Η Τουρκία διαδίδει το χάρτη του «Μεγάλου Τουράν» που εκτείνεται από τα Βαλκάνια μέχρι την Κίνα

Ένας προκλητικός χάρτης του τουρκόφωνου κόσμου δόθηκε στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν την περασμένη εβδομάδα από τον εταίρο του στον συνασπισμό και αρχηγό του Ακροδεξιού Εθνικιστικού Κινήματος (MHP), Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Ο χάρτης που παρουσίασε ο Μπαχτσελί έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον Ερντογάν, περιλαμβάνει όχι μόνο την Τουρκία, αλλά και μεγάλες περιοχές της νότιας Ρωσίας και της ανατολικής Σιβηρίας, τμήματα της Ελλάδας και άλλες περιοχές των Βαλκανίων, της Κεντρικής Ασίας, της επαρχίας Xinjiang της Κίνας, της Μογγολίας και του Ιράν. Ένα λεγόμενο «Μεγάλο Τουράν».

Paul Antonopoulos - southfront.org / Παρουσίαση Freepen.gr

Σημειώνεται ότι ο χάρτης δόθηκε στον Ερντογάν λίγες μόνο ημέρες μετά τη διεξαγωγή της όγδοης συνόδου κορυφής του Συμβουλίου Συνεργασίας των Τουρκόφωνων Κρατών, ευρύτερα γνωστό ως Τουρκικό Συμβούλιο. Στη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη συμμετείχαν οι πρόεδροι του Αζερμπαϊτζάν, του Καζακστάν, της Κιργιζίας, της Τουρκίας και του Ουζμπεκιστάν. Ο πρόεδρος του Τουρκμενιστάν και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας συμμετείχαν ως παρατηρητές. Στη σύνοδο κορυφής, ο Ερντογάν υποστήριξε σθεναρά την παντουρκική ενότητα καλώντας τα άλλα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν επίσημα την παράνομη αλλά de facto «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» και να ασκήσουν πίεση για ένα μεταφορικό διάδρομο που θα διασχίσει το αρμενικό έδαφος για να συνδέσει την Τουρκία με το Αζερμπαϊτζάν και την Κεντρική Ασία.

Στη συγκεκριμένη σύνοδο κορυφής, με την τουρκική λίρα να πέφτει σε νέα χαμηλά έναντι του δολαρίου ΗΠΑ κάθε λίγες μέρες και τον πληθωρισμό πλέον εκτός ελέγχου, χρησιμοποιήθηκε παντουρκιστική και τουρκική εθνικιστική ρητορική σε μια προσπάθεια να αποσπαστεί η προσοχή των Τούρκων πολιτών με ψευδαισθήσεις μεγαλείου εδαφικού επεκτατισμού σχετικά με την ψευδή μυθολογία της κοινής τουρκικής κληρονομιάς και πολιτισμού.

Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι ακόμη και οι ισχυρισμοί για κοινή κληρονομιά και καταγωγή μεταξύ του παντουρκικού κόσμου είναι ψευδείς. Πάρτε για παράδειγμα τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Ο ίδιος ήταν εξισλαμισμένος Αλβανός Εβραίος που υιοθέτησε έντονα την τουρκική ταυτότητα αφού εκδιώχθηκε από την πατρίδα του τη Μακεδονία μετά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13) και δημιούργησε μια «Τουρκία για τους Τούρκους» μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τουρκία για τους Τούρκους» σήμαινε τον αναγκαστικό εκτουρκισμό και εξισλαμισμό όλων των πολιτών ανεξάρτητα από το αν ήταν Κούρδοι, Έλληνες, Αρμένιοι ή οποιαδήποτε άλλη εθνότητα. Το υποπροϊόν αυτής της αναγκαστικής τουρκοποίησης γίνεται αισθητό σήμερα. Σκεφτείτε τον Μπαχτσελί, τον ακροδεξιό Τούρκο υπερεθνικιστή που αρνείται τη Γενοκτονία των Αρμενίων παρόλο που είναι τουρκοποιημένος Αρμένιος. Σε άλλο παράδειγμα, ο Ερντογάν έχει καταγωγή από ένα από τα λίγα εναπομείναντα χωριά στην αγροτική Τουρκία όπου τα ελληνικά είναι ακόμα η μητρική γλώσσα παρά τη γενοκτονία του 1913-1923 και όλοι οι κάτοικοι σήμερα ταυτίζονται ως Τούρκοι Μουσουλμάνοι. Ο Ερντογάν εξακολουθεί να αποκαλεί το πατρογονικό του χωριό με το παλιό ελληνικό του όνομα Ποταμιά (Χωριό του Ποταμού) αντί για το τουρκικό όνομα Güneysu. Ο Ερντογάν θρήνησε μάλιστα σε συνέντευξή του για το πώς ο πατέρας του αμφισβήτησε την τουρκικότητά του στον παππού του, με τον παππού του να απαντά «όταν πεθάνουμε και πάμε στον παράδεισο, θα μας ρωτήσουν ποιον Θεό πιστεύετε, ποιος είναι ο προφήτης σας και ποια είναι η θρησκεία σας. Δε θα μας ρωτήσουν για την εθνοτική μας καταγωγή».

Ο Ατατούρκ φοβόταν ότι η Ανατολία θα τεμαχιζόταν από την Ελλάδα, την Αρμενία, τους Κούρδους και τις Δυτικές Δυνάμεις, αλλά εδραίωσε την ενότητα μεταξύ των εκατομμυρίων μουσουλμάνων στην περιοχή ενσταλάσσοντας μια κοινή τουρκική ταυτότητα και είτε εξολοθρεύοντας τους χριστιανούς είτε εξαναγκάζοντας τον τουρκισμό και τον εξισλαμισμό στους επιζώντες, συνήθως γυναικόπαιδα. Οι Τούρκοι πολέμαρχοι που εισέβαλαν στην Ανατολία κατά τη Μεσαιωνική περίοδο και αργότερα έγιναν Οθωμανοί, ήταν μια ελίτ ανδρών πολεμιστών που αριθμούσε μόνο σε δεκάδες χιλιάδες αλλά κυβέρνησε εκατομμύρια υπηκόους, πολλούς που με τη βία ή με δική τους επιλογή υιοθέτησαν το Ισλάμ και τελικά Τούρκικη γλώσσα. Παρόλα αυτά, η σύγχρονη Δημοκρατία της Τουρκίας χτίστηκε στα θεμέλια του υπερεθνικιστικού πυρετού, κάτι που συνεχίζεται 98 χρόνια αργότερα και γίνεται ολοένα και πιο υπερβολικό καθώς η οικονομία της Τουρκίας πέφτει κατακόρυφα, μαζί με τη δημοτικότητα του Ερντογάν.

Η καρδιά του τουρκικού κόσμου στην Κεντρική Ασία και τη Σιβηρία δεν καταναλώνεται τόσο από υπερεθνικιστικές τάσεις λόγω της εκκοσμικευτικής και μετριαστικής επίδρασης της ρωσικής και σοβιετικής κυριαρχίας. Ωστόσο, η Άγκυρα εργάζεται εξαιρετικά σκληρά για να διαμορφώσει την περιφερειακή της τάξη, επιχειρώντας να εξαναγκάσει τα κράτη της Κεντρικής Ασίας σε υπερεθνικισμό, διεκδικώντας μια υποτιθέμενη κοινή κουλτούρα και καταγωγή, και όχι απλώς μια απλή γλωσσική σύνδεση που είναι αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας που δε διαφέρει από αυτήν γιατί πολλές χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής έχουν ως επίσημες γλώσσες τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα αγγλικά και τα πορτογαλικά σήμερα.

Ένας Τούρκος γραφειοκράτης που γνωρίζει το Τουρκικό Συμβούλιο είπε στο Al-Monitor πως το μπλοκ «αναδύθηκε στη βάση της κοινής κουλτούρας και της προοπτικής ενός κοινού μέλλοντος. Με τη θεσμοθέτηση του Τουρκικού Συμβουλίου, τα τουρκικά κράτη θα μπορούσαν να επιτύχουν τη δυνατότητα να υλοποιήσουν κοινά συμφέροντα, κάτι που, όπως λέει, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «πολιτική συνοχή». Είναι σαφές ότι η Άγκυρα έχει φιλοδοξίες για ένα είδος Τουρκίας που θα εκτείνεται από το Σινικό Τείχος της Κίνας μέχρι την Αδριατική Θάλασσα.

Η Τουρκία πίστευε πως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 θα μπορούσε εύκολα να κυριαρχήσει στην Κεντρική Ασία πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά. Ωστόσο, η Τουρκία δυσκολεύεται να σπάσει τη ρωσική και ακόμη και την κινεζική επιρροή στην περιοχή. Για το λόγο αυτό, η Άγκυρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, και μάλιστα κάποτε είχε εχθρικές σχέσεις με την Κίνα για υποτιθέμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ, την πατρίδα των Τούρκων Ουιγούρων. Η Τουρκία πιστεύει ότι εμπλέκοντας με αυτόν τον υπερεθνικιστικό τρόπο, μπορεί να σπάσει τη ρωσική και κινεζική επιρροή στην Κεντρική Ασία και να της επιτρέψει να αναδειχθεί ως η κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. 

Μένει να δούμε αν τα κράτη της Κεντρικής Ασίας θα ακολουθήσουν το δρόμο του υπερεθνικισμού που υποστηρίζεται από την Άγκυρα ή απλώς θα δουν το Τουρκικό Συμβούλιο ως ένα γλωσσικό μπλοκ που έχει οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη.

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail