά επειδή στην προηγούμενη κρίση (χρεοκοπία), που επισημοποιήθηκε το 2010 με το πρώτο μνημόνιο, είδαμε τον Μάιο του 2012 το σύνολο του τότε δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ.) να κατακρημνίζεται στο 32%, τον ΣΥΡΙΖΑ να αναδεικνύεται αξιωματική αντιπολίτευση (16,78%) και τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή να εισβάλει στη Βουλή (6,97%).

Μόλις έναν μήνα μετά είδαμε τον νέο δικομματισμό (Ν.Δ. 29,66%, ΣΥΡΙΖΑ 26,89%) να παγιώνεται και δυόμισι χρόνια αργότερα, το 2015, τον ΣΥΡΙΖΑ να κερδίζει αλλεπάλληλες εκλογές και να κυβερνάει μαζί με τους ΑΝΕΛΛ μέχρι και τον Ιούλιο του 2019. Στις εκλογές εκείνης της χρονιάς ο νέος αυτός δικομματισμός «χτύπησε» τα υψηλότερα ποσοστά της δεκαετίας του 2010 με 71,38% (Ν.Δ. 39,85%, ΣΥΡΙΖΑ 31,53%).

Πολλοί τότε προφήτευσαν ότι ο δικομματισμός έχει επανέλθει – και μαζί του η πολιτική σταθερότητα –, ότι περάσαμε σε μια νέα πολιτική φάση διαρκούς οικονομικής ανάκαμψης, αλλά η πραγματικότητα (εξαιρώντας μάλιστα τη συνεχή αύξηση της τουρκικής επιθετικότητας, η οποία αποτελεί ένα τεράστιο αυτόνομο κεφάλαιο) είναι σκληρή:

1. Η οικονομία δεν έχει έρθει στα συγκαλά της και διαρκώς εξαρτάται περισσότερο από επισφαλείς παράγοντες, όπως ο τουρισμός. Οι επενδύσεις αφορούν σχεδόν μόνο τον τουρισμό, τμήματα του κράτους και δημοσίων υπηρεσιών που ιδιωτικοποιούνται.

2. Η πανδημία έχει επιφέρει ένα κόμη σκληρό χτύπημα στην οικονομία και η ακρίβεια στην ενέργεια και τα καταναλωτικά προϊόντα ενδέχεται να προκαλέσουν τσουνάμι δυσαρέσκειας.

Εάν, λοιπόν, προκύψει ένα σαρωτικό κύμα δυσαρέσκειας – είτε προς την κυβέρνηση είτε προς το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του – ποιος θα είναι ο ωφελημένος;

● Η Ν.Δ. θα καταφέρει να διατηρήσει το προβάδισμά της και να επιβεβαιώσει την καταγραφόμενη σήμερα κυριαρχία της;

● Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιτύχει την πολιτική ανατροπή που επιδιώκει;

● Το ΚΙΝΑΛΛ / ΠΑΣΟΚ θα ανατρέψει την κατάσταση στην Κεντροαριστερά παίρνοντας επιστροφές από τους δύο μεγάλους και κερδίζοντας νέο ρόλο στο πολιτικό σύστημα;

● Μήπως προκύψει ένα νέο πολιτικό «φρούτο», τέκνο του ανορθολογισμού, της οργής και της διάθεσης για «τιμωρία» του πολιτικού συστήματος;

Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, σε κλίμα «χαλαρότητας» και τιμωρητικής διάθεσης, λόγω της απλής αναλογικής να καταγραφούν αποτελέσματα που θα παραγάγουν νέα πολιτικά δεδομένα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, ακόμη και με τον νέο νόμο ενισχυμένης αναλογικής που ψήφισε η Ν.Δ., η αυτοδυναμία με μόλις 151 ψήφους απαιτεί (με πιθανό ποσοστό εκτός Βουλής 8%) το αρκετά υψηλό 38%.

Θα καταφέρει να το φτάσει ο νικητής των μεθεπόμενων εκλογών;

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail