1826: Η νίκη των Ελλήνων επί του Ιμπραήμ στο Μεχμέταγα και η καταστροφική δράση του Αιγύπτιου στο Μοριά

Η μάχη του Μεχμέταγα και οι πρωταγωνιστές της με επικεφαλής τον Νικηταρά - Η πανωλεθρία των Αιγυπτίων - Οι λεηλασίες και οι καταστροφές των στρατευμάτων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο - Στάικος Σταϊκόπουλος: ο αγωνιστής του ‘21 που πέθανε τρελός και επαίτης - Αντόνιο Αλμέιντα: ο Πορτογάλος φιλέλληνας με την μεγάλη προσφορά στην Επανάσταση του 1821

Από: Πρώτο Θέμα - Μιχάλης Στούκας

Στους περισσότερους Έλληνες υπάρχει η εντύπωση, ότι ο Ιμπραήμ, ο γεννημένος, πιθανότατα, στο χωριό Νικηφόρος της Δράμας, Αιγύπτιος βαλής, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της χώρας μας, το 1824, μετά από εντολή του πατέρα του, Χεβίδη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή για να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, ήταν αήττητος και ότι μόνο στο Ναβαρίνο νικήθηκε από τους στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι σωστό. Σε παλαιότερο άρθρο μας (21/10/2017), έχουμε αναφερθεί στο “βατερλό” του Ιμπραήμ στη Μάνη (1826), με τις ήττες του στη Βέργα, το Διρό και τον Πολυάραβο. Σήμερα θα αναφερθούμε σε μία ακόμη, άγνωστη νομίζουμε, ήττα του Ιμπραήμ στο Μεχμέταγα (ή Μεϊμέταγα), τον Ιούλιο του 1826.

Το χωριό Μεχμέταγα, από το 1928 ονομάζεται Γαρέα. Θα αναφερθούμε επίσης στις καταστροφές που προκάλεσαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ μετά την ήττα τους εκεί και θα παραθέσουμε λεπτομέρειες από τη ζωή και τη δράση δύο από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής νίκης: του Στάικου Σταϊκόπουλου, που απελευθέρωσε το Ναύπλιο και μετά την Επανάσταση τρελάθηκε, φυλακίστηκε και πέθανε πάμφτωχος, καθώς στα τελευταία χρόνια της ζωής του επαιτούσε και τον Πορτογάλο φιλέλληνα Αντόνιο Αλμέιντα ο οποίος συμμετείχε σε πολλές μάχες στη διάρκεια της Επανάστασης προσφέροντας με την εμπειρία του, σημαντικές υπηρεσίες στη χώρα μας. Έμεινε μάλιστα στην Ελλάδα και μετά την απελευθέρωση και κατέλαβε διάφορα αξιώματα.

Η νίκη των Ελλήνων επί Αιγυπτίων και Τουρκαλβανών στο Μεχμέταγα (Γαρέα) Αρκαδίας (Ιούλιος 1826)

Μετά την ήττα του στη Βέργα από τους Μανιάτες, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια του και να κινηθεί προς την Τριπολιτσά, έχοντας στη διάθεση του πολυάριθμο στράτευμα. Τόση ήταν η δύναμη του στρατού αυτού ώστε όσοι Έλληνες φύλαγαν τα στενά μεταξύ Μεσσηνίας και Κεντρικής Πελοποννήσου, έχοντας επικεφαλής δύο σπουδαίους οπλαρχηγούς, τον Πλαπούτα και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, μόλις είδαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα να προχωρούν από τα πεδινά του Λεονταρίου και της Καρύταινας απομακρύνθηκαν. Αυτοί που κατείχαν τις Καρυές απομακρύνθηκαν προς την Αλωνίσταινα, ενώ όσοι στρατοπέδευαν στο Μάνεσι κατευθύνθηκαν προς τα Βέρβαινα.

Ωστόσο η πορεία του Ιμπραήμ προς την Τρίπολη δεν ήταν ανεμπόδιστη. Έστειλε ένα ισχυρό σώμα για εκκαθάριση όσων ένοπλων βρίσκονταν στην περιοχή της Καρύταινας. Αυτοί είχαν σημαντικές απώλειες από τους Καρυτινούς, οι οποίοι όμως μπροστά στο μεγάλο πλήθος των εχθρών αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Ο Ιμπραήμ φτάνοντας στην Τριπολιτσά, είχε μαζί του πολλά τρόφιμα και εφόδια για τη φρουρά της πόλης, η οποία λόγω παρεμβάσεων των Ελλήνων δεν σιτιζόταν επαρκώς. Ο Ιμπραήμ άφησε τους στρατιώτες του να ξεκουραστούν στην Τριπολιτσά καθώς ήταν εξουθενωμένοι από μάχες και πορείες.

Ωστόσο ο Κολοκοτρώνης ο οποίος βρισκόταν στην Αργολίδα δεν έμενε αδρανής. Έστειλε στα Βέρβαινα όσους μπόρεσε να κινητοποιήσει στο Ναύπλιο, το ιππικό από ατάκτους και το τακτικό ιππικό, του οποίου αρχηγός ήταν ο Πορτογάλος φιλέλληνας Αντόνιο Αλμέιντα.

Πολλοί Αιγύπτιοι, έβγαιναν από την Τριπολιτσά για να μαζέψουν τρόφιμα. Ένα από τα τμήματα αυτά έπεσε σε ενέδρα του Γενναίου Κολοκοτρώνη στο Κακόρεμα όπου βρίσκονται οι σπηλιές των Αρκουδορεματιών και είχε μεγάλες απώλειες. Ο Νικηταράς με τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη ο οποίος ήταν επικεφαλής ατάκτων ιππέων κατέλαβαν τις Ρίζες, ενώ ο Αλμέιντα τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1826 με τους τακτικούς ιππείς, κατέλαβαν το Μεχμέταγα.

Το ίδιο βράδυ, τρείς λόχοι Αιγυπτίων επέδραμαν προς το Μεχμέταγα. Ευτυχώς τους αντιλήφθηκαν ο Νικηταράς και ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης και έσπευσαν σε βοήθεια του Αλμέιντα κυκλώνοντας τους Αιγυπτίους. Ακολούθησε σκληρή μάχη. Οι Αιγύπτιοι σχημάτισαν τετράγωνο ώστε να μάχονται απ’ όλες τις πλευρές, ενώ Τουρκαλβανοί που πολεμούσαν μαζί τους, κατέλαβαν ένα σπίτι και άρχισαν να πυροβολούν από εκεί. Εναντίον του τετραγώνου των Αιγυπτίων εφόρμησε ο Αλμέιντα με τους λογχοφόρους ιππείς του και το διέσπασε, ενώ ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, κυνηγούσε τους Αιγύπτιους που απομακρύνονταν. Παράλληλα ο Νικηταράς με τον Θ. Ζαχαρόπουλο, ανέβηκαν στη στέγη του σπιτιού όπου βρίσκονταν οχυρωμένοι οι Τουρκαλβανοί και άρχισαν να πυροβολούν προς το εσωτερικό του, προκαλώντας σύγχυση και ταραχή σε όσους βρίσκονταν σ’ αυτό.

Οι Αιγύπτιοι που βλέποντας τα πράγματα να γίνονται πολύ δύσκολα γι’ αυτούς, έσπευσαν στην Τριπολιτσά και ζήτησαν βοήθεια. Πραγματικά 650 πεζοί και 80 ιππείς στάλθηκαν στο Μεχμέταγα. Ο Κολοκοτρώνης που παρακολουθούσε τη μάχη, είδε τις ενισχύσεις των Αιγυπτίων και ζήτησε από τους Έλληνες, να αποχωρήσουν προς ψηλότερα μέρη.



Κατά την αποχώρηση των Ελλήνων όμως, ο Νικηταράς μαζί με 29 μόνο άνδρες, παρέμειναν στην περιοχή του Μεχμέταγα. Οι Αιγύπτιοι τους αντιλήφθηκαν και τους κυνηγούσαν. Τελικά, με τη βοήθεια του Αλμέιντα ο Νικηταράς και οι άνδρες του κατάφεραν πολεμώντας να φτάσουν στον Μπερτζοβά, όπου κατέλαβαν επίκαιρη θέση και πυροβολούσαν τους Αιγύπτιους. Οι Αιγύπτιοι προσπάθησαν να απασχολήσουν τους αμυνόμενους, μέχρι να καταφθάσουν οι ενισχύσεις από την Τριπολιτσά. Σαν από μηχανής θεός, εμφανίστηκε εκείνη την ώρα ο Στάικος Σταϊκόπουλος, που είχε ειδοποιηθεί έγκαιρα, με λίγους άνδρες πυροβολώντας από ψηλότερο μέρος, κραυγάζοντας ότι έρχεται ο Κολοκοτρώνης με ισχυρές δυνάμεις. Πανικόβλητοι οι Αιγύπτιοι από τα, παραπλανητικά, λόγια του Σταϊκόπουλου, αποχώρησαν άρον άρον και πήγαν πάλι στη Τριπολιτσά. Στον Σταϊκόπουλο θ’ αναφερθούμε στο τέλος του άρθρου. Στη μάχη του Μεχμέταγα σκοτώθηκαν διακόσιοι Αιγύπτιοι ενώ από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δύο πεζοί και δύο ιππείς του τακτικού στρατού, ενώ σκοτώθηκαν και πέντε άλογα. Πολλά λάφυρα των Αιγυπτίων πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων, ανάμεσα τους έξι τύμπανα και δύο σημαίες.


Στη μάχη του Μεχμέταγα διακρίθηκε και ο φιλέλληνας από την Πορτογαλία Αντόνιο Αλμέιντα. Ο Κολοκοτρώνης βλέποντας πόσο μεγάλη ήταν η συνεισφορά του οργανωμένου, τακτικού ιππικού στη μάχη, θέλησε να το ενισχύσει και να το αξιοποιήσει περισσότερο σε σημαντικότερες επιχειρήσεις, ωστόσο υπήρχε διάσταση απόψεων με τον πρόεδρο της κυβέρνησης Ζαΐμη ο οποίος δεν ήθελε να αφήσει τον Αλμέιντα στη διάθεση του Κολοκοτρώνη. Έτσι, λόγω της θέσης του, διέταξε τον Πορτογάλο φιλέλληνα ν’ αποχωρήσει από τον Μοριά και να τεθεί κάτω από τις εντολές του Φαβιέρου.

Οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ καταστρέφουν και λεηλατούν τον Μοριά - Τα χτυπήματα των Ελλήνων στους Αιγύπτιους

Μετά από όλα αυτά ο Ιμπραήμ με περισσότερους από 10.000 άνδρες, ξεκίνησε με σκοπό να προκαλέσει καταστροφές στον Μοριά.

Αρχικά εκστράτευσε στην Κορινθία, όπου θέρισε όλα τα καλαμπόκια που ήταν σπαρμένα. Προχώρησε έπειτα στα χωριά Καστανιά και Λαύκα, αλλά η πορεία του ανακόπηκε στη θέση Καταβόθρες από αγωνιστές της περιοχής οι οποίοι έδωσαν την ευκαιρία στους άμαχους των χωριών να απομακρυνθούν.

Συνεχίζοντας ανέβηκε στην Κυλλήνη (Ζήρεια), το ψηλότερο βουνό της Κορινθίας και αιφνιδίασε του βλαχοποιμένες που βρίσκονταν εκεί αρπάζοντας τα κοπάδια, τα προϊόντα τους κλπ., καθώς ανακάλυψε τις κρυψώνες τους. Ευτυχώς όμως οι κάτοικοι της περιοχής σώθηκαν καθώς κρύφτηκαν σε διάφορες σπηλιές. Στο χωριό Καλλιάνι Αρκαδίας, προσπάθησε να εξοντώσει τους κατοίκους που είχαν οχυρωθεί σε σπηλιές σε απόκρημνα βράχια, αλλά το μόνο που “κατάφερε”, ήταν πολλοί άνδρες του να σκοτωθούν και να τραυματιστούν πέφτοντας από τα βράχια. Έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην Τριπολιτσά, κάτι που έκανε, αφού όμως πρώτα περνώντας από το βουνό της Αρμενιάς και τον κάμπο των χωριών Κακούρι και Πικέρνι, κατέστρεψε ότι βρήκε μπροστά του.

Στις 25 Ιουλίου, συγκέντρωσε όλο τον στρατό του στην Τριπολιτσά και τον χώρισε σε τρία τμήματα, τα οποία έστειλε στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου με ρητή εντολή να μην μείνει τίποτα όρθιο σ’ αυτές...

Το πρώτο τμήμα στις αρχές Αυγούστου προχώρησε εναντίον των περιοχών του Αγίου Πέτρου και του Πραστού της Κυνουρίας, λεηλάτησε την ύπαιθρο και έκαψε τον Άγιο Πέτρο, το Καστρί, τη Μονή Μαλεβής, την κωμόπολη Άγιος Ιωάννης και κατέβηκε στην εύφορη κοιλάδα του Άστρους. Στην κορυφή της χερσονήσου του Άστρους, είχαν χτίσει με δικές τους δαπάνες ισχυρό κάστρο οι αδελφοί Παναγιώτης, Κωνσταντίνος και Ιωάννης Ζαφειρόπουλοι, οι οποίοι ήταν παλιότερα έμποροι. Ο ένας στην Κωνσταντινούπολη, ο άλλος στην Ύδρα και ο τρίτος στη Μασσαλία. Στο κάστρο αυτό είχαν καταφύγει ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος με αρκετούς άνδρες του, οι περισσότεροι Αγιοπετρίτες και Πελοποννήσιοι από άλλες περιοχές.

Τους έγκλειστους στο κάστρο, έσπευσαν να βοηθήσουν ο Νικηταράς, ο Στάικος Σταϊκόπουλος και μετά από λίγο το σώμα “Κεφαλληνό - Ζακύνθιον” που είχε σχηματισθεί στο Ναύπλιο, με αρχηγούς, τον Ανδρέα Μεταξά, τον Ιωάννη Πέτα και τον Δανιήλ Πανά. Ακολούθησαν ο Γ. Αγαλλόπουλος, Χρήστος Κολοκοτρώνης και ο Τσόκρης. Έτσι μέσα στο κάστρο βρίσκονταν 2.000 περίπου μάχιμοι άνδρες. Οι Αιγύπτιοι πυρπόλησαν τον Άγιο Ιωάννη και επιτέθηκαν σε μοναστήρια της περιοχής. Σε ένα από αυτά, στο μοναστήρι του Προδρόμου πάνω από το Καστρί, βρίσκονταν άρρωστοι, τραυματίες και πολλές οικογένειες. Ωστόσο, καθώς το μοναστήρι βρισκόταν σε απόκρημνη θέση, κατάφεραν ν’ αντιμετωπίσουν τους Αιγύπτιους. Αυτοί έπειτα κατευθύνθηκαν στα Καλύβια Άστρους και την Μελιγγού, τα οποία και πυρπόλησαν. Στις 4 Αυγούστου, χίλιοι πεζοί Αιγύπτιοι και τριακόσιοι ιππείς, επιτέθηκαν στο κάστρο των Ζαφειρόπουλων. Οι Έλληνες έχοντας και τη βοήθεια των πυροβόλων δύο ελληνικών πλοίων τους αντιμετώπισαν σχετικά εύκολα, αλλά δεν τους καταδίωξαν. Στις 6 Αυγούστου, οι Αιγύπτιοι επέστρεψαν στο φρούριο των Ζαφειρόπουλων. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, είχαν φτάσει σε βοήθεια των έγκλειστων στο κάστρο ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας, οι οποίοι με τη βοήθεια και των άλλων Ελλήνων έτρεψαν τους Αιγύπτιους σε φυγή και τους καταδίωξαν!


Το δεύτερο τμήμα του αιγυπτιακού στρατεύματος, πέρασε από τα Ολυμπιοχώρια, όπου συνάντησε κάποια αντίσταση από τον Θ. Ζαχαρόπουλο και τους άνδρες του και συνέχισε την πορεία του προς το Βρονταμά, τον οποίο πυρπόλησε και κατευθύνθηκαν προς την Κρεμαστή. Οι κάτοικοι του χωριού, μόλις που πρόλαβαν να κλειστούν στο παλιό φρούριο του χωριού που βρίσκονταν σε περιοχή με γκρεμούς. Αρχικά αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους Αιγύπτιους, όμως καθώς ξέμειναν από τροφή και νερό, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Εδώ είχαμε και το τραγικό γεγονός πολλές γυναίκες να πέσουν σε γκρεμούς και να σκοτωθούν για να μην αιχμαλωτιστούν. Οι Αιγύπτιοι προχώρησαν πριν τη Λακωνία και στις 14 Αυγούστου στρατοπέδευσαν στο χωριό Βασαρά. Μαζί τους είχαν 300 αιχμαλώτους και 12.000 ζώα, κυρίως γιδοπρόβατα. Την ίδια μέρα όμως τους επιτέθηκαν τρείς από τους σπουδαιότερους ήρωες του ‘21 ο Νικηταράς, ο Πλαπούτας και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης που με 2.000 άνδρες είχαν φτάσει στον Βασαρά πριν λίγες μέρες. Οι Αιγύπτιοι ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή έχοντας αρκετές απώλειες. Παράλληλα, άφησαν στους Έλληνες τους αιχμαλώτους και τα ζώα.

Παράλληλα, ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και ο Παπαδημήτρης, έστησαν ενέδρα σ’ ένα απόσπασμα Αιγυπτίων σκοτώνοντας 75 από αυτούς, ενώ ο Γιάννακας χτύπησε στη Αράχωβα (Αρκαδίας) και την Κερατιά 150 Αιγύπτιους ιππείς από τους οποίους σκοτώθηκαν 30 και αιχμαλωτίστηκαν άλλοι, μαζί με 17 άλογα.

Το τρίτο σώμα της στρατιάς, επικεφαλής του οποίου ήταν ο ίδιος ο Ιμπραήμ, μέσω της Αράχωβας (Αρκαδίας), κατευθύνθηκε προς τον Μυστρά και προχώρησε προς το φρούριο της επαρχίας, όπου είχαν κλειστεί ο Α. Κουμουστιώτης, ο Π. Α. Μπαρμπιτσιώτης και ο Σωτήρης και Ανδρέας Ζαχαρόπουλος. Προηγουμένως, ένα τμήμα της στρατιάς του Ιμπραήμ ανέβηκε στο διάσελο της Αλωνίσταινας, προχώρησε προς το δάσος της Πατερίτσας όπου χτυπήθηκε από κατοίκους της περιοχής και έφτασε στη Βυτίνα. Από εκεί, οι Αιγύπτιοι κατευθύνθηκαν προς τη Γρανίτσα και έκαψαν το μοναστήρι της που βρισκόταν σε οχυρή θέση και ήταν κατά τον Φωτάκο “απόρθητον”. “Αίτιοι του κακού τούτου έγινεν ο Γεώργιος Μπούκουρας και ο Χατσή Σταύρος και εχάθη το μοναστήρι, το τόσον αναγκαίον ως άσυλον των ανθρώπων και ασφάλειαν των πραγμάτων. Εάν όμως αυτοί ήθελαν σταθεί να πολεμήσουν τους Τούρκους, ο πόλεμος θα εγίνετο από τα μελίσσια, τα οποία είχαν φέρει εκεί οι Έλληνες και οι πατέρες της μονής... αλλά όλη αυτή η ετοιμασία εις μάτην εγένετο”. Προφανώς, οι Έλληνες είχαν συλλάβει ένα ευφυές σχέδιο. Είχαν φέρει κυψέλες με μελίσσια στη μονή, τα οποία θα ελευθέρωναν με σκοπό να επιτεθούν αυτά στους Αιγύπτιους! Όμως η φυγή δύο οπλαρχηγών ματαίωσε το σχέδιο αυτό και το μοναστήρι της Γρανίτσας πυρπολήθηκε.

Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ άρχισε να πολιορκεί το κάστρο του Μυστρά. Στις 15 Αυγούστου όμως, έφτασε σε βοήθεια των πολιορκημένων ο Νικήτας Φλέσσας. Αμέσως και όσοι βρίσκονταν μέσα στο κάστρο επιχείρησαν ορμητική έξοδο και έτρεψαν τους Αιγύπτιους σε φυγή! Ο Ιμπραήμ στράφηκε τότε εναντίον του μικρού πύργου του Μεχμέταγα και αφού επί 12 ημέρες τον πολιόρκησε μάταια, αποφάσισε να κατασκευαστούν λαγούμια για να τον ανατινάξει. Οι μόλις 30 υπερασπιστές του πύργου επιχείρησαν ηρωική έξοδο και κατάφεραν να σωθούν όλοι εκτός από τρείς, που αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στον πύργο και σκοτώθηκαν την επόμενη μέρα από την ανατίναξή του. Ο Ιμπραήμ στη συνέχεια, έχοντας πάντα στο μυαλό του την κατάληψη της Μάνης κατευθύνθηκε προς την ιστορική περιοχή του Μοριά. Ηττήθηκε όμως για τρίτη φορά, στο Πολυάραβο (ή Πολυτσάραβο) και ντροπιασμένος αναχώρησε για την Τριπολιτσά.


Τι πέτυχε ο Ιμπραήμ στον Μοριά ως τον Αύγουστο του 1826

Διαβάζοντας όσα αναφέραμε παραπάνω, ένας αμερόληπτος αναγνώστης θα παρατηρήσει αυτά που γράφει και ο Διονύσιος Κόκκινος στο εξάτομο μνημειώδες έργο του “Η Ελληνική Επανάστασις”. Μόνο την Τριπολιτσά είχε καταλάβει ο Ιμπραήμ, καθώς πουθενά αλλού δεν μπόρεσε να εγκαταστήσει φρουρά. Προέλαυνε καίγοντας χωριά και συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους. “Η εκστρατεία του εξακολουθούσε να έχει μόνον τον χαρακτήρα του ολέθρου”, γράφει εύστοχα ο Δ. Κόκκινος. Όπως είδαμε, ακόμα και οπλαρχηγοί με λίγους άνδρες προκαλούσαν μεγάλες απώλειες στα αιγυπτιακά στρατεύματα. “Ελληνικός στρατός ικανός να παραταχθεί απέναντι των ισχυρών αιγυπτιακών δυνάμεων δεν ήτο δυνατό να σχηματισθεί, αφ’ ενός διότι η κυβέρνησις δεν διέθετε τα απαιτούμενα προς τούτο οικονομικά μέσα και αφ’ ετέρου διότι οι περισσότεροι οπλαρχηγοί ήθελαν να προστατεύσουν τους τόπους των εκτεθειμένους εις τας αιγυπτιακάς επιδρομάς και αποχωρούσαν εις τας επαρχίας των” (Δ. Κόκκινος).

Ωστόσο, όλα αυτά έδιναν τη δυνατότητα στο Ιμπραήμ να διαδίδει, ακόμα και μέσω φίλων του Ευρωπαίων διπλωματών ότι είχε καταστείλει την Επανάσταση και κατείχε ολόκληρη την Πελοπόννησο! Βέβαια, η αλήθεια ήταν πολύ διαφορετική και όχι ιδιαίτερα ευχάριστη για τον Ιμπραήμ...

Στάικος Σταϊκόπουλος - Αντόνιο Αλμέιντα

Κλείνουμε το σημερινό μας άρθρο με λίγα λόγια για δύο από τους πρωταγωνιστές της νίκης των Ελλήνων στο Μεχμέταγα: τον Στάικο Σταϊκόπουλο και τον Πορτογάλο φιλέλληνα Αντόνιο Αλμέιδα.

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας το 1798 (ή το 1799). Πριν την Επανάσταση, ήταν έμπορος δερμάτων στην Ύδρα. Τον Απρίλιο του 1821 συγκρότησε με δαπάνες του στρατιωτικό σώμα και πέρασε στον Μοριά. Τον Αύγουστο του 1822, επικεφαλής 270 ανδρών πήρε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και διακρίθηκε στην επιχείρηση για την κατάληψη του Παλαμηδίου που έγινε αιφνιδιαστικά στις 30 Νοεμβρίου 1822. Από πολλούς ιστορικούς, θεωρείται ότι ήταν ο ελευθερωτής του Ναυπλίου. Τον επόμενο χρόνο αγωνίστηκε στο πλευρό των πολιορκητών του Ακροκόρινθου, ενώ στη συνέχεια πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον του Ιμπραήμ. Μετά την άφιξη του Όθωνα παρέμεινε στο στράτευμα με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Δυστυχώς, έπεσε σε μελαγχολία που τον οδήγησε στην τρέλα (1833). Για να ζήσει άρχισε να επαιτεί. Επειδή εκφραζόταν άσχημα κατά του βασιλιά, τον φυλάκισαν στα υπόγεια του Βουλευτικού ως μαινόμενο και ταραξία. Οι κακουχίες και οι στερήσεις κλόνισαν την υγεία του. Αποφυλακίστηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1835 και την ίδια μέρα πέθανε!

Χρήματα για την κηδεία του δεν υπήρχαν. Ευτυχώς, οι προεστοί του Ναυπλίου συγκέντρωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ο Σταϊκόπουλος κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς παρουσία όλων των αρχών του τόπου. Ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Δημητροπούλου με την οποία απέκτησαν μια κόρη, τη Ζαχαρούλα.

Ο Antonio Figueira de Almeida, είναι ο μοναδικός γνωστός Πορτογάλος φιλέλληνας. Γεννήθηκε το 1781 (σύμφωνα με επίσημες πορτογαλικές πηγές και όχι το 1784 όπως γνωρίζαμε ως τώρα) στην περιοχή του Πορτολέγκρο. Το 1794 εντάχθηκε στο 3ο Σύνταγμα Πυροβολικού. Αργότερα πολέμησε εναντίον του γαλλικού στρατού που πήγε στην Ισπανία για να στηρίξει τη δυναστεία των Βουρβόνων, ως αξιωματικός του ιππικού πλέον. Στο Ναύπλιο έφτασε στις 8/3/1826. Έγινε διοικητής του ιππικού και διακρίθηκε σε πολλές μάχες. Ο Καποδίστριας τον διόρισε φρούραρχο Ναυπλίου, επιθεωρητή του ιππικού και του ανατέθηκε η αναδιοργάνωση του Σώματος. Επί Όθωνα, διορίστηκε φρούραρχος της Αίγινας και αργότερα, αφού κατέστειλε μια εξέγερση στην Αιτωλοακαρνανία, φρούραρχος Μεσολογγίου με τον βαθμό του Υποστράτηγου. Το 1839 παντρεύτηκε τη Ζωή Μαυροκορδάτου, με την οποία απέκτησαν δύο γιούς: τον Εμμανουήλ και τον Δημήτριο. Πέθανε το 1847, στη Μπετάγκλια, στο Βένετο της Ιταλίας.

Πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ.ΙΒ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, “Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΙΣΣΑ
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΜΠΑΡΤ-ΜΑΞ ΚΕΡΙΧ-ΚΟΡΝ, “Η εποχή των φιλελλήνων”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ, 2021
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.