Ήταν η Μικρασιατική Εκστρατεία μία Χίμαιρα εξαρχής;

Μία μεγάλη συζήτηση που αξίζει να γίνει είναι το κατά πόσο ήταν βιώσιμη η ελληνική διεκδίκηση στην Δυτική Μικρά Ασία, όπως την διατύπωσε ο Βενιζέλος το 1919. Το αν η προσήλωση του Βενιζέλου στην Σμύρνη και την μικρασιατική ακτή, την οποία ο ιστορικός Μαυρογορδάτος περιγράφει ως τύφλωση, ήταν εξαρχής μία αποτυχημένη υπόθεση κι ότι τα δημογραφικά, γεωγραφικά, διπλωματικά, στρατιωτικά, αλλά κι οικονομικά δεδομένα δεν μπορούσαν να στηρίξουν αυτό το πραγματικά παράτολμο σχέδιο.

Από: Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία - του Χαρίτου Αναστασίου

Με σκοπό να πετύχουν είσοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο οι Σύμμαχοι της υπόσχονται ασαφείς εκτάσεις στην Μικρά Ασία, στην δυτική ακτή και με επίκεντρο την Σμύρνη. Ο Βενιζέλος βλέπει τον Μεγάλο Πόλεμο ως την χρυσή ευκαιρία ώστε να ολοκληρωθεί η Μεγάλη Ιδέα με την επέκταση της Ελλάδας στην μικρασιατική ακτή, ως τότε η Μεγάλη Ιδέα ήταν επικεντρωμένη κατά κύριο λόγο στην Μακεδονία και την Θράκη, απώτερο όνειρο όλων η Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος στρέφει εξ ολοκλήρου την προσοχή στην Μικρά Ασία, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την Βόρειο Ήπειρο ή την Πόλη και αφήνοντας τελείως εκτός τον Πόντο και την Κύπρο. Στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1919 η Δυτική Μικρά Ασία αποτελεί την κύρια διεκδίκηση της Ελλάδας.

Πρώτα από όλα, πόσο δικαιολογημένη ήταν αυτή η διεκδίκηση; Εδαφικά καλύπτει όλη την δυτική μικρασιατική ακτή από τον Πάνορμο της Προποντίδας μέχρι και την ασιατική ακτή απέναντι από το Καστελόριζο, περιλαμβάνοντας όλο το Βιλαέτι του Αϊδινίου, πλην του σαντζακίου του Ντενιζλί, καθώς και το ΒΔ τμήμα του Βιλαετιού της Προύσας. Ο Βενιζέλος δικαιολογούσε την διεκδίκηση αυτή πάνω σε 4 άξονες: πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων, γεωγραφική διαφοροποίηση από το υπόλοιπο της Μικράς Ασίας, ιστορική κληρονομιά και υποσχέσεις των Συμμάχων.

Ως προς το πληθυσμιακό μέρος ο Βενιζέλος στηρίζεται στις προπολεμικές στατιστικές του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από τις επίσημες οθωμανικές. Σύμφωνα με τις πρώτες στο σύνολο των Βιλαετίων Προύσας και Αϊδινίου και των Σαντζακίων Δαρδανελλίων και Ισμίτ κατοικούσαν 1,013,195 Έλληνες. Σε αυτόν τον πληθυσμό ο Βενιζέλος προσέθετε και τους Έλληνες των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (τα οποία θεωρούσε αναπόσπαστο μέρος της Μικράς Ασίας, θέση που διαχρονικά συντηρεί και η Τουρκία), από την Ίμβρο και την Τένεδο, μέχρι τα Δωδεκάνησα και το Καστελλόριζο, αυξάνοντας τους στους 1,383,333. Από εκεί αφαιρούσε περίπου 83,000 Έλληνες από μη διεκδικούμενα μέρη σε Προύσα και Δαρδανέλλια τα οποία προόριζε για την Διεθνή Ζώνη των Στενών. Έμεναν λοιπόν περίπου 1,188,359 Έλληνες στην υπό διεκδίκηση περιοχή, έναντι περίπου 1,042,050 Μουσουλμάνων. Σύμφωνα λοιπόν με τον Βενιζέλο οι Έλληνες συνιστούσαν την μεγαλύτερη εθνότητα της περιοχής, μαζί με τους Αρμένιους, Λατίνους και Εβραίους κατοίκους της περιοχής συνιστούσαν μία ισχυρή μη μουσουλμανική πλειονότητα που δικαιούνταν να αποφασίσει για το μέλλον της, την Ένωση δηλ με την Ελλάδα.

Πόσο όμως έστεκε η παραπάνω ανάλυση; Για την ίδια περιοχή οι Οθωμανοί υπολόγιζαν προπολεμικά μόλις 542,047 Έλληνες, έναντι 2,48,663 Τούρκων. Όπως κι αν έχει εξάλλου η μεταπολεμική κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Κατά την τραγική περίοδο 1914-18 περίπου 450,000 Έλληνες εκδιώχθηκαν μαζικά από τους Τούρκους και βρήκαν καταφύγιο στο ελληνικό κράτος, εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι εκτοπίστηκαν βίαια στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, αρκετοί εξ αυτών πέθαναν εκεί μέσα από την φρίκη των ταγμάτων εργασίας και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Νεότουρκων γενοκτόνων. Μεταπολεμικά οι Τούρκοι είχαν ξεπεράσει το 1,500,000 στην περιοχή, με έναν πολύ πιο περιορισμένο ελληνικό πληθυσμό που άρχιζε σε κάποιον βαθμό να επιστρέφει. Η περιοχή τελικά που δόθηκε στην Ελλάδα ως Ζώνη Σμύρνης ήταν πολύ μικρότερη της αρχικής διεκδίκησης, σε μία περιοχή με πολύ ισχυρότερη ελληνική παρουσία, όπου και εκεί όμως οι Έλληνες δεν ξεπερνούσαν τους Τούρκους, ειδικά μετά την ενσωμάτωση του Αϊδινίου.


Στην εικόνα η δημογραφική κατάσταση στην Ζώνη Σμύρνης, όπως την κατέγραψε η ελληνική απογραφή του 1921: 555,848 Τούρκοι, έναντι 435,827 Ελλήνων σε σύνολο 1,064,018 με τους Τούρκους να κυριαρχούν ολοκληρωτικά στην ενδοχώρα.

Παρόλα αυτά όμως δεν υπάρχει κανένα απολύτως φυσικό σύνορο που να χωρίζει κάθετα την μικρασιατική χερσόνησο και να προστατεύει τους πληθυσμούς στα παράλια από τον κυρίαρχο του εσωτερικού. Διαχρονικά όποιος ελέγχει την καρδιά της χερσονήσου εύκολα μπορεί να κατακτήσει τα παράλια, με πολλά παραδείγματα: Χετταίοι, Κροίσος της Λυδίας, Αχαιμενίδες Πέρσες, Σελτζούκοι και Οθωμανοί Τούρκοι, Νεότουρκοι κλπ. Η γεωμορφολογία λοιπόν της Μικράς Ασίας περισσότερο δυσχερή έκανε την ασφάλεια της ελληνικής διεκδίκησης αφού της στερούσε τελείως την δυνατότητα χάραξης ισχυρών φυσικών συνόρων. Ως προς αυτό είχε απόλυτο δίκιο ο Ιωάννης Μεταξάς, που έβλεπε ότι λόγω γεωγραφίας θα ήταν μακροπρόθεσμα δυσβάστακτο ή και εντελώς ανέφικτο για την Ελλάδα να διατηρήσει τη Σμύρνη και τα παράλια πολεμώντας διαρκώς με την Τουρκία, που δεν επρόκειτο ποτέ να συμφιλιωθεί με την απώλειά τους. Η Ελλάδα έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της και μόνο δυνάμεις, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις πολύ δύσκολα θα έστελναν δυνάμεις πέραν από τις ζώνες ζωτικών τους συμφερόντων. Οι Βρετανοί ήταν επικεντρωμένοι στις πετρελαϊκές περιοχές της Άνω Μεσοποταμίας και κυρίως στα Στενά, κυνικά χρησιμοποίησαν τον Ελληνικό Στρατό για να κρατάει απασχολημένες τις δυνάμεις του Κεμάλ και να προστατεύει τις βρετανικές θέσεις στην περιοχή των Στενών. Ήταν εξάλλου πολύ λογικό: Βρετανοί και Γάλλοι είχαν υποστεί τεράστιες απώλειες στον Μεγάλο Πόλεμο εν αντιθέσει με την Ελλάδα που για την μικρή της συμμετοχή είχε αποκτήσει αρκετά εδάφη τα οποία οι Σύμμαχοι της επέτρεψαν να καταλάβει και τα οποία η ίδια όφειλε να υπερασπιστεί. Οι Γάλλοι πάλι έβλεπαν τους Έλληνες εχθρικά, ως όργανα προώθησης των βρετανικών συμφερόντων στην Μέση Ανατολή, τα οποία έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τα γαλλικά.

Η επαναφορά τέλος του Κωνσταντίνου έδωσε στους Γάλλους την αφορμή να σπάσουν την συμμαχία με την Ελλάδα και να μετατραπούν ήδη από το 1920 σε συμμάχους του Κεμάλ.

Πέραν των (πειραγμένων) καθαρών αριθμών, μεγάλη σημασία έχει και η κατανομή των πληθυσμών στην περιοχή. Στην περιοχή του Βιλαετίου της Προύσας οι Έλληνες είχαν ισχυρή παρουσία στο βορειοδυτικό της άκρο, όντας συντριπτική πλειοψηφία στους παράλιους καζάδες της Αρτάκης και των Μουδανιών, στην ακτογραμμή δηλ και στα νησιά του Μαρμαρά, με τους Τούρκους να κυριαρχούν ολοκληρωτικά στο εσωτερικό.

Στο Βιλαέτι του Αϊδινίου πάλι η μεγάλη μάζα των Ελλήνων κατοικούσαν στο βόρειο και δυτικό μέρος του βιλαετίου, κυρίως στην πόλη της Σμύρνης, τα περίχωρα και την ιωνική χερσόνησο, αντίθετα στην ενδοχώρα ήταν μία μικρή μειονότητα έναντι των Τούρκων. Η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη στο νότιο μέρος του Βιλαετίου, στο Σαντζάκι του Μεντεσέ απέναντι από τα Δωδεκάνησα, όπου οι Έλληνες ήταν μία μικρή μειονότητα περιορισμένη σε τμήματα των ακτών, κυρίως γύρω από τον Κεραμεικό Κόλπο και την ακτή απέναντι από το Καστελλόριζο. Όπως γράφει πολύ σωστά και στο εξαιρετικό του βιβλίο ο Κωνσταντίνος Σταματόπουλος (“1922 : Πώς φτάσαμε στην Καταστροφή”), μπορεί οι Έλληνες να είχαν στα χέρια τους την οικονομία και την εκπαίδευση, αλλά δυστυχώς σε περιόδους σύγκρουσης των εθνικισμών αυτοί οι παράγοντες δεν παίζουν σημαντικό ρόλο και δεν θα μπορούσαν να προστατεύσουν τις ελληνικές κοινότητες.

Εξάλλου, οι Έλληνες της Δυτικής Μικράς Ασίας, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της νοοτροπίας τους, δεν ήταν ένας πληθυσμός που θα έπαιρνε τα όπλα και θα ξεκινούσε αντάρτικο κατά των Τούρκων: η συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν έμποροι, βιοτέχνες και μαγαζάτορες που κατοικούσαν σε πόλεις -με την ύπαιθρο να ελέγχεται από τους κατά βάση αγρότες Τούρκους- και επιπλέον πολλοί από αυτούς δεν είχαν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τον τόπο αφού είχαν έρθει εκεί μόλις τον 19ο αιώνα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, την φιλελευθεροποίηση της οθωμανικής οικονομίας και την μεγάλη οικονομική κι εμπορική ανάπτυξη της Μικράς Ασίας και κυρίως του λιμένα της Σμύρνης.

Ο Βενιζέλος ήλπιζε σε μία ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για την οριστική επίλυση του ζητήματος, ελπίζοντας στην μετακίνηση μέρους των 922,545 που ζούσαν στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, κυρίως από Πόντο, Καππαδοκία και Κιλικία αν και για τους πρώτους ήλπιζε στην δημιουργία της Μεγάλης Αρμενίας. Ήδη είχε ξεκινήσει μία προσπάθεια εποικισμού της περιοχής με Έλληνες πρόσφυγες, παρόλα αυτά ήταν κάτι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί με εμπόλεμη κατάσταση, μεγάλη δε μάζα αυτών είχαν εγκατασταθεί στην Μακεδονία και ήταν επικίνδυνο να φύγουν από εκεί ελέω βουλγαρικών και γιουγκοσλαβικών επιδιώξεων.

Δεύτερο ζήτημα είναι η γεωγραφία της περιοχής. Ο Βενιζέλος διαχωρίζει την Δυτική Μικρά Ασία από το υπόλοιπο της χερσονήσου σε επίπεδο γεωγραφικό και ιστορικό. Για αυτόν η μικρασιατική ακτή δυτικά του μεσημβρινού της Κωνσταντινούπολης έχει περισσότερα κοινά με τον ελλαδικό χώρο (μακρόστενες εύφορες κοιλάδες, κόλποι και οροσειρές), παρά με τις εκτενείς στέπες και τα άνυδρα οροπέδια της εσωτερικής Μικράς Ασίας. Το κλίμα και η γεωμορφολογία της την κάνουν πλήρες κομμάτι του αιγιακού χώρου, εν αντιθέσει με το ασιατικό εσωτερικό και αυτός είναι για τον ίδιο ο κύριος λόγος που ο ελληνικός πολιτισμός κυριάρχησε στην δυτική ακτή, ενώ ο ασιατικός στο εσωτερικό. Ακολουθεί, τρίτο, το θέμα της εθνικής συνέχειας, για τον ίδιο οι Μικρασιάτες συνιστούν μία συνεχή κοινότητα που υφίσταται εκεί από τον Α’ Ελληνικό Αποικισμό. Το ένα εκατομμύριο Έλληνες που ζουν στην Δυτική Μικρά Ασία αδιάλειπτα συνιστούν για τον ίδιο μαζί με τους Έλληνες των Νήσων το “καθαρότερο κομμάτι της ελληνικής φυλής” ή το “κομμάτι που διατήρησε καλύτερα τον εθνικό του χαρακτήρα”, έχοντας υποστεί λιγότερες επιμειξίες σε σχέση με τον Ελληνισμό της Βαλκανικής, του Πόντου και της ανατολικής Ανατολίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες τέλος η νίκη των Ρεπουμπλικανών ακύρωσε τα σχέδια του Προέδρου Wilson για παρέμβαση των Αμερικανών και δέσμευση τους στην Συνθήκη των Σεβρών, κάτι που λειτούργησε καταλυτικά υπέρ του Κεμάλ.

Ο Μαυρογορδάτος σχολιάζει και κάποιες παραμέτρους που λίγοι προσέχουν. Πρώτον, πόσο μας στοίχισε αυτή η εμμονή του Βενιζέλου σε επίπεδο άλλων εδαφών, ήτοι Ανατολικής Θράκης (με ή χωρίς την Πόλη), Βορείου Ηπείρου, Δωδεκανήσων και Κύπρου. Ως προς το πρώτο είναι φανερό, οι ίδιοι οι Βρετανοί πρότειναν στην Ελλάδα την πλήρη προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, με την Πόλη, στην Ελλάδα υπό τον όρο της απόσυρσης των διεκδικήσεων στην Μικρά Ασία. Ορισμένοι Νεότουρκοι και σε μεγάλο βαθμό η τουρκική ελίτ αποδέχονταν ως κάποιον βαθμό την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, δίχως βέβαια την Πόλη, κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία ο Κεμάλ πρότεινε συνθήκη ειρήνης στην οποία η Ελλάδα θα διατηρούσε την Θράκη, αλλά θα εγκατέλειπε την Μικρά Ασία.

Η Ανατολική Θράκη θα προσέφερε στην Ελλάδα ένα εξαιρετικό φυσικό σύνορο, τα στενά του Βοσπόρου, τον Μαρμαρά και τα Δαρδανέλια, καλύτερο κι από του Έβρου. Και με την Πόλη εκτός το χερσαίο σύνορο θα ήταν πολύ μικρό, τα σύνορα στην Τσατάλκα θα έθεταν την Κωνσταντινούπολη εντός του βεληνεκούς των ελληνικών πυροβόλων με ότι συνεπάγεται αυτό. Η Τουρκία θα εγκατέλειπε οριστικά την Ευρώπη έπειτα από αιώνες παρουσίας της εκεί, ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας θα επανεξελλήνιζε τις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που κυριαρχούσαν σλάβικοι/σλαβόφωνοι, βουλγάρικοι και μουσουλμανικοί πληθυσμοί που πολύ πιθανό να ανταλλάσσονταν. Η άρνηση του Βενιζέλου να δεχτεί την Πόλη έναντι της Μικρασίας βρίσκεται στην σκέψη του ότι σταδιακά η υπό διεθνή έλεγχο περιοχή των Στενών θα ενσωματώνονταν μελλοντικά στο ελληνικό κράτος που θα την περιέβαλλε από νότο και δύση.

Ήταν επίσης πολύ πιθανό να δοθεί και η Κύπρος στην Ελλάδα, την οποία είχε υποσχεθεί το Ηνωμένο Βασίλειο στον Βενιζέλο και το 1915, σε περίπτωση που η Ελλάδα τερμάτιζε κάθε της διεκδίκηση στην ασιατική ήπειρο. Η ελληνική κατοχή της Μικράς Ασίας εξόργισε ακομη και τα πιο μετριοπαθή στοιχεία της οθωμανικής ελίτ, εντάσσοντας το μεγάλο της μέρος στην σκληρή εθνικιστική γραμμή των Νεότουρκων.

Η ιταλική εχθρότητα απέναντι στην Ελλάδα υπήρξε καταλυτική στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Είναι φανερό ότι η εντολή των Αγγλογάλλων και των Αμερικανών για απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Σμύρνη είχε σαν αφορμή την ιταλική αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις, σκοπός ήταν να αποτραπεί η ιταλική επέκταση στην Σμύρνη. Η ιταλική κατοχή σε Αττάλεια και μέχρι το Αϊδίνιο ξεκίνησε αμέσως μετά την ελληνική απόβαση κι έδωσε μία ισχυρή βάση στους Τούρκους άτακτους που μπορούσαν με ασφάλεια να χτυπάνε την ελληνική ζώνη διαφεύγοντας έπειτα στην ιταλική.
Αν η Ελλάδα έπαυε όμως να είναι εμπόδιο της ιταλικής επέκτασης στην Σμύρνη, ίσως να ασκούσε για τον Μαυρογορδάτο ένα παζάρι με τους Ιταλούς αντίστοιχο του Συμφώνου Τιτόνι- Βενιζέλου για την επίσημη κι οριστική προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου, πολύ πιθανό και των Δωδεκανήσων, με ή χωρίς την Ρόδο, στην Ελλάδα.

Δεύτερο ζήτημα τέλος που σχολιάζει ο Μαυρογορδάτος, ήταν και το κατά πόσο θα άξιζε οικονομικά στην τελική η προσάρτηση της Σμύρνης και της μικρασιατικής ακτής στην Ελλάδα. Η οικονομική ακμή και ανάπτυξη της Σμύρνης, η οποία κι οδήγησε στην μεγάλη πνευματική και οικονομική ανάπτυξη του ελληνικού της πληθυσμού, οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελούσε το κύριο λιμάνι για το εξωτερικό εμπόριο της Μικράς Ασίας. Σε περίπτωση που κλεινόταν εντός των στενών συνόρων ενός ελληνικού έθνους- κράτους πολύ πιθανό να παρήκμαζε και να μαράζωνε ως κέντρο αφού θα αποκόπτονταν βίαια από την μικρασιατική ενδοχώρα.

Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με την Θεσσαλονίκη, η οποία μετά την προσάρτηση της στο ελληνικό κράτος μαράζωσε οικονομικά αφού περιορίστηκαν σημαντικά οι εμπορικοί δρόμοι που την ένωναν με την υπόλοιπη Βαλκανική ελέω των εθνών κρατών που επεκτάθηκαν μετά τους Βαλκανικούς. Κι ενώ οι Βούλγαροι ή οι Σέρβοι δεν είχαν άλλα λιμάνια τόσο κοντά στην ανοικτή Μεσόγειο, οπότε συνέχισαν ως κάποιο βαθμό να στηρίζονται στην Θεσσαλονίκη, η εθνικιστική Τουρκία πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταστήσει ως εμπορικό της πνεύμονα ένα άλλο λιμάνι από την μεγάλη μικρασιατική ακτή που διατηρούσε, παρακάμπτοντας έτσι την ελληνική ακτογραμμή.


Με την Μικρά Ασία να εφοδιάζεται κατά βάση από άλλα λιμάνια πολύ πιθανό η Σμύρνη να παρήκμαζε οικονομικά. Ακόμη κι αν η Ελλάδα προσέφερε στην Τουρκία δυνατότητα ελεύθερης οικονομικής ζώνης στο λιμάνι της πολύ δύσκολα θα γινότανε αυτό αποδεκτό από μία κεμαλική εθνικιστική Τουρκία που επίμονα θα έβλεπε τον ελληνικό έλεγχο της Γκιαούρ Ιζμίρ ως προσωρινή κατάσταση και θα έκαναν ότι μπορούσαν για να την αποδυναμώσουν.

Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.