Ελλάδα και ευρώ

photo: https://www.maxpixel.net/Cash-Banknotes-Euros-Finance-Currency-Money-Bills-6295847
(Δημοσιευμένο αρχές του 1999, στην «Εφημερίδα των Αποφοίτων της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά» - Επαναδιατύπωση Αύγουστος 2021)

Η προσπάθεια που καταβάλλει η χώρα μας και κατ’ επέκταση οι πολίτες της, για να εισέλθει στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (Ο.Ν.Ε.) συνοδεύεται από την προσδοκία του τερματισμού του προγράμματος οικονομικής λιτότητας που εφαρμόζεται εδώ και πολλά έτη, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης που θα επέλθει έπειτα από την εισδοχή μας. Μερικά ακόμα πλεονεκτήματα που θα αποκομίσουμε με την επίτευξη της οικονομικής σύγκλισης με τις υπόλοιπες χώρες-μέλη και την είσοδό μας στην ΟΝΕ, είναι ο χαμηλός πληθωρισμός, τα χαμηλά επιτόκια και η εξάλειψη της συναλλαγματικής αστάθειας. Έτσι μας λένε.

Η πραγματική οικονομία όμως, κάθε χώρας-μέλους διαφέρει σημαντικά από εκείνη μιας άλλης. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι στην Ελλάδα για να αποκτήσει ένας μέσος οικονομικά πολίτης 25 συγκεκριμένα είδη ένδυσης, πρέπει να εργαστεί 115 ημέρες, στην Ιταλία 117 ημέρες, ενώ στη Γερμανία 66 ημέρες και στη Γαλλία 78 ημέρες. Για την αγορά 100 ειδών τροφίμων και ποτών, απαιτείται να δουλέψει 95 ώρες στην Ελλάδα, 69 ώρες στην Ιταλία, 49 ώρες στη Γερμανία και 58 ώρες στη Γαλλία (Απογευματινή, 06/07/1997).

Αυτόματα αντιλαμβανόμαστε ότι η σύγκλιση των μέχρι τώρα απαιτούμενων οικονομικών δεικτών για την εισδοχή στην ΟΝΕ δεν ταυτίζεται με τα δεδομένα των πραγματικών οικονομιών. Επομένως, η πιθανότητα να εμφανιστούν μεταξύ των χωρών-μελών διαφορετικοί ρυθμοί ανάπτυξης και πιθανώς μία οικονομική ύφεση μεμονωμένα σε ένα κράτος-μέλος δεν έχει επαλειφθεί.

Το σύμφωνο σταθερότητας όμως, δεν αφήνει πολλές δυνατότητες στη χώρα στην οποία θα παρουσιαστεί μία πτώση της οικονομικής της ανάπτυξης, να δραστηριοποιηθεί για την οικονομική της αφύπνιση. Η δημοσιονομική πολιτική έχει περιοριστεί, αφού δεν επιτρέπεται υπέρβαση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού πέρα από το 3% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης νέων επενδύσεων με τη δημιουργία νέου χρήματος, έχει περιέλθει στα χέρια της Ε.Ε. με το κοινοτικά πλαίσια στήριξης (πακέτα Ντελόρ, κλπ), τα οποία με τον καιρό θα φθίνουν. (1)

Από την άλλη πλευρά, η νομισματική πολιτική ασκείται πλέον από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τα πρακτικά των συνεδριάσεων της οποίας θα δημοσιεύονται μετά από 17έτη και η οποία κινείται σύμφωνα με την αρχή της περιορισμένης αύξησης προσφοράς χρήματος. Ταυτόχρονα, θεωρείται δύσκολο οι υπόλοιποι εταίροι να δεχθούν ένα αίτημα μιας χώρας για μία μείωση των επιτοκίων, τη στιγμή που αυτοί δεν θα αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα. Τον τελευταίο μήνα, Φεβρουάριος 1999, η κυβέρνηση της Γερμανίας ζητεί από την ΕΚΤ τη μείωση του διατραπεζικού παρεμβατικού επιτοκίου, χωρίς όμως να λάβει μέχρι τώρα την επιθυμητή απάντηση.

Συνεχώς πληθαίνουν οι φωνές εκείνες που κάνουν λόγο για μετατροπή των υφιστάμενων όρων εισδοχής μιας χώρας στην ΟΝΕ. Για παράδειγμα του επιπέδου του ελλείμματος του ετήσιου προϋπολογισμού. Επίσης, για την υπό ορισμένες προϋποθέσεις ένδειξη ελαστικότητας ως προς την εφαρμογή των όρων, όπως σε περίοδο οικονομικής ύφεσης. Για την εισαγωγή και άλλων οικονομικών δεικτών στους ήδη υπάρχοντες, όπως της ανεργίας. Για την υιοθέτηση νέων εργαλείων παρέμβασης της ΕΚΤ, όπως η νομισματικοποίηση του δημοσίου χρέους (2). Καθώς και για την εξισορρόπηση της φορολογικής πολιτικής των κρατών-μελών και για την εναρμόνιση της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Ακόμα, εκφράζονται προτάσεις για τον μεγαλύτερο εκδημοκρατισμό των διαδικασιών λήψης αποφάσεων από τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε.. Σχετικές προτάσεις κατατέθηκαν από τον Ζακ Ντελόρ (Καθημερινή, 10/01/1999). Παράλληλα, τονίζεται η έλλειψη κατάρτισης ενός κοινού συντάγματος, που έχει σαν επακόλουθο τον ασαφή διαχωρισμό των τριών ειδών εξουσίας. Της εκτελεστικής, της δικαστικής και της νομοθετικής, οι οποίες διέπουν κάθε δημοκρατικά συγκροτημένη πολιτεία.

Επίσης, παραμένει ασαφές το πώς θα τηρείται το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των κρατών-μελών της Ε.Ε. Το ζήτημα είναι σοβαρό, διότι τυχόν έλλειμμα στο ισοζύγιο μία χώρας καλύπτεται είτε με εξωτερικό δανεισμό, είτε με υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος. Στην περίπτωση λοιπόν, που η χώρα μας αποτελέσει μέλος της ΟΝΕ, η επιλογή της υποτίμησης θα χαθεί. Ενώ η προσέλκυση συναλλάγματος που αντικατοπτρίζεται στο λογαριασμό κίνησης κεφαλαίων, πρακτικά θα είναι ανέφικτη, αφού τα επιτόκια της διατραπεζικής και των ομολόγων θα πρέπει να κινούνται στο ίδιο περίπου επίπεδο με εκείνων των υπολοίπων χωρών της ΟΝΕ. Η κύρια διέξοδος που θα παραμένει θα είναι ο εξωτερικός δανεισμός. Ποια θα είναι όμως, η μορφή και οι προϋποθέσεις σύναψής του, αφού η Ελλάδα και η Γερμανία για παράδειγμα, θα έχουν το ίδιο νόμισμα; Πώς θα εξυπηρετούνται οι δανειακές υποχρεώσεις ως προς τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και πώς προς τα μη κράτη-μέλη; Στο σημείο αυτό ελλοχεύει ο κίνδυνος άντλησης των απαραίτητων κεφαλαίων από τους πολίτες, των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα θα φθίνει και η αγοραστική τους δύναμη θα μειώνεται. (3)

Μέχρι στιγμής (όταν γράφτηκε το άρθρο, το 1999, αλλά και μέχρι σήμερα, το 2021), δεν προβλέπεται στα πλαίσια της ΟΝΕ η κατάρτιση ενός κοινού προϋπολογισμού, υπό τον τύπο μιας ομοσπονδίας, όπως στις ΗΠΑ, μέσω του οποίου θα υποστηρίζονται οι ασθενέστερες οικονομικά περιοχές (απαλλασσόμενες στην προκειμένη περίπτωση από το δανεισμό). Ο γνωστός κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος στο βιβλίο του «Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού», αναφέρει ότι το ευρώ «δεν θα επιτύχει μακροπρόθεσμα, γιατί δεν μπορείς να έχεις κοινό νόμισμα, χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική».

Όπως είναι γνωστό η χώρας μας εφαρμόζει την πολιτική της σκληρής δραχμής (εκτός από την ημέρα της «αναγκαστικής» υποτίμησης), η οποία δεν διαμορφώνεται τυχαία, αλλά με τη βοήθεια των υψηλών επιτοκίων που διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, στην διατραπεζική αγορά χρήματος (στη παρούσα φάση περίπου στο 12%). Καθιστώντας έτσι τις χρηματικές τοποθετήσεις στη δραχμή ελκυστικές, τη στιγμή που στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη το αντίστοιχο επιτόκιο κυμαίνεται περίπου στο 3%. Η πολιτική αυτή έχει σαν σκοπό τη συγκράτηση του πληθωρισμού, αφού πλήθος εισαγόμενων προϊόντων κατακλύζουν την ελληνική αγορά. Ο τελικός στόχος είναι η μείωσή του στο απαιτούμενο επίπεδο που ορίζουν οι προϋποθέσεις εισόδου στην ΟΝΕ.

Η πολιτική αυτή όμως, πλήττει την πραγματική εγχώρια οικονομία, αφού τα εισαγόμενα προϊόντα γίνονται όλο και πιο ελκυστικά, ενώ τα εγχώρια σταδιακά χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. (4) Βέβαια, για να αντιμετωπιστεί η συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση αγαθών, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα λιτότητας. Δηλαδή, περιορισμού του διαθέσιμου εισοδήματος και επομένως περιορισμού της ζήτησης.

Όμως, ο τελικός στόχος που είναι η αναπτέρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων είναι αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί σε ένα οικονομικό περιβάλλον στο οποίο επικρατούν τόσο υψηλά επιτόκια. Τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα οι αγρότες δανείζονταν με επιτόκια 22% κατά μέσο όρο, ενώ οι Ολλανδοί συνάδελφοί τους με 5%. Επίσης, όταν υπάρχουν τόσο δυσμενείς όροι δανεισμού (τα περίφημα πανωτόκια), τόσο ασταθές φορολογικό καθεστώς και τόσο σφιχτό νομοθετικό σύστημα έμμεσου και άμεσου ελέγχου της δραστηριότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Για να εκδοθεί μία άδεια λειτουργίας ενός παντοπωλείου απαιτούνται 17 έγγραφα. Από το 1985 έως το 1993 ψηφίστηκαν 2.178 νόμοι και εκδόθηκαν 33.000 προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (Ναυτεμπορική, 20/04/1997).

Για να αντιληφθούμε καλύτερα την εικόνα της πραγματικής ελληνικής οικονομίας, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η παραγωγή του πρωτογενή και του δευτερογενή τομέα της οικονομίας μας το 1995 ήταν περίπου 6,8 τρις δραχμές. Οι εξαγωγές μας ανήλθαν περίπου στα 1,34 τρις δραχμές, ενώ οι εισαγωγές μας έφτασαν στα 5,32 τρις δραχμές. Άρα είχαμε εμπορικό έλλειμμα 3,98 τρις δραχμές. Με χοντρικούς υπολογισμούς διαπιστώνουμε ότι μόνο το 51% των συνολικών διακινηθέντων αγαθών στην ελληνική επικράτεια είναι εγχώρια, ενώ το υπόλοιπο 49% είναι εισαγόμενα (παραγωγή-εξαγωγές = εγχώρια διακινούμενα προϊόντα, δηλαδή 6,8 – 1,34 = 5,46 τρις δραχμές). Το γεγονός φανερώνει την χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και το μέγεθος εξάρτησής της από το εξωτερικό. (5)

Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος του εμπορικού μας ελλείμματος καλύπτεται από το υψηλό πλεόνασμα του ισοζυγίου άδηλων πόρων και πληρωμών (τουρισμός και ναυτιλία). Τελικά, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 1995 διαμορφώθηκε στα 2,85 δις δολάρια ΗΠΑ ή 650 δις δραχμές. Ενώ το 1997 στα 4,8 δις δολάρια ΗΠΑ ή 1,3 τρις δραχμές.

Όμως, από το 1981 και έπειτα, στους άδηλους πόρους περιλαμβάνονται και οι καθαρές μεταβιβάσεις από την Ε.Ε. (εγγραφή για την οποία υπάρχουν ενστάσεις, ενώ το μέγεθός τους μελλοντικά θα φθίνει). Για τις οποίες δεν έχει διευκρινιστεί όταν θα εισέλθουμε στην ΟΝΕ πού θα αναγράφονται, αφού το ευρώ θα αποτελεί και δικό μας νόμισμα. Το ποσό των μεταβιβάσεων δεν είναι ευκαταφρόνητο και το 1995 ήταν 5 δις δολάρια ΗΠΑ, ενώ το 1997 4,6 δις δολάρια ΗΠΑ. (6)

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την 12ετία 1961-1972 η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε ιδιαίτερη άνθηση. Το ΑΕΠ αυξανόταν ετησίως με 8,6%, ο μέσος πληθωρισμός ήταν 2,3%, η ανεργία κυμαινόταν περί το 4,6%, η μέση ετήσια μεταβολή της σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας ήταν -0,7% και το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε από 5,5% του ΑΕΠ (5,8 δις δραχμές) σε μόλις 6,8% του ΑΕΠ (22,5 δις δραχμές).

Τις επόμενες όμως δύο 12ετίες (1973-1984 και 1985-1996), ο μέσος όρος αύξησης τους ΑΕΠ περιορίστηκε στο 2,5% και 1,4% αντίστοιχα, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός εκτινάχτηκε στο 18,5% και 15,3% αντίστοιχα, τα μέσα επίπεδα ανεργίας ήταν 3,5% και 8,4% αντίστοιχα, η μέση μεταβολή της σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας ανήλθε σε -8,7% και -9,2% αντίστοιχα και το εξωτερικό χρέος (όχι το δημόσιο χρέος), αυξήθηκε σε 18,5% του ΑΕΠ (623 δις δραχμές) το 1984 και σε 24,8% του ΑΕΠ (6,6 τρις δραχμές) το 1996 (Ναυτεμπορική, 04/12/1998).

Εν κατακλείδι αντιλαμβανόμαστε ότι η εισδοχή της πατρίδας μας στην ΟΝΕ δεν συνεπάγεται ότι τα δύσκολα χρόνια της λιτότητας θα αποτελέσουν αυτόματα παρελθόν. Η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική σύμφωνα με τις μέχρι τώρα επιταγές της Ε.Ε. δέχεται όλο και πιο έντονες κριτικές (όπως διατυπώθηκαν στο προηγούμενο κείμενο «Υπάρχει μονόδρομος;»).

Η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης μίας χώρας δε χρειάζεται να λαμβάνει μορφή εφαρμογής κάποιας εντολής, αλλά αποτελεί έναν αυτοτελή στόχο (7). Κάθε κυβέρνηση οφείλει να επιθυμεί και να εφαρμόζει εκείνα τα μέτρα, τα οποία θα βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της και θα οδηγήσουν τη χώρα σε μία ευρύτερη πολιτισμική αφύπνιση, που θα καταστήσει τους ανθρώπους πραγματικά ελεύθερους. (8)

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ηγεσία είναι εκείνη που έχει ανάγκη από ελεύθερους πολίτες, ενώ η εξουσία από εξαρτώμενους.


Σημειώσεις, Αυγούστου 2021:

(1) Πλέον, η συγκεκριμένου τύπου δημιουργία χρήματος ονομάζεται ΕΣΠΑ.

(2) Η ΕΚΤ υιοθέτησε τελικά τα λεγόμενα LTRO (Long Term Refinancing Operations) προσφέροντας φτηνή χρηματοδότηση τρισεκατομμυρίων ευρώ στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Αρχικά η χρηματοδότηση κατευθυνόταν αποκλειστικά στη διατραπεζική αγορά. Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε και η αγορά κρατικών και εταιρικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά. Δηλαδή πάλι από τις τράπεζες οι οποίες τα κατείχαν. Το ίδιο πρόγραμμα, τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να είχαν στραφεί και για τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους και του ελλείμματος των κρατικών προϋπολογισμών των κρατών-μελών. Τελικά, επεκράτησε το τραπεζικό σύστημα. Δεν έγινε ούτε καν λόγος για μοίρασμα του προγράμματος και προς τις δύο κατευθύνσεις. Να τονιστεί ότι οι κύριες πηγές δημιουργίας νέου χρήματος σε μία οικονομία είναι α) μέσω του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή η χορήγηση δανείων και β) μέσω των κρατικών προϋπολογισμών και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, με τη δημιουργία νέων χρηματικών μονάδων. Στην Ε.Ε. η δεύτερη επιλογή έχει εν μέρει καταργηθεί. Γιατί εν μέρει; Ένα μέρος έχει αντικατασταθεί από τα λεγόμενα ΕΣΠΑ, Κοινοτικά πλαίσια στήριξης, Πακέτα Ντελόρ, Σαντέρ, Μεσογειακά Προγράμματα κλπ. Τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά δημιουργία νέων χρημάτων και τα οποία πλέον διαχέονται μέσω του τραπεζικού συστήματος. Το υπόλοιπο μέρος μέσω των εθνικών κεντρικών τραπεζών έχει παύσει να υφίσταται. Η πλειοψηφία της δημιουργίας νέου χρήματος έχει περάσει μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Που σημαίνει έχει γίνει έντοκη. Ενώ παλαιότερα, μέσω των εθνικών κεντρικών τραπεζών ήταν άτοκη. Οι «ειδικοί» ανδρείκελα ανέκαθεν παρουσίαζαν μία άλλη κατάσταση. Δε γίνονται αυτά τα πράγματα, θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός, κλπ κλπ. Τώρα που διοχετεύονται τρισεκατομμύρια το έχουν βουλώσει.

(3) Ότι ακριβώς συνέβη και συμβαίνει από το 2010 έως και σήμερα. Το οποίο δυστυχώς θα συνεχιστεί, καθώς τα οικονομικά δεδομένα της Ελλάδας μας έχουν πλέον χειροτερέψει σε σχέση με το 2010. Εξαιτίας του ευρώ, πραγματοποιείται μία συνεχής εσωτερική υποτίμηση. Δηλαδή πτώση της πραγματικής αξίας των χρημάτων και της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων. Βέβαια, οι τότε «ειδικοί» άλλα έλεγαν: Έχουμε ανάπτυξη…

(4) Έτσι δημιουργήθηκε το έδαφος για να σκάσει η κρίση το 2010. Σιγά, σιγά και υπόγεια. Η μεγάλη «άνθηση» της μετά εισόδου στην ΟΝΕ εποχής στηρίχτηκε σε πήλινα πόδια. Τα οποία αποτελούσαν η ακραιφνής, παράλογη και μη οικονομικά ορθή τραπεζική χρηματοδότηση. Αυτό που παραμένει σαν ερώτημα είναι αν έγινε εν γνώσει των εξουσιαστών ή εν αγνοία. Για μένα το ερώτημα έχει απαντηθεί. Σε κάποιες καίριες πολιτικές βαθμίδες εν γνώσει. Απλούστατα, γιατί βγάζει μάτι. Επιπλέον, είναι αδύνατον να είχε σκεφτεί τις συνέπειες ένας τότε 23χρονος και όχι οι «ειδικοί».

(5) Αντίστοιχα στοιχεία έτους 2020: Παραγωγή πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα: 29,9 δις ευρώ. Εξαγωγές αγαθών 22,6 δις ευρώ. Εισαγωγές αγαθών 37,9 δις ευρώ. Άρα, πλέον μόλις το 16% των αγαθών που καταναλώνουμε είναι εγχώρια (το 1995 ήταν το 50%) και το 84% περίπου είναι εισαγόμενα. Ακόμα και με μία εκτίμηση ενός περιθωρίου λάθους και επανεξαγωγής εισαγόμενων αγαθών, τα μεγέθη παραμένουν αμείλικτα. Αυτά όμως οι «ειδικοί» δεν τα λένε. Τα κρύβουν με τεράστια προσοχή. Αν όχι με δολιότητα.

(6) Πράγματι, μετά την ευρώ εποχή, τα εκ της Ε.Ε. «εισερχόμενα» κεφάλαια (πιο ορθά: δημιουργία νέου χρήματος εκ του πουθενά), έπαυσε να εγγράφονται στο ισοζύγιο αδήλων πόρων και πλέον αναγράφονται στο ισοζύγιο κεφαλαίων (εισπράξεις γενικής κυβέρνησης). Το 2020 το ποσό ήταν 2,9 δις ευρώ, δηλαδή περίπου 3,4 δις δολάρια ΗΠΑ (από 5 δις δολάρια ΗΠΑ το 1995).

(7) Κάτι το οποίο, έγινε και γίνεται με τα μνημόνια και με τον έλεγχο της οικονομίας μας από τους λεγόμενους «θεσμούς» πρώην τρόικα. Ενώ η ανάξια πολιτική κάστα έπρεπε από μόνη της να έχει φροντίσει να γίνονται οι κατάλληλες ενέργειες.

(8) Πλέον, οι μάσκες έπεσαν ολοκληρωτικά. Η νέα τάξη πραγμάτων μέσω των πολιτικών και «επιστημονικών» της ανδρείκελων, επιδιώκουν υπόδουλους, όχι ελεύθερους ανθρώπους.

Το προηγούμενο άρθρο:

https://www.eksadaktylos.gr/2021/07/29/%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%8c%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%bf%cf%82/


Μαργέλης Κωνσταντίνος

Πρώτη δημοσίευση αρχές 1999, Εφημερίδα των Αποφοίτων της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά

Επαναδιατύπωση Αύγουστος 2021, Άγιος Πέτρος Λευκάδας

www.eksadaktylos.gr
Νεότερη Παλαιότερη
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους και δε σημαίνει πως τα υιοθετεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail