Η Κίνα εκβιάζει με «όπλα» την οικονομία και το εμπόριο

Σε αντίθεση με την Κίνα του ιστορικού αναθεωρητή Ντενγκ Σιαοπίνγκ (αριστερά, το 1979, με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζ. Κάρτερ), η σημερινή Κίνα του προέδρου Σι Τζινπίνγκ επιλέγει να δείχνει πλέον τα δόντια της κατά τρόπο πολύ πιο έντονο στη διεθνή σκηνή.Παρά την εξοπλιστική της γιγάντωση, η Κίνα εξακολουθεί να υστερεί στρατιωτικά έναντι των ΗΠΑ, με τον κινεζικό αμυντικό προϋπολογισμό για το έτος 2020 να υπολείπεται κατά περίπου 500 δισεκατομμύρια δολάρια του αντίστοιχου αμερικανικού.


Γράφαμε, σχετικά, στο Amynanet.gr, την ιστοσελίδα της «Α&Δ», στις αρχές Μαρτίου, σε άρθρο για τη γιγάντωση των στρατιωτικών δαπανών στην εποχή της πανδημίας: «στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες έχουν να κάνουν με μόνο δύο χώρες. Με τις ΗΠΑ που προηγούνται, και μάλιστα με διαφορά, στην κούρσα των στρατιωτικών εξοπλισμών (με έναν προϋπολογισμό ύψους περίπου 720 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2020) και την Κίνα που ακολουθεί μεν στη δεύτερη θέση (με περίπου 178 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2020), αλλά ανεβάζοντας ρυθμό. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας ειδικότερα, ακολουθεί ανοδική πορεία, αυξανόμενος σταθερά κατά πάνω από 5% ετησίως».

Αριθμητική υπεροχή

Αμερικανικές πηγές εκφράζουν πλέον δημόσια την ανησυχία τους για την κινεζική εξοπλιστική κούρσα, με το βλέμμα στραμμένο, κυρίως, στον δυτικό Ειρηνικό, όπου το «θερμόμετρο» ανεβαίνει. «Το κινεζικό πολεμικό ναυτικό διαθέτει περισσότερα πλοία από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ. Έχει σημασία;» διερωτώνται οι αμερικανικοί Navy Times, επικαλούμενοι στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το Πεκίνο έχει πια την αριθμητική υπεροχή στη θάλασσα, διαθέτοντας όντως περισσότερα πολεμικά πλοία (battle force ships) από τους Αμερικανούς (περίπου 60 παραπάνω, ή 360 έναντι 297).

Την ίδια ώρα ωστόσο, Αμερικανοί αναλυτές εγείρουν ανησυχίες γύρω και από άλλες επιμέρους «όψεις» της κινεζικής πολεμικής μηχανής. Άλλοι εστιάζοντας σε συγκεκριμένους τύπους κινεζικών πλοίων που «θα έπρεπε να ανησυχούν τις Ηνωμένες Πολιτείες» (όπως είναι τα Type 055-Renhai class αντιτορπιλικά ή τα Type 022-Houbei class καταμαράν), και άλλοι σε συγκεκριμένες κινεζικές τακτικές που προκαλούν προβληματισμό. Στο γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι Κινέζοι κινητοποιούν έναν στόλο από εκατοντάδες πλοία, φερόμενα ως αλιευτικά, «καταλαμβάνοντας» διαφιλονικούμενες θαλάσσιες περιοχές για μεγάλα χρονικά διαστήματα).

Πέρα, ωστόσο, από όσα επεισοδιακά συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά στις θάλασσες της Ασίας, γύρω από τα νησιά Σπράτλι, τον ύφαλο Σκάρµπορο και τα νησιά Σενκάκου/Ντιαογιού, αλλά και στον εναέριο χώρο της Ταϊβάν ή της Ιαπωνίας, πέρα από τις Freedom of Navigation Operations επιχειρήσεις των Αμερικανών, τις στρατιωτικές ασκήσεις, τα επεκτατικά ανοίγματα των Κινέζων και τις αερομαχίες, τα μεγαλύτερα «όπλα» της Κίνας στη διεθνή σκακιέρα είναι άλλα. Είναι οικονομικά-εμπορικά και δεν περιορίζονται γεωγραφικά στις περιοχές μεταξύ Χονγκ Κονγκ, Ιαπωνίας, Ταϊβάν και Φιλιππίνων. Αντιθέτως, φτάνουν από την Αυστραλία έως και τα Βαλκάνια, με όχημα τους νέους δρόμους του μεταξιού, έχοντας στο φόντο επενδύσεις, υποδομές, δάνεια ισοζύγια συναλλαγών.

Το Πεκίνο έχει πια την αριθμητική υπεροχή στον Ειρηνικό, διαθέτοντας περισσότερα πολεμικά πλοία από τους Αμερικανούς

Τα άλλα «όπλα»

Η Κίνα ξεχωρίζει, σήμερα, ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως. Είναι απλώς ζήτημα χρόνου, δε, να ανέλθει στην κορυφή της συγκεκριμένης κατάταξης, εκτοπίζοντας τις ΗΠΑ. Άλλωστε έχει ήδη «εκτοπίσει» τις ΗΠΑ από μια άλλη κορυφή, αποκτώντας η ίδια τη θέση του μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου της Γηραιάς Ηπείρου, μια θέση την οποία μέχρι πρότινος (έως και το 2019) κατείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν είναι, όμως, αντιφατικό ή ακόμη και επίφοβο όταν ο μεγαλύτερος εμπορικός σου εταίρος θεωρείται παράλληλα και συστημικός σου αντίπαλος; Διότι ήταν η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που το 2019, μέσα από τις σελίδες του «EU-China: A strategic outlook», είχε αποκαλέσει την Κίνα «συστημικό αντίπαλο» («systemic rival»). Οι σχετικές ανησυχίες εντείνονται πια, στη σκιά της πανδημίας, με τους αναλυτές να υπογραμμίζουν ως πηγή προβληματισμού, μεταξύ πολλών άλλων, και την «εξάρτηση» της Ευρώπης (αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών) από τις κινεζικές εισαγωγές φθηνών γενόσημων φαρμάκων/αντιβιοτικών, συστατικών για φάρμακα κ.ά.

Όμως η Κίνα ξεχωρίζει παράλληλα και για τη δυνατότητά της να απορροφά/καταναλώνει τεράστιους όγκους εισαγωγών λόγω πληθυσμού (με τους Κινέζους «καταναλωτές» να ανέρχονται πια σε περίπου 1,4 δισεκατομμύρια). Αλλά και ως η χώρα με τη μεγαλύτερη μεταποιητική βιομηχανία παγκοσμίως.

Κινέζοι αστυνομικοί και υπάλληλοι της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων σε διαδικασία κατάσχεσης ποσοτήτων σολομού μετά την επιβολή εμπάργκο.

Σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, η Κίνα είναι πλέον βαθιά ενσωματωμένη στην παγκόσμια οικονομία. Και σε αντίθεση με την Κίνα του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ επιλέγει να δείχνει πλέον τα δόντια της κατά τρόπο πολύ πιο έντονο στη διεθνή σκηνή, έχοντας πια αφήσει πίσω της εκείνη την«hide our capacities» προσέγγιση του παρελθόντος. Το Πεκίνο, πλέον, δεν διστάζει να δείξει τις «άγριες» διαθέσεις του όχι μόνο στις θάλασσες της Ασίας έναντι των συμμάχων των ΗΠΑ, αλλά ακόμη και σε διπλωματικό-επικοινωνιακό επίπεδο (wolf-warrior diplomacy) έναντι όσων τολμούν να του ασκούν κριτική στη σκιά της πανδημίας, επί παραδείγματι, ή για το θέμα των Ουιγούρων τα δικαιώματα των οποίων καταπατώνται στη βορειοδυτική κινεζική επαρχία Ξινγιάνγκ.
 
Τιμωρητικά αντίποινα

Όταν, τον περασμένο Μάρτιο, οι Ευρωπαίοι επέβαλαν κυρώσεις κατά Κινέζων αξιωματούχων για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ξινγιάνγκ, το Πεκίνο απάντησε επιβάλλοντας κυρώσεις κατά Ευρωπαίων πολιτικών (ευρωβουλευτών) και ευρωπαϊκών ιδρυμάτων (όπως είναι το γερμανικό «Mercator Institute for China Studies» και το δανέζικο «Alliance of Democracies» του πρώην πρωθυπουργού της Δανίας Άντερς Φογκ Ράσμουσεν). Και να σκεφτεί κανείς ότι μόλις ολίγους μήνες πριν, το Δεκέμβριο του 2020, Ευρωπαϊκή Ένωση και Κίνα είχαν καταλήξει -επί της αρχής και έπειτα από διαπραγματεύσεις περίπου επτά ετών- σε μια επενδυτική συμφωνία η οποία όμως τώρα, στη σκιά της κόντρας για τους Ουιγούρους, φαίνεται να κλονίζεται.

Το ερώτημα είναι πού μπορεί να φτάσει αυτή η κόντρα; Θα μπορούσε το Πεκίνο να εκμεταλλευτεί το παγκόσμιο οικονομικό και εμπορικό του εκτόπισμα προβαίνοντας σε τιμωρητικά -οικονομικού και εμπορικού- χαρακτήρα αντίποινα κατά όσων του ασκούν κριτική; Διότι είναι άλλο πράγμα ΗΠΑ και Κίνα να ανταλλάσσουν «πυρά» υπό μορφή αναλογικών δασμών και περιορισμών, και άλλο πράγμα το Πεκίνο να τιμωρεί οικονομικά-εμπορικά ολόκληρες χώρες ή συγκεκριμένους κλάδους των εθνικών οικονομιών απλώς και μόνο επειδή δέχθηκε κριτική. Το tit-for-tat που ισχύει στην πρώτη περίπτωση, προφανώς, δεν έχει καμία εφαρμογή στη δεύτερη.
 

Το 2019, ο πρέσβης της στο Βερολίνο, Γου Κεν, φέρεται να είχε απειλήσει τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία (που πουλά δεκάδες εκατομμύρια οχήματα στην Κίνα κάθε χρόνο) με «επιπτώσεις» εάν η κυβέρνηση Μέρκελ απέκλειε τη Huawei από τα γερμανικά δίκτυα 5G.

«Η Κίνα έχει ιστορικό απειλών κατά ιδιωτικών εταιρειών σε χώρες στις κυβερνήσεις των οποίων θέλει να ασκήσει πιέσεις», γράφει η Λίντσεϊ Γκόρμαν στο περιοδικό Foreign Policy, ανατρέχοντας σε μια σειρά από σχετικές περιπτώσεις.

Μόλις τον περασμένο Μάρτιο, το Πεκίνο απαγόρευσε, για παράδειγμα, τις εισαγωγές ανανά από την αυτόνομη Ταϊβάν την οποία δεν αναγνωρίζει. Το πλήγμα ήταν βαρύ για τους Ταϊβανέζους παραγωγούς, καθώς η κινεζική αγορά απορροφούσε σχεδόν το σύνολο (πάνω από το 90%) των εν λόγω εξαγωγών. Σε ανάλογο πνεύμα, το περασμένο φθινόπωρο, το Πεκίνο είχε επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς και στις εισαγωγές οίνου από την Αυστραλία, ως αντίποινα για τη στάση που έχουν κρατήσει οι Αυστραλοί (κυβέρνηση και μίντια) σε μια σειρά από θέματα που δυσαρέστησαν το Πεκίνο: σχετικά με την προέλευση της πανδημίας του κορονοϊού, τη Huawei, τους Ουιγούρους κ.ά.

Από τη κινεζική αγορά (που καταναλώνει θαλασσινά), είχε αποκλειστεί όμως και η βιομηχανία σολομού της Νορβηγίας για σειρά ετών, από το 2010 έως και περίπου το 2016. Αιτία ήταν το γεγονός ότι οι Νορβηγοί «τόλμησαν» να απονείμουν το Νόμπελ Ειρήνης το 2010 στον Κινέζο αντιφρονούντα Λιου Σιαομπό.

Την ίδια χρονιά, το 2010, οι τελωνειακές Αρχές της Κίνας είχαν όμως μπλοκάρει και φορτία με σπάνιες γαίες που είχαν ως προορισμό την Ιαπωνία, ως «αντίποινα» τότε για την προηγούμενη σύλληψη Κινέζου «ψαρά» από τους Ιάπωνες. Το πλοίο του εν λόγω Κινέζου είχε συγκρουστεί με πλοία της ιαπωνικής ακτοφυλακής εντός θαλάσσιας περιοχής που ανήκει μεν στην Ιαπωνία, αλλά διεκδικείται από την Κίνα, σύμφωνα με τα αμερικανικά δημοσιεύματα της εποχής (New York Times).

Αλλά και πιο πρόσφατα, το 2019, ο πρέσβης της Κίνας στο Βερολίνο, Γου Κεν, φέρεται να είχε απειλήσει τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία (που πουλά δεκάδες εκατομμύρια οχήματα στην Κίνα κάθε χρόνο) με «επιπτώσεις» εάν η γερμανική κυβέρνηση απέκλειε την κινεζική Huawei από τα γερμανικά δίκτυα 5G. Για την ιστορία και μόνο, αξίζει ίσως να σημειωθεί πως η Huawei δεν έχει ακόμη αποκλειστεί πλήρως από τη γερμανική αγορά των τηλεπικοινωνιών, αν και της έχει όντως επιβληθεί ένα περισσότερο αυστηρό πλαίσιο ελέγχων και περιορισμών.

Το Πεκίνο είχε όμως αντιδράσει κατά τρόπο δυσανάλογο και πίσω στα τέλη του 2018-αρχές του 2019 όταν η Μενγκ Ουάνγκζου, οικονομική διευθύντρια της Huawei, είχε συλληφθεί στον Καναδά στη βάση αμερικανικού εντάλματος. Οι κινεζικές Αρχές αντεπιτέθηκαν, εκδίδοντας ταξιδιωτικές οδηγίες με τις οποίες καλούσαν τους Κινέζους πολίτες να μην επισκέπτονται τη χώρα.

Το 2010, η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στον Κινέζο αντιφρονούντα Λιου Σιαομπό προκάλεσε την οργή του Πεκίνου, που φυσικά δεν του επέτρεψε να ταξιδεύσει, αναγκάζοντας τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής Θ. Τζάγκλαντ να «παραδώσει» το βραβείο σε μία άδεια καρέκλα και μπροστά σε ένα μεγάλο πορτρέτο του τιμώμενου.

Κι όταν, το 2019, ο Ντάριλ Μόρεϊ, ως γενικός διευθυντής τότε της ομάδας μπάσκετ των Χιούστον Ρόκετς, δημοσίευσε ένα tweet με το οποίο εξέφραζε τη συμπαράστασή του στον αγώνα των πολιτών του Χονγκ Κονγκ για δημοκρατία και ελευθερία, οι κινεζικές Αρχές απάντησαν απειλώντας να διακόψουν το συμβόλαιο αναμετάδοσης των αγώνων του NBA στην Κίνα και εξαναγκάζοντας το NBA σε δημόσια απολογία.

Η κινεζική ηγεσία έχει αποδείξει, λοιπόν, στην πράξη πως είναι διατεθειμένη να «απαντήσει» στην όποια (ακόμη και ιδιωτική) κριτική ασκώντας οικονομικού και εμπορικού χαρακτήρα πιέσεις κατά ολόκληρων χωρών και κλάδων της οικονομίας. Κι αυτό, με απώτερο σκοπό να φιμώσει τους επικριτές της, να αποτρέψει μελλοντικές επικρίσεις και να εξασφαλίσει δημόσιες δηλώσεις μετάνοιας.
 
Η Ελλάδα στη «μέση»

Το θέμα αφορά, εκ των πραγμάτων, κάθε χώρα που έχει εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, άρα και την Ελλάδα. Σημειώνεται πως η Ελλάδα έχει δεχθεί κριτική από την πλευρά της Δύσης καθώς έχει, μαζί με την Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, στηρίξει το Πεκίνο σε επίπεδο Ε.Ε. μπλοκάροντας την έκδοση επικριτικών δηλώσεων των Βρυξελλών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα κατά το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν (το 2017 επί παραδείγματι).

Τα δεδομένα έχουν, ωστόσο, έκτοτε αλλάξει. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός έχει οξυνθεί και ο αμερικανικός παράγοντας έχει «επιστρέψει» εν τω μεταξύ στην Ελλάδα, υψώνοντας φράκτες (έναρξη στρατηγικού διαλόγου, επέκταση αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, αναθεώρηση Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας-MDCA, μπλόκο στη Huawei για 5G κ.ά.) γύρω από τις κινεζικές επενδύσεις (COSCO-Πειραιάς). «Η κόντρα Δύσης-Κίνας αγριεύει και η Ελλάδα είναι στη μέση», σημειώνει άνθρωπος με βαθιά γνώση των εξελίξεων, μιλώντας στο Άμυνα & Διπλωματία. Τα περιθώρια των ελιγμών για την ελληνική πλευρά φαίνεται, με άλλα λόγια, να περιορίζονται σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, καθιστώντας έτσι δυσκολότερες και τις όποιες ασκήσεις εξισορρόπησης από την πλευρά της Αθήνας.

Όσο για τη νέα διοίκηση υπό τον Δημοκρατικό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν στις ΗΠΑ, έχει (μέσα από τις σελίδες της «2021 Trade Agenda and 2020 Annual Report») φροντίσει να αποκηρύξει τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας ως εκβιαστικές-καταναγκαστικές (coercive) και άδικες-αθέμιτες (unfair), στέλνοντας όμως παράλληλα το μήνυμα πως είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία (all available tools) για να τις αντιμετωπίσει.
 

Λόγω της έντασης στις σχέσεις Δύσης-Κίνας, τα περιθώρια ελιγμών για την ελληνική πλευρά περιορίζονται σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, ανατρέποντας την πολιτική που εφάρμοσε, κατά τους πρώτους μήνες της θητείας του, ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης (στη φωτογραφία με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, το Νοέμβριο του 2019, στις εγκαταστάσεις της COSCO στον Πειραιά).εγκαταστάσεις της COSCO στον Πειραιά).
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.