“Ψωροκώσταινα”: Μια αγία του Ελληνισμού, προσφέρει διδάγματα για το σήμερα

Στη σύγχρονη πολιτική ορολογία ειδική θέση κατέχει το παρωνύμιο «Ψωροκώσταινα». Με τον υποτιμητικό και περιπαικτικό αυτόν προσδιορισμό χαρακτηρίζουμε συχνά το ελληνικό κράτος. Έτσι, υποδηλώνουμε την υπανάπτυξη, την προχειρότητα, τη θεσμική αναποτελεσματικότητα, τη μόνιμη οικονομική δυσπραγία, που εν πολλοίς οφείλεται στην πλημμελή δημοσιονομική διαχείριση από τους αρμόδιους φορείς. Όμως, η Ψωροκώσταινα, κατά την επικρατέστερη άποψη*, είναι ιστορική προσωπικότητα, ηρωική, αξιοθαύμαστη και αξιομίμητη. Η πολυκύμαντη ζωή της έχει συνδεθεί με την Ελληνική Επανάσταση και αποτελεί παράδειγμα ελληνικού φιλότιμου, ακραιφνούς πατριωτισμού και έμπρακτης φιλανθρωπίας.

Από: defence-point.gr

Του Βασιλείου Κουδούνη
(Ιστορικός- Φιλόλογος, MEd.)

Στις 27 Μαΐου 1821 στον όρμο της Ερεσού της δυτικής Λέσβου διεξήχθη ναυμαχία ελληνικών πλοίων με δίκροτο του οθωμανικού στόλου. Ο Ψαριανός πλοίαρχος Δημήτρης Παπανικολής με 21 συμπολεμιστές του πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη καταδρομική επιχείρηση χρησιμοποιώντας εμπρηστικό σκάφος με αποτέλεσμα την καταστροφή του εχθρικού πλοίου.

Το ανδραγάθημα αυτό τόνωσε το ηθικό των αγωνιστών, αλλά προκάλεσε τραγικά αντίποινα. Την ίδια μέρα στο «μεγάλο τζουλούσι» φονεύτηκαν από τον τουρκικό όχλο στην αγορά της Μυτιλήνης αρκετοί Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των ραγιάδων. Ακολούθησε στις 2-3 Ιουνίου του 1821 η πυρπόληση των Κυδωνιών (Αϊβαλιού) της Μικράς Ασίας, ακμαιότατου οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου του υπόδουλου Γένους.

Ο μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας των Ορφανών μαζί με τις υπόλοιπες εκκλησίες, η περίφημη Ακαδημία, όπου οι μαθητές μεταξύ τους μιλούσαν μόνο αρχαία ελληνικά, τα σπίτια και όλα τα καταστήματα παραδόθηκαν στην πύρινη λαίλαπα. Εκατοντάδες ελληνικές οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Όσοι διασώθηκαν από τη σφαγή κατέφυγαν στα νησιά και στον Μοριά, όπου συμμετείχαν στην Επανάσταση.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήταν και η Πανωραία Χατζηκώστα ή Χατζηκώσταινα. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα, πιθανότατα ήταν χήρα Aϊβαλιώτη πλούσιου εμπόρου, η οποία έχασε τα πάντα, σύζυγο, παιδιά και περιουσία. Μόνη, χαροκαμένη, πάμφτωχη, εξαθλιωμένη κατέφυγε αρχικά στα Ψαρά. Ένα ασημένιο δαχτυλίδι στο χέρι της θύμιζε την προηγούμενη οικογενειακή αίγλη στο Αϊβαλί. Πριν γίνει η «Ψωροκώσταινα».

Κοιμόταν στους δρόμους και ζητιάνευε λίγο ψωμί, για να ζήσει. Είχε, εν τούτοις, την τύχη να συναντήσει τον ηλικιωμένο Βενιαμίν Λέσβιο, πρόσφυγα δάσκαλο της Ακαδημίας των Κυδωνιών. Ο διαπρεπής αυτός λόγιος παρέδιδε μαθήματα, για να ζήσει. Μαζί εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο. Τη βοήθησε και την προστάτεψε μέχρι την εκδημία του, από τύφο το 1824.

Έπειτα, η Ελληνίδα αρχόντισσα του Αϊβαλιού, μόνη της πια, συνέχισε τον επώδυνο αγώνα της επιβίωσης στο Ναύπλιο. Οι κάτοικοι, που γνώριζαν ότι είχε έρθει από τα Ψαρά, της προσήψαν το παρατσούκλι «Ψαροκώσταινα». Ξενόπλενε και έκανε χαμαλοδουλειές. Ζούσε από την ελεημοσύνη των φιλανθρώπων. Η μοναξιά, η φτώχεια, η απόρριψη, ο πόνος για την απώλεια της οικογένειάς της εξασθένησαν τα λογικά της.

Τα γηρατειά είχαν έρθει πρόωρα. Παρά ταύτα, η πίστη στον Θεό παρέμενε ισχυρή. Καθημερινά κατέφευγε στους Ναούς και προσευχόταν. Οι κληρικοί, που τη γνώριζαν, προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν. Η γυναίκα αυτή, της απόλυτης ανέχειας, όμως, έδωσε τον δικό της αγώνα στην Επανάσταση.

Βλέποντας ίσως στα πρόσωπά τους τα δικά της παιδιά συγκέντρωσε υπό την προστασία της τα ορφανά του πολέμου που είχαν καταφύγει στο Ναύπλιο. Τους εξασφάλισε και κατάλυμα σε ένα εγκαταλελειμμένο από τους Οθωμανούς σπίτι. Ό,τι εξοικονομούσε από την επαιτεία το μοιραζόταν μαζί τους. Σε όσους τη ρωτούσαν πώς επιβιώνει η ίδια και τα ορφανά απαντούσε: «Η Παναγιά με βοηθάει να ταΐζω τα ορφανά». Πολλές φορές κατατρεγμένα παιδιά της παραλίας του Ναυπλίου τη φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Περαιτέρω, το 1826 οι Τουρκοαιγύπτιοι του Ιμπραήμ διαγούμιζαν και έκαιγαν την Πελοπόννησο. Το Μεσολόγγι έπεσε ηρωικά και οι Έλληνες είχαν περιέλθει σε δεινή θέση. Δε διέθεταν οικονομικά μέσα, όπλα και πολεμοφόδια και το ηθικό είχε καταρρεύσει. Επίσης, πολλοί πρόσφυγες είχαν συρρεύσει στην πόλη του Ναυπλίου.

Μια Κυριακή (εορτή της Αγίας Τριάδος, 8-6-1826) μετά τη θεία λειτουργία οργανώθηκε έρανος, για να ενισχυθούν οι αγωνιστές, οι πεινασμένοι και τα ορφανά. Στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου τοποθέτησαν ένα τραπέζι και ο εκ της Ζαγοράς ορμώμενος δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος παρότρυνε με λόγο συγκινησιακά φορτισμένο και πηγαίο τον πολύπαθο λαό να συνεισφέρει.

Αναφώνησε χαρακτηριστικά: «Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν είμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθή όστις θέλει! Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!».

Ο ίδιος προσέφερε 4 λίρες, τις οικονομίες της ζωής του. Παρά τις θερμές εκκλήσεις, ωστόσο, των μελών της ερανικής επιτροπής η ανταπόκριση του λαού στην αρχή ήταν μηδαμινή. Η φτώχεια και η εξαθλίωση αποτελούσαν τροχοπέδη σε κάθε πράξη βοήθειας παρά τη θέληση για προσφορά στον Αγώνα.

Ξαφνικά μέσα από το πλήθος εμφανίστηκε η Πανωραία Χατζηκώστα. Πλησίασε την επιτροπή και έδωσε το ασημένιο δαχτυλίδι και το μοναδικό της γρόσι. Όλοι αιφνιδιάστηκαν. Η απροσδόκητη αυτή πατριωτική χειρονομία της προκάλεσε ρίγη συγκίνησης και επευφημίες. Αμέσως αναζωπυρώθηκε το ελληνικό φιλότιμο και λειτούργησε η εθνική ομοψυχία. Όλοι άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου ό,τι μπορούσαν, οι περισσότεροι από το υστέρημά τους.

Έτσι, η Ψωροκώσταινα, μια περιθωριακή πλύστρα με κλονισμένα τα λογικά της, μια πονεμένη και ενδεής χριστιανή, έγινε φωτεινό πρότυπο ανθρωπιάς και εθνικής αλληλεγγύης. Αργότερα, όταν ο Καποδίστριας ίδρυσε Ορφανοτροφείο, η Χατζηκώστα αφιλοκερδώς έπλενε τα ρούχα των παιδιών του ιδρύματος. Τα παιδιά αυτά θα την κατευοδώσουν στην τελευταία της κατοικία. Οι Αρχές δεν εκπροσωπήθηκαν.

Αντιπροσωπευτικές είναι οι παρακάτω περιπτώσεις σκωπτικής σύνδεσης του όρου «Ψωροκώσταινα» με την ελληνική κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, ο πολιτικός και λόγιος Νικόλαος Δραγούμης (1809-1879) στις «Ιστορικές Αναμνήσεις», δημοσιευμένες στο περιοδικό «Πανδώρα», διηγείται ότι το 1833 ως κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο νεοαφιχθείς Όθωνας.

Όταν ενημέρωσε τον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του απάντησε απαξιωτικά «η Ψωροκώσταινα!». Την ίδια αρνητική στάση έδειξαν και οι υπόλοιποι βαρκάρηδες. Γι΄ αυτό στην υπηρεσιακή αναφορά του σημειώνει ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

Επί της μοναρχίας του Όθωνα, επίσης, οι άποροι αγωνιστές συνήθιζαν να αποκαλούν ειρωνικά τη βαυαρική αντιβασιλεία «Ψωροκώσταινα». Οι αντιβασιλείς από την πλευρά τους σε όσους ζητούσαν την κρατική αρωγή, για να συντηρηθούν, με περιφρόνηση ανταπαντούσαν: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Σταδιακά η χρήση τού εν λόγω παρωνυμίου δεν περιορίζεται σε κυβερνήσεις, αλλά γενικεύεται και αφορά το ελληνικό κράτος.

Έτσι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές η γυναίκα- σύμβολο της φιλοπατρίας και της ανθρωπιάς έγινε διαχρονικό προσωνύμιο του ελληνικού κράτους με αρνητική συνδήλωση. Η Ψωροκώσταινα έμεινε να ταυτίζεται με τη μίζερη Ελλάδα μέχρι σήμερα. Η Πανωραία Χατζηκώστα ξεχάστηκε. Τέτοιες προσωπικότητες, άλλωστε, συχνά περιβάλλονται με το βαρύ πέπλο της λήθης, διότι προκαλώντας ιδεολογικές και συνειδησιακές αναταράξεις και ενοχλώντας την τυποποιημένη καθημερινή βολή μας, ενεργοποιούν την άμυνα των κεκτημένων.

*Σχετικές αναφορές μεταξύ άλλων:

-Στην ιστοσελίδα της «Αργολικής Βιβλιοθήκης».
– Στο βιβλίο «Παιδεία επί Τουρκοκρατίας» του γυμνασιάρχη Τρύφωνος Ευαγγελίδου (1936).
– Στο πολύτομο έργο «Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου (10ος τόμος, σελ. 62).
-Σε σημείωμα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στο περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων»(1916).
-Σε άρθρο του Ευάγγελου Δαδιώτη, Κυδωνιάτη λογίου, στο περιοδικό «Αιγαιοπελαγίτικα».
– Σε άρθρο του Μιχάλη Λαμπρυνίδη, Ναυπλιώτη λογίου, συγγραφέα, βουλευτή, στην εφημερίδα «Αθήναι», 1-2-1904.
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.