Η εναλλακτική στις MMSC από τους ίδιους μάλιστα κατασκευαστές, ίσως θα έπρεπε να διερευνηθεί

Μετά την απόφαση του Ναυτικού των ΗΠΑ να επιλέξει στο πλαίσιο του προγράμματος FFG(X) τη σχεδίαση της ιταλικής έκδοσης της FREMM, το ολοκληρωμένο οπλικό σύστημα Lockheed Martin AEGIS (ραντάρ, σύστημα διαχείρισης μάχης, συστήματα εκτόξευσης εκτοξευτές και βλήματα SM-2) AEGIS θα εγκατασταθεί και επί αυτής.

Από: defence-point.gr

Την περίοδο 2005-2009 όταν η Ελλάδα είχε καταλήξει στην επιλογή της FREMM είχε εγκατασταθεί στις ισπανικές φρεγάτες τύπου F-100 Álvaro de Bazán, είχε επιλεγεί για τα αντιτορπιλικά τύπου Hobart του Ναυτικού της Αυστραλίας, για τα αντιτορπιλικά τύπων Kongo και Atago των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας (JSDF: Japan Self-Defence Forces), τα αντιτορπιλικά τύπου Sejong the Great του Ναυτικού της Νότιας Κορέας και τις φρεγάτες τύπου Fridtjof Nansen του Ναυτικού της Νορβηγίας.

Δεδομένου του ότι η αμερικανική εταιρία Lockheed Martin συνεργάζεται με τα ιταλικά ναυπηγεία Fincantieri (και συγκεκριμένα την αμερικανική θυγατρική Marinette Marine Corporation) και για τα δύο προγράμματα, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε για ποιον λόγο είναι τόσο μεγάλη η εμμονή της Ελλάδας στις MMSC.

Από τη στιγμή που υπάρχουν κι άλλες σχεδιάσεις με τους ίδιους εμπλεκόμενους, με δυνατότητες απείρως μεγαλύτερες για την ορθολογική διαμόρφωση μιας φρεγάτας που θα λύσει τα χέρια στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό για τις επόμενες τρεις δεκαετίες, αυτή η εμμονή μοιάζει ακατανόητη.

Βεβαίως ερμηνείες μπορούν να υπάρξουν σε επίπεδο εικασιών αρκετές. Δεν είναι όμως φρόνιμο να επικεντρώσουμε σε αυτές, αφού το ζητούμενο είναι η αποτρεπτική και εάν χρειαστεί, μαχητική ισχύς του Πολεμικού Ναυτικού…

Οι στρατηγικές συμμαχίες ως πρόσχημα
Διότι και σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται μη ορθολογική αξιοποίηση μιας στρατηγικής διακρατική σχέσης (ΗΠΑ-Ελλάδα), το οποίο εάν βγουν οι παρωπίδες επιμέρους συμφερόντων που εξυπηρετούνται καλυπτόμενες πίσω από διακρατικές στρατηγικές συμμαχίες, είναι αμοιβαίως επιβλαβείς, εάν όχι καταστροφικές για όλους τους εμπλεκόμενους.

Η στρατηγική σχέση καθίσταται “όμηρος” επιμέρους οπλικών συστημάτων των οποίων η επιθυμία απόκτησης είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν έχει ξεκινήσει από την αρμόδια να αποφασίσει στρατιωτική ηγεσία, στη θεσμική συλλογική της μορφή. Όσο και αν επιχειρείτε για πολιτικούς ή επιχειρηματικούς λόγους να συγκαλυφθούν, υφίστανται σοβαρές ενστάσεις περί του εάν καλύπτουν τις ελληνικές επιχειρησιακές προδιαγραφές.

Όπως παρόμοιες παρατηρήσεις έχουμε κάνει και για την αντίστοιχη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ. Και σε αυτή, παρά την ύπαρξη δεκάδων συστημάτων που θα ήταν πραγματικοί πολλαπλασιαστές ισχύος για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, φαίνεται να υπάρχει επίσης απόπειρα “νομιμοποίησης” επιλογών που δεν έχουν ξεκινήσει από τη στρατιωτική ηγεσία.

Το ενθαρρυντικό είναι ότι τα Επιτελεία έχουν καταλάβει τις δυνατότητες και πέραν των “πολιτικών κατευθύνσεων” (σ.σ. για να τεθεί “κομψά), κινούνται στην αυταπόδεικτα ορθολογική κατεύθυνση αξιολόγησης και προώθησης της απόκτησης συστημάτων που πραγματικά θα έκαναν τη διαφορά.

Η στρατιωτική ηγεσία που καλείται “να διαμορφώσει κατάλληλα το περιβάλλον” για εξοπλιστικά προγράμματα που κινήθηκαν “από πάνω προς τα κάτω”, όχι δηλαδή από τα Επιτελεία προς την κυβέρνηση, οφείλει να αντιδράσει, καταθέτοντας εγγράφως τις ενστάσεις στο επιχειρησιακό επίπεδο και καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Διότι δεν μπορεί οι ενστάσεις να παραμένουν εν κρυπτώ και στο πλαίσιο ιδιωτικών συζητήσεων, για συστήματα που ουδέποτε αποτέλεσαν προτεραιότητα, ενώ και η επιχειρησιακή τους αξιολόγηση σε σχέση με τις υφιστάμενες ανάγκες, αποδείχθηκε τουλάχιστον προβληματική.

Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.