Η απελευθέρωση της Τριπολιτσάς και ο «Υμνος εις την Ελευθερίαν»

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, απελευθερώνεται η Τριπολιτσά από τους Τούρκους. Η πολιτική και στρατιωτική σημασία της απελευθέρωσης είναι εξαιρετικά σημαντική για την Επανάσταση. Την πολιορκία και το τι ακολούθησε  μέσα στην Τριπολιτσά, περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός στον "Ύμνο εις την Ελευθερίαν".  

Του Βαγγέλη Χωραφά

Ο «Ύμνος εις  την Ελευθερίαν» αποτελεί μία ποιητική σύνθεση του Διονύσιου Σολωμού, στην οποία η Ελευθερία ταυτίζεται με την Ελλάδα. Είναι η Ελευθερία-Ελλάδα που με το σπαθί στο χέρι, έχει ξαναβρεί την παλιά της αξιοπρέπεια. Δεν είναι πλέον «πικραμένη, εντροπαλή».

Η Ελευθερία-Ελλάδα, κρατάει σπαθί στο χέρι (στροφή 1), έχει πολεμική ορμή (στροφή 17), δεν δείχνει έλεος με τους εχθρούς (στροφή 31-34), είναι ο ηγέτης στις μεγάλες μάχες (στροφές 35-88 και 12& και είναι τελικά ανίκητη (στροφή 102).

Με το ποίημα αυτό ο Διονύσιος Σολωμός παραθέτει τα κυριότερα γεγονότα της ελληνικής Επανάστασης. Στο ποίημα υπάρχουν αναφορές για την απήχηση της Επανάστασης σε Ευρώπη και Αμερική και για τις νικηφόρες μάχες στην Τρίπολη, στροφές 35-74, στα Δερβενάκια, στροφές 75-87, στο Μεσολόγγι, στροφές 88-122 και στις ναυμαχίες, στροφές 123-138. Παραλείπονται οι αποτυχημένες επαναστατικές προσπάθειες στην Μακεδονία, στην Εύβοια, στο Ανατολικό Αιγαίο και στην μάχη του Πέτα.

Επειδή για τον ποιητή η Επανάσταση είναι μια συλλογική προσπάθεια, παραλείπονται από το ποίημα οι αναφορές στις στρατιωτικές και πολιτικές προσωπικότητες του Αγώνα.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Από την 35η έως την 74η στροφή αναφέρεται στην πολιορκία και την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Η πολεμική Ελευθερία-Ελλάδα αρχίζει τον αγώνα, στρέφοντας ένα «τρόμου αστροπελέκι» προς το κάστρο της Τριπολιτσάς. Αυτό το κάστρο είναι το σύμβολο της τουρκικής τυραννίας που αποτελεί εμπόδιο στην Ελευθερία. Η εκπόρθηση του κάστρου είναι μια αναγκαιότητα και ο όλεθρος των Τούρκων παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας δίκαιης οργής για τα μαρτύρια τόσων αιώνων σκλαβιάς. Η περιγραφή της απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς είναι ρεαλιστική και ο ποιητής δεν θέλει να κρύψει την σκληρότητα των πολιορκητών. Οι μνήμες των αδικοχαμένων Ελλήνων, ξυπνούν το μίσος των επαναστατών και τους απανθρωπίζουν.

Η αιματοχυσία και η βία, δικαιολογείται από τον ποιητή μέσα από την ιδέα της ελευθερίας, αλλά τον αναγκάζει ταυτόχρονα να αναρωτηθεί «έως πότε οι σκοτωμοί;». Αυτό όμως που μετράει τελικά περισσότερο για τον Διονύσιο Σολωμό, είναι ότι την τέταρτη αυγή ο αέρας δεν φυσάει στο αστέρι των Τούρκων, αλλά στον σταυρό της σημαίας των Ελλήνων.

35. Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς· τώρα τρόμου αστροπελέκι  να της ρίψεις πιθυμάς.

36. Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει, πάντα οπώς νικεί, και ας είν’ άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

37. Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως είν’ πολλά· δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;

38. Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά βρει η συμφορά.

39. Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή· το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40. Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

41. Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν· τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.


42. Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά· νά, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά.

43. Αποκρίνονται, και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.

44. Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

45. Α! τί νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός; Άλλος ύπνος δεν εγίνη πάρεξ θάνατου πικρός.

46. Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή, ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

47. και οι βροντές, και το σκοτάδι, οπού αντίσκοφτε η φωτιά, επαράσταιναν τον άδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

48. τ’ ακαρτέρειε. — Εφαίνοντ’ ίσκιοι αναρίθμητοι γυμνοί, κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49. Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά, σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.

50. Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι  επετιούντο από τη γη,όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.

51. Τόσα πέφτουνε τα θέρι-σμένα αστάχια εις τους αγρούς· σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52. Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο, και αναδεύοντο μαζί, ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

53. Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, μες στο δάσος το πυκνό, όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,

54. εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν, σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55. Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν’ αίματα πηχτά, και μες στ’ αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά,

56. και χορεύοντας μανίζουν εις τους Έλληνας κοντά, και τα στήθια τούς εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

57. Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθιά μες στα σωθικά, όθεν όλη η λύπη βγαίνει, και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58. Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά, σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

59. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί είναι κτύπημα θανάτου, χωρίς να δευτερωθεί.

60. Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει· λες και εκείθεν η ψυχή απ’ το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

61. Της καρδίας κτυπίες βροντάνε  μες στα στήθια τους αργά, και τα χέρια οπού χουμάνε περισσότερο είν’ γοργά.

62. Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη· γι’ αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

63. Τόση η μάνητα και η ζάλη, που στοχάζεσαι, μη πώς από μία μεριά και απ’ άλλη δεν μείνει ένας ζωντανός.

64. Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

65. και παλάσκες και σπαθία  με ολοσκόρπιστα μυαλά,και με ολόσχιστα κρανία σωθικά λαχταριστά.

66. Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή· πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67. Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί; δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

68. Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και Αλλά εφώναζαν, Αλλά· και των Χριστιανών τα χείλη Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69. Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν φωτιά, και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας Αλλά.

70. Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί· παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

71. Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλιεις τ’ αφτιά δεν τους λαλεί. Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι εις την τέταρτην αυγή.

72. Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

73. Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιοστων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


---

O Βαγγέλης Χωραφάς, διευθυντής της ιστοσελίδας γεωπολιτικής https://www.geoeurope.org/, δημοσιεύει καθημερινά πρωτοτυπα άρθρα και αναλύσεις και στην προσωπική του σελίδα στο facebook (https://www.facebook.com/vangelis.chorafas).

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail