Η τραγική κατάσταση της ελληνικής αγοράς εργασίας

Η ανεργία, τόσο η φανερή, όσο και η κρυφή, το χαμηλό ποσοστό του εργατικού δυναμικού στην απασχόληση, η μειωμένη παραγωγικότητα και οι χαμηλοί μισθοί, είναι «φυσιολογικά» σε μία χώρα που έχει εντελώς «αποβιομηχανισθεί», μετατρεπόμενη σε μία οικονομία φθηνών υπηρεσιών – σε ένα κράτος που «ευδοκιμούν» επαγγέλματα χαμηλής εξειδίκευσης, όπως στον τουρισμό, στην εστίαση, στα Σουπερμάρκετ, στις υπηρεσίες ασφάλειας (security), παράδοσης (delivery) κοκ., με τους Έλληνες να αντικαθίστανται συνεχώς και εύκολα από ανειδίκευτους, φθηνότερους μετανάστες. Εάν εδώ προσθέσουμε τη δεινή οικονομική θέση της Ελλάδας, με δημόσιο χρέος άνω των 387 δις €, με κόκκινο ιδιωτικό πάνω από 300 δις € εάν συμπεριληφθούν οι επιβαρύνσεις, με εξωτερικό πρόσφατα στα 525 δις $ κοκ., θα συνειδητοποιήσουμε πως η κατάσταση της είναι τραγική – ενώ δεν αλλάζει σίγουρα με το να ωραιοποιείται, με ψεύτικες στατιστικές και με κενές θριαμβολογίες, αλλά με πολύ δουλειά, καθώς επίσης με σχέδιο που δυστυχώς δεν φαίνεται να υπάρχει.

Από: analyst.gr - Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Επειδή ακούγεται πως μία από τις (δήθεν) επιτυχίες της κυβέρνησης είναι η μείωση της ανεργίας στο 13,9% πρόσφατα, θα ξεκινήσουμε από το ότι, ο συγκεκριμένος δείκτης θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στην απασχόληση (Labor Force Participation Rate) – με έναν δείκτη δηλαδή που μετράει τον αριθμό των ατόμων που αναζητούν ενεργά εργασία, καθώς επίσης αυτών που απασχολούνται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (εξαιρουμένων των πολιτών σε φυλακές, γηροκομεία ή ψυχιατρεία και των μελών του στρατού).

Ο δείκτης αυτός συμπεριλαμβάνει όλα τα άτομα σε ηλικία εργασίας – ενώ συγκρίνει το ποσοστό αυτών που εργάζονται ή αναζητούν εργασία εκτός σπιτιού, με εκείνα που ούτε εργάζονται, ούτε αναζητούν εργασία εκτός σπιτιού. Επειδή δε αφορά τα άτομα που ευρίσκονται μεν σε ηλικία εργασίας, αλλά έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση δουλειάς, ο παραπάνω δείκτης είναι αρκετά πιο αξιόπιστος από το ποσοστό ανεργίας που υποτιμάει την πραγματική ανεργία – αφού δεν λαμβάνει υπ’ όψιν όλους αυτούς που έχουν παραιτηθεί ακούσια από την αναζήτηση θέσεων εργασίας.

Περαιτέρω, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μπορεί να επηρεαστεί τόσο από βραχυπρόθεσμες, όσο και από μακροπρόθεσμες οικονομικές τάσεις – με σημαντικότερο όσον αφορά την τελευταία το ότι, η εκβιομηχάνιση μίας χώρας τείνει να αυξήσει τη συμμετοχή των εργαζομένων, ενώ η αποβιομηχάνιση προκαλεί το ακριβώς αντίθετο. Η αιτία είναι πως η εκβιομηχάνιση δημιουργεί ευκαιρίες απασχόλησης και μάλιστα ποιοτικής που προσελκύουν τους ανθρώπους να εργασθούν – οπότε αυξάνεται ο δείκτης.

Βραχυπρόθεσμα τώρα, οι οικονομικοί κύκλοι και τα ποσοστά ανεργίας επηρεάζουν συνήθως το ποσοστό συμμετοχής – όπου, κατά τη διάρκεια μίας οικονομικής ύφεσης, όπως αυτή που βιώνουμε στην Ελλάδα από το 2010 με ελάχιστες αναλαμπές, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μειώνεται συνεχώς. Εύλογα βέβαια, αφού πολλοί εργαζόμενοι που χάνουν τις δουλειές τους αποθαρρύνονται – με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν την αναζήτηση εργασίας.

Ένας άλλος παράγοντας είναι το δημογραφικό – όπου, όσο αυξάνεται ο αριθμός των μεγάλων ηλικιακών ομάδων που εισέρχονται σε ηλικία συνταξιοδότησης, τόσο μειώνεται το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στην απασχόληση. Τέλος, ένας ακόμη συντελεστής που αφορά τις νεότερες ηλικίες, από 18 έως 24, είναι η αύξηση της φοίτησης στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα – σημειώνοντας πως το μερίδιο των ατόμων σε ηλικία πρώτης εργασίας (25-54) κορυφώθηκε παγκοσμίως στο 72% το 1995, ενώ μειώθηκε στο 63,7% τα επόμενα 25 έτη. Σύμφωνα δε με την Παγκόσμια Τράπεζα, το παγκόσμιο ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στην απασχόληση διαμορφώθηκε στο 58,6% στα τέλη του 2020, από 62,7% στα τέλη του 2010.

Στην Ελλάδα τώρα, τον Αύγουστο του 2021 είχαμε τα εξής, όσον αφορά την αγορά εργασίας (πίνακας) – χωρίς να ξεχνάμε όμως πως τουλάχιστον 650.000 Έλληνες, κυρίως νέοι και υψηλού μορφωτικού επιπέδου, έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό την εποχή της κρίσης. Οι νέοι αυτοί πήραν μαζί τους κόστος εκπαίδευσης άνω των 100 δις €, με το οποίο «προίκισαν» τις χώρες υποδοχής τους – καθώς επίσης ένα ΑΕΠ της τάξης των 36,4 δις ετησίως, εάν υπολογίσουμε την παραγωγικότητα τους έστω στα 56.000 € το χρόνο.

Συγκριτικά με άλλες χώρες (γράφημα δεξιά), το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα ύψους 51,3% είναι εντελώς απογοητευτικό – πόσο μάλλον όταν και το ποσοστό ανεργίας των χωρών αυτών είναι πολύ χαμηλότερο, από ότι της Ελλάδας. Επομένως, η αγορά εργασίας στη χώρα μας βιώνει μία πολύ βαθιά κρίση που η κυβέρνηση προσπαθεί να ωραιοποιήσει, αντί να βελτιώσει – ενώ την ίδια στιγμή οι αμοιβές των Ελλήνων εργαζομένων είναι κυριολεκτικά καταστροφικές, ειδικά σε σύγκριση με το κόστος διαβίωσης τους.

Ακόμη χειρότερα, όσον αφορά το μερίδιο των ατόμων σε ηλικία πρώτης εργασίας (25-54), στην Ελλάδα την περίοδο 2007 έως 2020 υποχώρησε περισσότερο από 10 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με την IIF – με αποτέλεσμα να είναι η πρωταθλήτρια στον ευρωπαϊκό νότο, με δεύτερη την Ισπανία (-8,7 μονάδες) και τρίτη την Ιταλία (-7,3 μονάδες). Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών στην ίδια ηλικία (25-54) που στην ουσία στηρίζει το δείκτη, χωρίς όμως να αντισταθμίσει τελικά τη μείωση του, τεκμηριώνει την κατάρρευση του – ένα τεράστιο πρόβλημα που αντί να το αντιμετωπίσει η κυβέρνηση μας, το κρύβει κάτω από το χαλί, όπως τόσα πολλά άλλα.

Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι βέβαια η παραγωγικότητα των εργαζομένων, χωρίς την άνοδο της οποίας δεν είναι εφικτό να αυξηθούν οι μισθοί – αφού διαφορετικά θα χανόταν εντελώς η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων που έτσι και αλλιώς ευρίσκεται στο ναδίρ, λόγω πολλών άλλων παραγόντων (αδυναμία χρηματοδότησης από τις τράπεζες, υψηλές προμήθειες και τόκοι, χαμηλές επενδύσεις παγίου εξοπλισμού, πολύ ακριβό ενεργειακό κόστος, πανάκριβες τηλεπικοινωνίες κοκ.).

Εν προκειμένω, ο ετήσιος κύκλος εργασιών στις επιχειρήσεις που απασχολούν έως 9 εργαζόμενους είναι σχεδόν ο μικρότερος στην ΕΕ – με 56.000 € ανά εργαζόμενο, όταν στην Κύπρο είναι 84.500 €, στην Ισπανία 90.000 €, στην Ιταλία 105.000 € και στην Ιρλανδία 312.000 €. Επομένως η παραγωγικότητα τους είναι απελπιστική, γεγονός που σημαίνει πως πρόκειται για «ζόμπι» – μεταξύ άλλων επειδή δεν είναι ανταγωνιστικές συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη και δεν μπορούν να πληρώσουν σωστούς μισθούς.

Εάν βέβαια αυξανόταν η παραγωγικότητα των εργαζομένων τους, θα χάνονταν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας – με δεδομένο το ότι απασχολούν περί τα 1.130.000 άτομα (γράφημα). Το γεγονός όμως αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως εκτός από την υψηλή ανεργία στην Ελλάδα και τη χαμηλή συμμετοχή του εργατικού δυναμικού στην απασχόληση, υπάρχει μία ακόμη απειλή: η κρυφή ανεργία.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω είναι «φυσιολογικά» σε μία χώρα που έχει εντελώς «αποβιομηχανισθεί», μετατρεπόμενη σε μία οικονομία φθηνών υπηρεσιών – σε ένα κράτος που «ευδοκιμούν» επαγγέλματα χαμηλής εξειδίκευσης, όπως στον τουρισμό, στην εστίαση, στα Σουπερμάρκετ, στις υπηρεσίες ασφάλειας (security), παράδοσης (delivery) κοκ., με τους Έλληνες να αντικαθίστανται συνεχώς και εύκολα από ανειδίκευτους φθηνότερους μετανάστες.

Εάν εδώ προσθέσουμε τη δεινή οικονομική θέση της Ελλάδας, με δημόσια χρέος άνω των 387 δις €, με κόκκινο ιδιωτικό πάνω από 300 δις € εάν συμπεριληφθούν οι επιβαρύνσεις, με εξωτερικό πρόσφατα στα 525 δις $ κοκ., θα συνειδητοποιήσουμε πως η κατάσταση της Ελλάδας είναι τραγική – ενώ δεν αλλάζει σίγουρα με το να ωραιοποιείται, με ψεύτικες στατιστικές και με κενές θριαμβολογίες, αλλά με πολύ δουλειά, καθώς επίσης με σχέδιο που δυστυχώς δεν φαίνεται να υπάρχει.

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail