Γερμανία: Εκλογικά αποτελέσματα και γεωπολιτικές συμπληγάδες

twitter.com/spdde
ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Τα μέχρι τώρα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD θα είναι πρώτο κόμμα. Δείχνουν ακόμα ότι η συντηρητική Ένωση CDU/CSU που θα είναι δεύτερη, καθώς και ότι οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι, θα είναι τα κόμματα που μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση. Τα πιθανά σενάρια είναι τρία. Είτε ξανά μεγάλος συνασπισμός μεταξύ SPD-CDU/CSU, είτε μια συμμαχία που θα περιλαμβάνει τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους και στην οποία μπορεί να ηγηθεί, είτε το SPD, είτε το CDU/CSU.

Του Βαγγέλη Χωραφά

Σε ότι αφορά το SPD τα αποτελέσματα δείχνουν μια μεγάλη ανάκαμψη για ένα κόμμα, που πριν περίπου έναν χρόνο, κανένας δεν υπολόγιζε ότι μπορεί να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Από την στιγμή που είναι πρώτο κόμμα, θα πρέπει να βρει τρόπο για να συμφιλιώσει τα αντιτιθέμενα προγράμματα μεταξύ των Πράσινων και των Φιλελεύθερων του FDP για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Το αποτέλεσμα αποτελεί επίσης μεγάλη ήττα για την Ένωση CDU/CSU, που καταγράφει ένα από τα χειρότερα της αποτελέσματα, χάνοντας πάνω από 8 μονάδες από το ποσοστό που έλαβε το 2017. Ωστόσο, πρόκειται για μια ελεγχόμενη ήττα. Εφόσον η διαφορά δε θα είναι μεγαλύτερη των 5 μονάδων από το SPD και οι Πράσινοι κινηθούν γύρω στο 15%, τότε η Ένωση διατηρεί τις πιθανότητες της να σχηματίσει κυβέρνηση, στον βαθμό που οι Πράσινοι μπορεί να νιώθουν καλύτερα για μια συμπόρευση μαζί της. Η ήττα με μικρή διαφορά από τους Σοσιαλδημοκράτες δεν πρόκειται να ρίξει τους συντηρητικούς σε εσωστρέφεια, ενώ θα περιορίσει σε πρώτο χρόνο και τις κινήσεις του Μάρκους Σέντερ, του επικεφαλής του CSU, ο οποίος αντιτίθεται στον Άρμιν Λάσετ. Αν έχουν την ευκαιρία και αποτύχουν στον σχηματισμό κυβέρνησης, τότε η κρίση θα βαθύνει.

Οι Πράσινοι έχουν αποδεχτεί, εδώ και καιρό, ότι θα είναι τρίτο κόμμα. Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα δείχνουν ότι το ποσοστό τους θα είναι χαμηλό, σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει, δικαιώνοντας όλους εκείνους που υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει κανένα «Πράσινο Κύμα» στην Ευρώπη. Θα είναι όμως υψηλότερο από αυτό του 2017. Ωστόσο, οι Πράσινοι αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Αν αποκλειστεί ο μεγάλος συνασπισμός, οι Πράσινοι θα είναι στην κυβέρνηση και θα μπορούν να επιβάλλουν κάποιες από τις πολιτικές τους.

Οι Φιλελεύθεροι του FDP κινούνται λίγο παραπάνω από τα ποσοστά του 2017, περίπου στο 11,5%. Και οι Φιλελεύθεροι αναδεικνύονται σε αποφασιστικό παράγοντα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Θα συμμετέχουν στην κυβέρνηση αν δεν σχηματιστεί μεγάλος συνασπισμός. Το πρόβλημα θα είναι η συνύπαρξη τους με τους Πράσινους και δευτερευόντως με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Το ακροδεξιό AfD χάνει επιρροή σε σχέση με το 2017 και φαίνεται ότι η δυναμική του έχει περιοριστεί. Αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη για τον περιορισμό της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. 

Τέλος, η Αριστερά της Linke χάνει την μισή περίπου δύναμη της και περιορίζεται στο 5%, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας για την είσοδο της στην Βουλή. Επιβεβαιώνει όλους όσους θεωρούσαν ότι δεν έχει δυναμική και δεν παίζει κάποιον ρόλο σε γερμανικό ή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Με βάση τα πρώτα δεδομένα, φαίνεται ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης στην Γερμανία δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση. Η απάντηση στο ερώτημα αν η Γερμανία θα βγει ενισχυμένη ή αποδυναμωμένη από αυτή την εκλογική αναμέτρηση, θα χρειαστεί καιρό για να διαμορφωθεί.

Γιατί εκτός από την εσωτερική κατάσταση, η νέα γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει και τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές ισορροπίες που δεν διαμορφώνονται με ευνοϊκούς όρους για το Βερολίνο.

ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Παρά την μακροχρόνια θητεία της, η Άνγκελα Μέρκελ αφήνει την Γερμανία σε μια αυξανόμενα ασταθή γεωπολιτική θέση. Υπό την ηγεσία της, το Βερολίνο ισορρόπησε μεταξύ  ενός ισχυρού συμμάχου, όπως οι ΗΠΑ και του κυριότερου εμπορικού εταίρου, όπως είναι η Κίνα. Οι υποψήφιοι διάδοχοι της, Όλαφ  Σολτς και Άρμιν Λάσετ, έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν να διατηρήσουν αυτή την λεπτή ισορροπία.
Οι συνέπειες που υπήρξαν από την ανακοίνωση της συμμαχίας AUKUS, υποδηλώνουν ότι η διατήρηση αυτής της ισορροπίας θα είναι πολύ δύσκολη, αφού σε αυτήν περιλαμβάνεται και ένα μήνυμα για την Γερμανία. Από την στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπάθησε να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Βερολίνο. Αναίρεσε τις επί Τραμπ κυρώσεις για τον αγωγό Nord Stream 2, αύξησε τον αριθμό των στρατευμάτων στην Γερμανία που ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθούσε να περιορίσει, ενώ ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άντονι Μπλίνκεν, δήλωνε ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν καλύτερο φίλο» από τη Γερμανία.

Την ίδια περίοδο, το κλίμα για την Γαλλία ήταν διαφορετικό. Ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν έχει επισκεφθεί την Ουάσιγκτον από τότε που ο Τζο Μπάιντεν ανέλαβε την εξουσία, σε αντίθεση με την Άνγκελα Μέρκελ. Το Παρίσι έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να ακολουθήσει τις ΗΠΑ σε ένα μέτωπο ενάντια στην Κίνα. Εξάλλου, η στρατηγική αυτονομία της ΕΕ που προωθεί ο Γάλλος πρόεδρος, βασίζεται στο όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης, ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Η υπόθεση των υποβρυχίων της νέας συμμαχίας AUKUS και η εκρηκτική αντίδραση της Γαλλίας σε αυτήν, βάζει το Βερολίνο στην δύσκολη θέση να επιλέξει ανάμεσα στον εταίρο του στον γαλλογερμανικό άξονα που στηρίζει και καθοδηγεί την ΕΕ και στις ΗΠΑ, που έχουν προσπαθήσει να κρατήσουν την Γερμανία στην σφαίρα επιρροής τους.

Η δραματική εμπειρία της διακυβέρνησης Τραμπ, είχε πείσει το Βερολίνο να εξετάσει την στρατηγική αυτονομία της ΕΕ που προωθούσε το Παρίσι, χωρίς ποτέ να την έχει αποδεχτεί πλήρως. Τώρα, μετά την ταπείνωση της Γαλλίας με την υπόθεση των υποβρυχίων της Αυστραλίας, το Παρίσι επιμένει περισσότερο στην στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, προσθέτοντας ένα νέο βάρος στην δύσκολη ισορροπία που έχει επιτύχει το Βερολίνο.

Η σιωπή των Γερμανών επισήμων για τα γεγονότα της Αυστραλίας είναι ενδεικτική. Πολλοί στο Βερολίνο φοβούνται ότι το κόστος αυτής της ισορροπίας που έχει επιτύχει η Γερμανία, μπορεί να αυξηθεί. Εξάλλου, έχουν περάσει μόνο λίγοι μήνες από τον Δεκέμβριο 2020, όταν η ΕΕ υπέγραψε την εμπορική συμφωνία με την Κίνα, με πρωταγωνιστές την Γαλλία και την Γερμανία, παρά τις αντιρρήσεις των ΗΠΑ.
Μέσα στο κλίμα αυτό, η τηλεφωνική συνομιλία Μπάιντεν-Μακρόν, δημιούργησε νέα δεδομένα για την Ευρώπη. Η κίνηση Μπάιντεν έχει εξευμενίσει κάπως το Παρίσι και στο τέλος Οκτωβρίου αναμένεται συνάντηση των δύο ηγετών. Το σημαντικότερο είναι ότι η Ουάσιγκτον έκανε τρεις παραχωρήσεις προς την πλευρά της Γαλλίας και της ΕΕ. Πρώτον, αναγνώρισε την στρατηγική σημασία της εμπλοκής της Γαλλίας και της ΕΕ στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Δεύτερον, αναγνώρισε την σημασία μιας πιο ισχυρής και ικανής ευρωπαϊκής άμυνας, που μπορεί να συμβάλλει στην διατλαντική και παγκόσμια ασφάλεια και θα είναι συμπληρωματική του ΝΑΤΟ. Τρίτον, δεσμεύτηκε ότι οι ΗΠΑ θα υποστηρίξουν τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις που διεξάγονται από τους Ευρωπαίους στην περιοχή του Σαχέλ.

Αν οι υποσχέσεις της Ουάσιγκτον τηρηθούν, τότε η Γαλλία θα είναι ευνοημένη από τις εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο και το δίλλημα της Γερμανίας, θα βαθύνει ακόμα περισσότερο.

Στο ερώτημα ποια θα είναι η γερμανική αντίδραση, δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Το ότι οι υποψήφιοι καγκελάριοι δεν απαντούν στο στρατηγικό δίλλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν αποτελεί μακροχρόνια επιλογή. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, οι Σολτς και Λάσετ, ξεκαθάρισαν το τι δεν θέλουν. Δεν επιθυμούν οικονομική αποσύνδεση από την Κίνα, έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο και το να βρεθούν στην δύσκολη θέση να επιλέξουν μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Δεν διευκρίνισαν όμως το πώς η Γερμανία θα πορευτεί σε έναν κόσμο που συνεχώς διαχωρίζεται σε δύο στρατόπεδα, αυτό μεταξύ του κυριότερου πολιτικοστρατιωτικού εταίρου της, των ΗΠΑ και αυτό του κυριότερου οικονομικού εταίρου της, της Κίνας.


Στις γεωπολιτικές εξελίξεις θα πρέπει να προστεθεί και μία γεωοικονομική. Είναι εμφανές ότι σε διεθνές επίπεδο, η ΕΕ δείχνει μεγάλη καθυστέρηση στην οικονομική ανάκαμψη της από την κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Νοτιοανατολική Ασία. Η Ευρώπη σαν σύνολο έχει αποδυναμωθεί και σε αυτή την μετα-πανδημική φάση το ΑΕΠ της κινείται στα επίπεδα του 2003, όταν το αντίστοιχο των ΗΠΑ έχει φτάσει στα επίπεδα του 2019. Η κατάσταση αυτή υποχρεώνει τις χώρες της ΕΕ και κυρίως την Γερμανία, να πάρουν θέση για το αν θα πρέπει να συνεχιστούν οι πολιτικές λιτότητας στην Ευρώπη. Οι δύο επικρατέστεροι υποψήφιοι για την καγκελαρία έχουν διαφορές στο θέμα αυτό, αλλά το 2022, που θα ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις, οι συσχετισμοί στην ΕΕ θα είναι διαφορετικοί από αυτούς που ήταν το 2009, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία δύσκολα θα συμπορευθούν με το Βερολίνο.

Το SPD και το CDU/CSU έχουν εκτιμήσει προεκλογικά, ότι το στυλ της Μέρκελ περί γενικευμένης ασάφειας είναι αυτό που επιθυμούν οι συντηρητικοί Γερμανοί ψηφοφόροι και φαίνεται να έχουν δίκαιο. Μια προεκλογική περίοδος δεν είναι ο κατάλληλος χρόνος για να εξηγηθεί στους πολίτες ένα στρατηγικό δίλλημα αυτού του μεγέθους. Αλλά, αργά ή γρήγορα, θα σχηματισθεί βιώσιμη κυβέρνηση η οποία θα πρέπει να απαντήσει. Ακόμα και να ήθελε να αποφύγει τέτοιες επιλογές, οι επιπτώσεις της υπόθεσης AUKUS, αλλά και οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν, κάνουν τις υπεκφυγές περίπου αδύνατες.

---
O Βαγγέλης Χωραφάς, διευθυντής της ιστοσελίδας γεωπολιτικής https://www.geoeurope.org/, δημοσιεύει καθημερινά πρωτοτυπα άρθρα και αναλύσεις και στην προσωπική του σελίδα στο facebook (https://www.facebook.com/vangelis.chorafas).

Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail