Χριστούγεννα με ονειρικούς επισκέπτες να λένε ιστορίες με "παγανά"

Είδα ένα παράξενο όνειρο χθες βράδυ, Χριστουγεννιάτικα. Εφιαλτικό και υπέροχο μαζί. Είχα γυρίσει, λέει, στο παλαιικό σπίτι των παιδικών μου χρόνων, μόνο που δεν ήταν στη Μακεδονία, αλλά στην Αθήνα. Μια Αθήνα αγνώριστη, αγριωπή, που έμοιαζε να βουλιάζει στα μελανά χρώματα της νύχτας σαν σεισμόπληκτη.

Κρινιώ Καλογερίδου

Σπίτια, δέντρα, αυτοκίνητα, κτίρια, εκκλησίες είχαν βυθιστεί στο σκοτάδι και έκαναν την πρωτεύουσα να μοιάζει εξωπραγματική. Μια πολιτεία όπου τα μόνα που κινούνταν πάνω της ήταν οι σκιές των ανθρώπων, καθώς γλιστρούσαν στους δρόμους αθόρυβα, σιωπηλά.

Μπήκα στο σπίτι όλο αγωνία. Είχαμε καλεσμένους στο στρωμένο χριστουγεννιάτικο τραπέζι πάνω από το οποίο είχε απλωθεί ένα μελιχρό φως σαν έλεος, ίδιο και απαράλλαχτο με το φως της Σελήνης. Με το που πλησίασα, τους αναγνώρισα όλους και πισωπάτησα τρομαγμένη στη διαπίστωση ότι ήταν όλοι αγαπημένοι νεκροί.

Ο πατέρας και η μητέρα μου, ο ξάδελφός μου ο Χρήστος και ο συνονόματος θείος μου, η γιαγιά μου η Ρόζα, οι θείες μου Μαρία και Σοφία, η Διδώ Σωτηρίου με τον Αντώνη Σαμαράκη (όπως τους θυμόμουν απ' την τελευταία συνάντηση) και ο αγαπημένος ''Άγιος'' των ελληνικών γραμμάτων, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Έμεινα ενεή μπροστά στην αλλόκοτη μάζωξη που έμοιαζε με θλιβερό εκκλησίασμα σε καταφύγιο εν καιρώ πολέμου, όπου οι πάντες είχαν ειδοποιηθεί - λες - από μυστικά συνθήματα που χτυπούσαν εναγώνια δάχτυλα πάνω στα τοιχώματα της δικής τους προσωπικής ιστορίας.

Μόλις συνήλθα από τον μακάβριο αιφνιδιασμό, πλησίασα ασκαρδαμυκτί και κάθισα αθέατη ανάμεσά τους ακούγοντας με χαρά τις αφηγήσεις τους από χριστουγεννιάτικα έθιμα στις παλιές και νέες πατρίδες, οι οποίες κουβαλούσαν το άρωμα της ελληνικής παράδοσης και της καθ' ημάς Ανατολής.

Προσπαθώντας να ελέγξω το ποτάμι των αναμνήσεων που μου έφερναν δάκρυα στα μάτια, τα έκλεισα συγκινημένη. Όταν τα άνοιξα, άκουσα τον κυρ Αλέξανδρο δίπλα μου να προσεύχεται με βαθιά θρησκευτικότητα και ψαλτική φωνή σαν να ιερουργούσε:

- Ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου...

Οι καλεσμένοι κρέμασαν στον λαιμό τις πετσέτες του φαγητού ανταλλάσσοντας τις στερεότυπες ευχές των Χριστουγέννων. Οι πιατέλες με την γαλοπούλα και τον καβουρμά (τα ''χοιροσφάγια'' των αρχαίων Ελλήνων, που τα βάφτισαν οι Ρωμαίοι ''Σατουρνάλια'' και τα γιόρταζαν τελετουργικά προ τιμή του Κρόνου και της Δήμητρας κάθε 17-25 Δεκεμβρίου) μοσχοβολούσαν θεσπέσια, μόνο που δεν υπήρχε σερβίτσιο για μένα.

Έτσι περιοριζόμουν σε κλεφτές βούκες ψωμί με κομμάτια από κρέας και μεζέδες λογής λογής στα μικρά ζωγραφιστά πιάτα που κάλυπταν το κεντημένο με τα χέρια της μητέρας γιορτινό τραπεζομάντηλο.

Η συζήτηση είχε ανάψει, εντωμεταξύ, και πηγαινοερχόταν σε χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες νότες απ' την Πόλη στον Πόντο, το Αϊδίνι, τη Σκιάθο, την Πύλο και την Μακεδονία.

Τέτοιες μέρες του χρόνου, άκουγα να λένε, ανεβαίνουν στη γη απ' τον Κάτω Κόσμο οι Καλικάντζαροι (οι δαιμονικές Κήρες των αρχαίων, οι Πλανήταροι.των Ελληνοκυπρίων, οι λυκοκάντζαροι, τα παγανά, τα κακανθρωπίσματα, οι καλλιβρούσηδες, τα καλακάντζουρα, τα καρκατζούλια και οι εξαποδώ των Ελλαδιτών), όσο τα νερά είναι ''αβάφτιστα'' (μέχρι τη μέρα των Θεοφανείων) και οι νύχτες ''αλτές'' (γλυκές) σαν ζάχαρη άχνη στο κέικ των Χριστουγέννων.

Είναι δαιμόνιοι, μαλλιαροί, μαυριδεροί και κακάσχημοι, με πεταχτά δόντια και αυτιά, μακριές μύτες και διαβολικές ουρές. Κρατάνε μικρά τσεκούρια στα χέρια τους, για να πριονίσουν μ' αυτά και με τα δόντια τους το δέντρο της γης μέχρι να το γκρεμίσουν.

Όμως δεν το πετυχαίνουν, γιατί γεννιέται ο Χριστός και αφήνουν αναγκαστικά το πριόνισμα στη μέση. Γεμάτοι θυμό τότε ξεσπούν στους ανθρώπους, τα μαντριά, τις σοδειές και τα σπίτια τους, μέχρι να τους τρελάνουν. Αν προλάβουν βέβαια, πριν λαλήσει κατά το ξημέρωμα ο μαύρος ο πετεινός, οπότε εξαφανίζονται με κατάρες για τον ''μαύρο κόκοτα'' που τους έκανε χαλάστρα.

Στα χωριά έχουν μάθει από χρόνια τα κόλπα τους, γι' αυτό οι χωρικοί φροντίζουν τις χειμωνιάτικες νύχτες να κλείνονται από νωρίς στα σπίτια τους. Σε κάθε θόρυβο, μάλιστα, βγαίνουν και χτυπούν τα κουδούνια τους για να τρομάξουν τα παγανά, οι καλικάντζαροι και να φύγουν. Ύστερα μπαίνουν μέσα και ρίχνουν μπόλικα ξύλα στη φωτιά (μαζί με κουρέλια και παλιοπάπουτσα), για να μην κατεβούν απ' την καμινάδα.

Οι γυναίκες, πάλι, κρεμούν στις πόρτες και τα παράθυρα αρμαθιές από σκόρδα για να τα διώξουν με την μυρωδιά τους ή, για να τα γλυκάνουν, φτιάχνουν λουκουμάδες, τηγανίτες και λαλαγγίτες (''Σπάργανα της Παναγιάς'') το δωδεκαήμερο θέλοντας να τιμήσουν με τις τελευταίες την Παναγιά τη λεχώνα και όσες άλλες στη θέση της χρειάζονται περιποίηση και τροφή.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, όπως έλεγαν οι καλεσμένοι, η παρουσία τους πάνω στη γη είναι προσωρινή, αφού εξαφανίζονται ανήμερα των Θεοφανείων στα έγκατα της γης με μπροστάρη τον κουτσό και άγριο αρχηγό τους Μαντρακούκο και την παρέα του (τον Μαγάρα με την τεράστια κοιλιά που ''ψάχνει αφορμή για να μαγαρίσει τα φαγητά και τα γλυκά του κόσμου, τον αδύνατο και σουβλερό Κωλοβελόνη που περνά από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες και τον Κοψαχείλη με τα τεράστια δόντια που κρέμονται σαν σκεπάρνια από το στόμα του).

Εξαφανίζονται άπαντες. Εξαφανίζονται αυτοί που ήταν κάποτε άνθρωποι με κακιά μοίρα και μεταμορφώθηκαν σε δαιμόνια, έγιναν ''παγανά'', οι γνωστοί καλικάντζαροι των ελληνικών θρύλων και παραδόσεων οι οποίοι θα μας αποχαιρετήσουν και φέτος ανήμερα των Θεοφανείων φωνάζοντας εν χορώ την ώρα του αγιασμού των υδάτων:

-Φεύγετε να φεύγουμε

Έρχετ' ο ζουρλόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με την βρεχτούρα του.

Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας εκατέκαψε.


Χαμογελώ ασυναίσθητα ακούγοντας την κοντράλτα φωνή του Παπαδιαμάντη να διαβάζει στην ομήγυρη το θρυλικό ''Της κοκκώνας το σπίτι''. Κλείνω τα μάτια, για να απολαύσω μυστικά τη μαγεία του αφηγητή και του έργου.

Ύστερα παραδίνομαι σ' έναν γλυκό ύπνο που ζωντανεύει μπροστά μου τους ''σταχτοπόδηδες'', τους ''σταχτιάδες'' και τους ''κατουρλήδες'', την ώρα που περιπαίζουν και βρίζουν τους ανθρώπους ως τη στιγμή της φυγής τους.

Ξαφνικά με ξυπνάει ο γλυκόλαλος ήχος του ακορντεόν του πατέρα μου που συνοδεύει τα Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα των καλεσμένων. Η μητέρα κλείνει στο τέλος την χριστουγεννιάτικη μέθεξη με στίχους απ' την αρχαία Ειρεσιώνη, τα ''κάλαντα'' που ψάλλονταν από τους προγόνους μας με διαφορετικές αφορμές στη διάρκεια του έτους.

Τα ''κάλαντα'' που διασώζονται με την πληροφορία ότι τα τραγούδησε ο Όμηρος μαζί με μια ομάδα παιδιών από τη Σάμο, τα οποία τα έψαλλαν σε ιαμβικό 15/σύλλαβο στίχο έξω απ' τα σπίτια των επιφανέστερων πολιτών του νησιού τους:

- Στο σπίτι τούτο που 'ρθαμε

του πλουσιονοικοκύρη

ν' ανοίξουνε οι πόρτες του

να μπει ο πλούτος μέσα,

να μπει ο πλούτος κι η χαρά

κι η ποθητή ειρήνη

για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκέψη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Ο υιός του νοικοκύρη μας

να παντρευτεί μια ωραία

κι η κόρη με τα χέρια της να υφαίνει πανωραία*...

Μια παράξενη ζεστασιά ένιωσα να με τυλίγει, με το που άνοιξα τα μάτια μου για ''Καλημέρα''. Ζεστασιά παρηγορητική που την εκπέμπει η ελληνική παράδοση με το κύρος των πνευματικών αξιών της. Ζεστασιά που χρειάζεται ο καθένας μας, γιατί - έξω απ' αυτήν - θα νιώθει μόνος, ξένος, πεντάξενος, χαμένος στις μεγάλες αρτηρίες της πολύμορφης κρίσης...



ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ

*Κώστας Καραπατάκης: Το Δωδεκαήμερο

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail