Επέτειος 28ης Οκτωβρίου: Το ημερολόγιο ενός ασυρματιστή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Πώς από την Μυρίκη Ευρυτανίας ο επίστρατος Ιωάννης Λέρης (1916-1995), έφτασε στο θρυλικό Ύψωμα 731 - Κατέγραψε μέρα προς μέρα την πορεία του στο μέτωπο και τα πολεμικά γεγονότα


Από: protothema.gr / Παναγιώτης Σαββίδης

Από την Μυρίκη Ευρυτανίας, ασυρματιστής στο ελληνοϊταλικό μέτωπο και μάρτυρας όσων συνέβησαν στο θρυλικό Ύψωμα 731 τον Μάρτιο του 1941 κατά την περιβόητη «Πριμαβέρα» των Ιταλών.

Ο επίστρατος ο Ιωάννης Λέρης (1916-1995), κατέγραψε μέρα προς μέρα τα πολεμικά γεγονότα, με σύντομες αναφορές γραμμένες σε μικρές σελίδες, τις οποίες κουβαλούσε πάνω του έως το τέλος του πολέμου. Αργότερα τα καθαρόγραψε σ’ ένα τετράδιο, που το κατέληξε μ’ αφιέρωση στα χέρια του συνονόματου εγγόνου του.

Το 2010 το «Ημερολόγιον Μετώπου» του Ιωάννη Λέρη, που είχε υπηρετήσει το 1937 τη θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών Θεσσαλονίκης μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη, εκδόθηκε με πρωτοβουλία των παιδιών. Οι περιγραφές είναι λιτές και χωρίς υπερβολές, από την πρώτη μέρα του πολέμου έως το τέλος τον Απρίλιο του 1941, οπότε και ο Χίτλερ κινήθηκε προς τα νότια Βαλκάνια για να διασώσει το γόητρο του συμμάχου του Μουσολίνι, που είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τις ελληνικές νίκες΄.

«Είναι ένα κείμενο “ήρεμο” που από κάτω του κρύβει, μια τεράστια ψυχική δύναμη και μια απέραντη αγάπη για την πατρίδα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι και διαφορετικό, αφού γράφτηκε από έναν πατριώτη που πήγε στο Μέτωπο, πολέμησε και γύρισε στο χωριό του για να συνεχίσει τη ζωή του απλά, χωρίς να ζητήσει ποτέ τίποτα, όπως όλοι οι “Άγνωστοι στρατιώτες” των πολέμων μας» αναφέρει ο πρόλογος της έκδοσης.

Κήρυξη Πολέμου πορεία προς το μέτωπο


Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου βρίσκει τον 25χρονο τότε Λέρη στο χωριό του. Στις 28.10.1940 ξεκινάει και την καταγραφή στο ημερολόγιό του: «Στη Μυρίκη όλοι σπέρνουν τα χωράφια τους. Ασυνήθεις πτήσεις αεροπλάνων, το μεσημέρι η καμπάνα του χωριού χτυπά αδιάκοπα, η είδηση μεταδίδεται σαν ηλεκτρισμός, έχουμε πόλεμο. Το βράδυ εμείς οι Επίστρατοι συγκεντρωνόμαστε και ετοιμάζουμε τα μπαγκάζια μας» γράφει.

leris2


Από την Λάρισα, όπου παρουσιάζεται μ’ άλλους συμπατριώτες τους, ξεκινούν για το φλεγόμενο μέτωπο. Στις 12/11/1940 φτάνουν στην Καστοριά και δέκα μέρες μετά στο χωριό Χιονάδες Ιωαννίνων, το «τελευταίο ελληνικό χωριό» όπως σημειώνει. Πλέον ο Λέρης και οι συνάδελφοί του αναλαμβάνουν υπηρεσίες σύμφωνα με την αποστολή τους. Στις 26/11/1940 έρχεται αντιμέτωπος μ’ εχθρικά βομβαρδιστικά, τα οποία αποκαλεί «γουρούνες». Γράφει: «Πρωί πρωί φεύγω για Μπόροβα για τρόφιμα, πριν φτάσω στο χωριό, να σου τρεις γουρούνες (αεροπλάνα), πιάνω ένα χαντάκι και μόλις φτάνουν απάνω μου τις αφήνουν (βόμβες). Σφυρίζουν δαιμονισμένα, εγώ εν τω μεταξύ έχω γίνει ένα με το χώμα. Ευτυχώς πέφτουν 500 μέτρα μπροστά, μετά φεύγω τροχάδην πίσω». Και δεν ήταν η μοναδικός αεροπορικός βομβαρδισμός που είδε τον θάνατο κατάματα. Στις 3/12/1940 σημειώνει: «Φεύγουμε πρωί περνάμε τη Μεσίτσκα, στο Κουρτέσι φθάνομε μεσημέρι. Κατάκοποι με τον Γιώργη καθίσαμε έξω από έναν αχυρώνα φάγαμε λίγο, πέσαμε για ύπνο μέσα στον Αχυρώνα. Ακούμε ένα αλλόκοτο βουητό, μας βομβάρδισαν. Μια βόμβα πέφτει κοντά μας 4-5 μέτρα, το καλύβι μας χόρευε, εσώθημεν εκ θαύματος. Το βράδυ πάμε πιο πέρα στο λόχο. Το χωριό έχει γίνει σαλάτα, νεκροί 6 Αλβανοί, τρεις τραυματίες συνάδελφοι ο Λοχίας ο Βούλγαρης, ο Κερμελής βαρέως και ο Αδρ. Μαλιβίτσος».

Πείνα, Κρύο, Ψείρες: Το τρίπτυχο της ταλαιπωρίας

Ο Λέρης και οι συνάδελφοί του δεν έπρεπε να προστατεύσουν τους εαυτούς τους μόνο από τους βομβαρδισμούς και τα πυρά των Ιταλών, αλλά να επιβιώσουν πεινασμένοι για μέρες, μέσα στο έντονο κρύο των ημερών και την φαγούρα από τις αμείλικτες… ψείρες.

Το δύσβατο των σημείων και τα χτυπήματα των Ιταλών δημιουργούσαν συχνά προβλήματα στον τακτικό ανεφοδιασμό των μονάδων, μ’ αποτέλεσμα οι στρατιώτες να προσπαθούν να ξεγελάσουν την πείνα τους με οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους. Στις 9 και 10/12/1940 σημειώνει φανερά απελπισμένος: «Βρέχει συνέχεια. Ψωμί μόλις 50 δράμια έχω. Το πήρα για καφέ, και το βράδυ κοιμήθηκα νηστικός (…) Το πρωί η κοιλιά διαμαρτύρεται, ο Λόχος μας χορηγεί λίγο κρέας, νερόβραστο άνευ άλατος, κονσέρβας. Το βραδάκι τα μεταγωγικά μας δεν φαίνονται. Οικονομάω μια φούχτα φασόλια και τα βράζω κι έτσι ξεγέλασα το στομάχι μου και κοιμήθηκα».

leris3

Ο Δεκέμβριος του 1940 ήταν ο πλέον ψυχρότερος μήνας του χειμώνα 1940-1941. Στο ημερολόγιό του ο Λέρης καταγράφει ρεαλιστικά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που δημιουργούσε η έντονη κακοκαιρία, που όχι μόνο δεν τους άφηνε να κοιμηθούν, αλλά εξαιτίας πολλοί Έλληνεςς στρατιώτες άφησαν την τελευταία τους πονή στις χιονοσκέπαστες και ανεμοδαρμένες πλαγιές του μετώπου.

«Πρωί, χιονίζει συνεχώς, μας διατάξαν να εγκαταστήσω έναν ασύρματον οπλικόν στο ύψωμα επάνω από το χωριό, με τον Γιώργη Ανανία. Στις 5 μ.μ. φθάνομε στο ύψωμα, καθαρίζουμε το χιόνι και στήνουμε σκηνή. Μόλις προλάβαμε και μπήκαμε μέσα, μας έπιασε χιονοθύελλα τρομερά. Σε λίγο το αντίσκηνο χώθηκε στο χιόνι, αν σπάσουν οι ορθοστάτες αλλοίμονο, προσπαθούμε να κοιμηθούμε, αλλά είναι αδύνατον από το κρύο» (12/12/1940) «Το κρύο δεν υποφέρεται, πολλοί τη νύκτα έχουν πεθάνει από ψύξιν, το καθημερινό ψωμί δεν υπερβαίνει τα 100 δράμια και φαγητό τίποτα σχεδόν, πράγμα που μας έκανε να εξαντληθούμε, ευτυχώς έχουμε την καλύβα, και έχουμε προστασία» (17/12/1940).

Το τρίπτυχο της ταλαιπωρίας, εκτός από τις επιθέσεις του εχθρού, συμπλήρωναν οι ψείρες, που είχαν εξελιχθεί σε μάστιγα για όλο το στράτευμα. «Σήμερα έχω μιαν πρώτην επίσκεψιν από ψείρες, δεν με αφήνουν να ησυχάσω, τρέχω σαν τρελός να τα ζεματίσω (τα ρούχα) με χίλια βάσανα, αλλά το κακό έχει γίνει, έχουν γεμίσει όλα τα υπάρχοντά μου» γράφει στις 19-20/12/1940 λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα στο μέτωπο, που θα σίγουρα θα έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη του για το υπόλοιπο της ζωής του. Χριστούγεννα φρίκης, πείνας αλλά και ελπίδας: «Πρωί, ακούμε στο ράδιο την λειτουργία απ’ την Μητρόπολη Αθηνών και συγχρόνως και το κανόνι στην απέναντι πλαγιά. Μεσημέρι, πεινούμε τρομερά, Χριστούγεννα, φέρνομε στο νου μας τα φαγητά που έχει ο καθένας στο σπίτι του άλλες φορές τα Χριστούγεννα. Το απόγευμα φεύγουμε για το Ραμπάνι. Πορεία 1 1⁄2 ώρα υπό βροχήν και λάσπη έως το γόνατο. Στο δρόμο βλέπω δύο φαντάρους που βγάζουν τα εντόσθια από ένα άλογο ψόφιο, φρικτό πράγμα. Το Ραμπάνι έχει 10 παλιόσπιτα, στρατός πάρα πολύς, μόλις κατορθώνουμε να πιάσομε ένα υπόστεγο, ύπνο καθόλου» σημειώνει.

Ελληνικές αντεπιθέσεις και νίκες


Οι ελληνικές αντεπιθέσεις πληθαίνουν τις πρώτες μέρες του 1941 και οι περιγραφές του Λέρη είναι γλαφυρές και ενθουσιώδεις: «Πριν ακόμη ξημερώσει μας ξυπνούν συνεχείς ομοβροντίες του πυροβολικού μας, σήμερα έχουμε επίθεση. Στις 8 π.μ. κατελήφθη το πρώτο ύψωμα, η Ιταλική αεροπορία έχει φρενιάσει, οι Ιταλοί έχουν πάθει νίλα στην Κλεισούρα» (8/1/1941) «Από το πρωί περνούν καραβάνια αιχμάλωτοι από Κλεισούρα που έχει καταληφθεί. Στις 2 μ.μ. φεύγουμε για το Μπένιο. Πολύ λάσπη, βροχή, χάλια, μας πέφτουν και ζώα στη λάσπη. Περνούμε το Φράτταρι βαλτώνει η διαδρομή είναι μαρτύριο. Περνούμε το Μπένιο τα μεσάνυχτα σχεδόν, φτάνουμε στο Μαρτένι, βρέχει συνεχώς, ευτυχώς βρέθηκε ένα δωμάτιο και για μας. Ανάψαμε φωτιά στεγνώσαμε λίγο, έχω και παρέα έναν Ιταλό τραυματία αιχμάλωτο» (9/1/1941).

O Ιανουάριος του 1941 βγαίνει με συνεχείς μετασταθμεύσεις κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, με τις ίδιες πάντα δυσκολίες. Από το Μπαλαμπάνι σημειώνει: «Ξυπνώ πολύ πρωί, δεν με αφήνουν τα ζωύφια να ησυχάσω. Τα πουλιά (αεροπλάνα) σήμερα είναι 20, έρχονται και βομβαρδίζουν. Πήγε κι ένα σμήνος δικό μας, τους έριξε μερικά κουφέτα για αντίποινα» (28/1/1941). «Τ’ αεροπλάνα σήμερα το παράκαναν, καιρός πολύ καλός, μας έχουν σπάσει τα νεύρα κυριολεκτικώς, κάθε 5 λεπτά και βομβαρδισμός». (30/1/1941).

Οι εχθρικοί βομβαρδισμοί πλέον δεν τους φοβίζουν αφού -όπως γράφει στις 3/2/1941- «Έχουμε εξοικειωθεί τώρα δε μας νοιάζει και το ρίξαμε έξω». Παρ΄ όλα αυτά ο πόλεμος συνεχίζεται σκληρός και αδυσώπητος. Πέμπτη 13/2/1941 επίθεση στην θρυλική Τρεμπεσίνα με νίκη των ελληνικών όπλων: «Το πρωί στην Τρεμπεσίνα έγινε εξόρμηση των ημετέρων, ένα σμήνος αεροπλάνων μας πήγε πρωί πρωί να καλημερίσει τους φρατέλους. Ώρα 8 π.μ. παίρνω συσσίτιον και βουρ για το παρατηρητήριόν μου με τον Αγγελόπουλο. Ώρα 10 οι δικοί μας έχουν γείρει στην Τρεμπεσίνα στο όπισθεν μέρος, σαν αντιλαλιές ακούεται τώρα το κελάδισμα των πολυβόλων. Το απόγευμα πάλι τ’ αεροπλάνα μας, πήγαν μια βόλτα και ρίξαν “κουφέτα”. Κόντευε να νυχτώσει, όταν δύο ελαφρά βομβαρδιστικά μας περνούσαν δια του δεξιού άκρου της Τρεμπεσίνας, να σου και ξεπετάγεται ένα καταδιωκτικόν εχθρικόν από τα σύννεφα και αρχίζει το ένα με το μυδραλιοβόλο. Σε λίγο το δικό μας αρχίζει να ταλαντεύεται, ευτυχώς οι δύο επισμηναγοί που ήσαν πλήρωμα, κατόρθωσαν να το προσγειώσουν αρτιμελώς και να σωθούν. Το βράδυ μάθαμε τα αποτελέσματα, πλήρης επιτυχία του Στρατού μας, στο αριστερόν σκέλος».

«Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών

O Μάρτιος «μας υποδέχεται με καλήν ημεραν» γράφει την 1/3/1941, συμπληρώνοντας: «Πρωί, 15 αεροπλάνα μας, τους έπιασαν στον ύπνο τους φρατέλους. Τελευταία δεν μας παραενοχλούν οι Ιταλοί με τα αεροπλάνα, άγνωστον γιατί, ίσως κάτι μας επιφυλάσσουν». Όντως οι Ιταλοί προετοίμαζαν την περιβόητη «Επιχείρηση Πριμαβέρα», προκειμένου ν΄ ανατρέψουν την μέχρι τότε σε βάρος τους έκβαση του πολέμου.

Η εαρινή επίθεση των Ιταλών, έλαβε μέρος -υπό την προσωπική εποπτεία του Μουσολίνι το διάστημα 9-25/3/1941, σ’ όλο το μήκος του ελληνοϊταλικού μετώπου και έληξε με πλήρη αποτυχία για την φασιστική Ρώμη. Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 6:30' το πρωί της 9/3/1941 με βολές πυροβολικού και εναέριους βομβαρδισμούς, κυρίως εναντίον του τομέα της 1ης Ελληνικής Μεραρχίας μεταξύ Τρεμπεσίνας και Μπούμπεσι. Η πυκνότητα των πυρών ήταν ιδιαίτερα μεγάλη κατά των υψωμάτων 717 και 731. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επιθέσεις με τμήματα πεζικού χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

Ξεκινώντας από τις 9/3/1941ο Λέρης περιγράφει στο ημερολόγιό του, τις επικές στιγμές της μάχης στο θρυλικό Ύψωμα 731 :

9/3/1941: «Ώρα 7 π.μ. μας ξυπνά το εχθρικό πυροβολικό, ρίχνει συνεχώς μέσα στο χωριό, 3 οβίδες πέφτουν γύρω στο σπίτι σε απόσταση 10 μέτρων. Τα απέναντι υψώματα Καμαράτε και 731 καίγονται κυριολεκτικώς. Πρέπει να είναι κανείς από σίδερο για να ζήσει εκεί επάνω. Ύστερα από μια ώρα αρχίζει η μάχη. Το 731 το υπερασπίζονται δύο τάγματα του 51ου Συντάγματος, αδύνατον να περιγραφεί τι έγινε εκείνη την ημέρα. Ένα υψωματάκι, το 717, μας το πήραν και το ξαναπήραμε τρεις φορές, τα αεροπλάνα δεν προλαβαίνουμε να τα μετρούμε. Οι Ιταλοί μας κάνουν μεγάλην αντεπίθεσιν από καιρό παρασκευασμένη».

10/3/1941: «Πρωί, αρχίζει πάλι η αντεπίθεση, οι δικοί μας τους τσακίζουν. Το Σπι-Καμαράτε και η Τρεμπεσίνα ανεσκάφησαν κυριολεκτικώς, τ’ αεροπλάνα τους μας ρίχνουν βόμβες με την ψυχή τους. Μεσημέρι η αντεπίθεσης απεκρούσθη, το απόγευμα πάλι τα ίδια, ο Μουσολίνι έβαλε πείσμα να μας πάρει το ύψωμα. Είναι και ο ίδιος εδώ, μάθαμε. Το ύψωμα 731 είναι το ευπαθέστερο σημείο, όπου περνά και ο δημόσιος δρόμος Βερατίου – Κλεισούρας και θέλουν να το πάρουν οι Ιταλοί για να μπουν στην κοιλάδα της Κλεισούρας με τα μηχανοκίνητα. Η μάχη συνεχίζεται έως τη νύχτα, απεκρούσθηκαν όλες οι αντεπιθέσεις του εχθρού. Απώλειες πάρα πολλές. Η μάχη αυτή θα μείνει ιστορική. Το πυροβολικό μας και ιδίως μια πυροβολαρχία, η V Λάρισας, έκανε θραύση. Έριξε χθες και σήμερα αμέτρητα βλήματα και κάθε ένα που έριχνε δεν πήγαινε χαμένο».

11/3/1941: «Πρωί, αρχίζει αντεπίθεσις του εχθρού, ομίχλη, δε βλέπεις ούτε σε 100 μέτρα. Μια φάλαγγα Μελανοχίτωνες κατορθώνει και μπαίνει από μια χαράδρα και έρχεται πίσω από τις γραμμές μας εις απόστασιν 2 χιλιομέτρων. Αφού μας έφθασαν 500 μέτρα μπροστά στα πυροβόλα, μας διατάσσουν να φορέσουμε όπλα μπαλάσκες, ήρθε η ώρα που θα αποδείξουμε κι εμείς την αξία μας. Οι πυροβοληταί αφήνουν τα κανόνια και τους κυκλώνουν, επίσης μερικοί μεταγωγικοί, μάγειροι και άλλοι ετοιμάζονται. Φθάνει και ένας Λόχος πεζικού, τους πιάνουν όλους τους Φίλους μας και σε λίγο μας έρχονται αιχμάλωτοι οι γενναίοι των Μελανοχιτώνων. Εκεί, ψείρισμα γενναίο, ανάκρισις και δρόμο. Οι Ιταλοί, παρ’ όλες τις απώλειες, επιμένουν, το απόγευμα κάνουν επίθεση στην Τρεμπεσίνα. Κάηκε το σύμπαν, αλλά σπάσαν τα μούτρα τους. Ο Διοικητής μας Συνταγ/ρχης Θ. Κετσέας ονόμασε την περιοχήν Σπι-Καμαράτε ως άλλον Βενρτέν. Το βράδυ μας ρίξανε 50 οβίδες στο χωριό, ευτυχώς το σπίτι μας είναι σώον».

14/3/1941: «Πάλι ο Μουσουλίνι επιμένει, έχουν σπάσει τα νεύρα μας, μας βάζει το πυροβολικό συνέχεια. Προς το μέρος της Κλεισούρας γίνεται αερομαχία. Για μια στιγμή είδαμε κάτι σαν φωτοβολίδα, μετά άρχισε να μεγαλώνει, ήταν αεροπόρος με αλεξίπτωτο ο οποίος ερχόταν προς το μέρος μας. Αρπάξαμε όλοι τα όπλα μας και τρέξαμε προς το μέρος που έπεφτε. Μόλις τον πλησιάσαμε φώναξε Εγγλέζος. Τον πήραμε, είχε χτυπήσει λίγο, τον επήγαμε στο λόχο, ανεκρίθη και μετά έφυγε δι’ αυτοκινήτου δι’ Ιωάννινα».

16-17/3/1941: «Επιτέλους οι φρατέλοι παραιτήθησαν, είδαν ότι δεν γίνεται πράξη. Ησυχία νεκρική σαν να μην γίνεται πόλεμος. Ήρθε η διαταγή να φύγουμε για την 15ην Μεραρχία»

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα στις 6/4/1941 και η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στη συνέχεια, θα σημάνει την αρχή του τέλους του Έπους του 1940-1941 στα βορειοηπειρωτικά βουνά. «Η Γερμανία μας εκήρυξε τον πόλεμο, δε μας έκανε αίσθησιν αυτό, το είχαμε υπ’ όψιν» σημειώνει στις 7/4/1941.

Συνθηκολόγηση και οπισθοχώρηση

Στις 17/4/1941 ξεκίνησε η πορεία της υποχώρησης και της επιστροφής στην Ελλάδα, κάτω από δύσκολες συνθήκες και με το φόβο βομβαρδισμών από την γερμανική αεροπορία αλλά και αντιποίνων των ιταλικών δυνάμεων. Μετά την αυθαίρετη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου, οι Έλληνες στρατιώτες παίρνουν το δρόμο της επιστροφής για τους τόπους καταγωγής τους. Πάσχα 1941: «Ώρα 2 μ.μ. ακούμε πυροβολισμούς, ξαφνιαστήκαμε μήπως μας πήραν αλλά κάπα οι Ιταλοί, αλλά τα όπλα πάλι εσίγησαν. Ασφαλώς η αρβύλα θα έβγαζε κανένα ανακοινωθέν. Το πρωί, μας συγκεντρώνει ο Λοχαγός Διαβιβάσεων και μας λέγει ότι η Στρατιά της Ηπείρου, δηλαδή εμείς, συνθηκολόγησε με πολύ καλούς όρους. Δηλαδή να αποστρατευθούμε μέσα σε 10 ημέρες, οι δε Ιταλοί θα μείνουν στα σύνορα και τα υλικά μας, θα κλειδωθούν κτλ κτλ. Όλοι είμεθα τρελοί από τη χαρά μας, που σε λίγο θα γυρίζαμε στα σπίτια μας επί τέλους. Τα μέτρα καλύψεως και προφυλάξεως παραμελήθησαν, εν τέλει έπαψαν το καλυφθείτε!!! Επιτέλους. Για κακή μας τύχη, πάλι να μερικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν πολύ κοντά μας. Η απογοήτευσις ήτοι καταφανής, δεν ξέραμε τι γίνεται. Το βραδάκι πέρασε μια τεθωρακισμένη γερμανική Μεραρχία και έστησε τη Γερμανική σημαία στα παλιά μας σύνορα. Για το βομβαρδισμό, μας πληροφορούν, ότι μετά την ανακωχήν είχαν το δικαίωμα οι Ιταλοί να κάνουν ό,τι θέλουν επί 24 ώρες».

Η αυτοκτονία…

Την πλέον συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει ο Λέρης στο ημερολόγιό του κατά την οπισθοχώρηση, είναι η αυτοκτονία ενός λοχαγού στα Ιωάννινα που δεν άντεξε «την κατάντια μας», όπως γράφει χαρακτηριστικά. Τετάρτη 23/4/1941: «Από το βράδυ δεν κλείσαμε μάτι, στις 11 ½ φεύγουμε επειγόντως δι’ Ιωάνννινα. Στο Καλπάκι μαθαίνουμε, πρόκειται να βγουν οι Ιταλοί να μας κόψουν πίσω, έτσι βαδίζουμε τροχάδην. Πρωί φθάνουμε έξω από τα Ιωάννινα και πέφτουμε αναίσθητοι στον ύπνο επί τρίωρον. Φεύγουμε μεσημέρι, στα Ρενιανά τρομερή αναστάτωση, προ διημέρου, οι Γερμανοί τα είχαν κάνει σκόνη με τ’ αεροπλάνα. Πηγαίνοντας στ’ αεροδρόμιο να παραδώσουμε το υλικό, βλέπουμε χιλιάδες κανόνια, αυτοκίνητα, ασύρματοι κ.τλ. μέσα σε μια λάκα. Τ’ αφήνει ο καθένας και φεύγει. Ένας Λοχαγός του Πυροβολικού, μαζεύει τους άνδρες του, τους μιλεί και μετά αυτοκτονεί μπρος στην κατάντια μας. Το βράδυ, νύχτα, φθάνομε στο Αυγό και συναντάμε τους υπόλοιπους του Λόχου μας, πεθαμένοι από κούραση».

Η επιστροφή στο Αγρίνιο

Στις 24/4/1941: «Μας εδόθη προφορική εντολή από το Λόχο Στρατηγείου της 15ης Μεραρχίας, ο καθένας μας να φύγει για τον τόπο του», όπως γράφει, μ’ αποτέλεσμα να πάρει τον δρόμο της επιστροφής για τον Σχίνο Αιτωλοακαρνανίας, όπου διαχείμαζε η οικογένειά του άλλους κτηνοτρόφους από την ορεινή Ευρυτανία. Συγκινητική ήταν η στιγμή στον Σχίνο, όταν η μάνα του δεν τον αναγνώρισε, επειδή είχε : «αφήσει μουστάκι σαν τον Αθανάσιο Διάκο». 27/4/1941 Κυριακή του Θωμά. Γράφει στην τελευταία σελίδα του ημερολογίου του : «Πρωί φεύγουμε για Αγρίνιο πλέον, παρέα με τους Γερμανούς. Στην άκρη του Αγρινίου, στον Άγιο Κωνσταντίνο, βρήκαμε το Θεόδωρο Καρρά και το Νικόλαο Ε. Καρρά. Το απόγευμα φθάσαμε στο Σχοίνο, το τέρμα της Οδύσσειας της Αλβανίας, παρέα με τον Πέτρο Καρανίκα. Όταν φτάσαμε στο Σχοίνο, μας υποδέχτηκαν στην άκρη του χωριού. Παρούσα και η μάνα μου, η οποία δε με γνώρισε από την ταραχή της. Αφού μας χαιρέτησε, μας ρώτησε πού είναι ο Γιάννης, με νόμισε για ξένον, είχα αφήσει μουστάκι σαν τον Αθανάσιο Διάκο και επειδή δεν είχα ποτέ μουστάκι δε με γνώρισε. Στο Σχοίνο καθίσαμε δύο μέρες, ξεψειριαστήκαμε, φάγαμε και μετά έφυγε ο Πέτρος για Καρπενήσι, μέσω Αβώρανης – Καινούργιο – Προυσού».

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail