Περί των αμυντικών συμμαχιών μας - Η πλήρη υποταγή μας στις ΗΠΑ δε μας διασφαλίζει ούτε στο ελάχιστο

Πριν καταλήξουμε στο ποια εμφανίζεται ως η πλέον κατάλληλη στρατηγική συμμαχιών για την Ελλάδα, ας δούμε εν συντομία πως εξελίσσεται το πλέγμα σχέσεων των σημαντικότερων διεθνών δρώντων στην περιοχή μας, που επηρεάζουν την Αμερικανική στρατηγική και άμεσα είτε έμμεσα και τα συμφέροντά μας, ως χώρας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

υποναυάρχου ε.α.
προέδρου Κοινωνίας Αξιών

ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ σύμφωνα με την καταστατική συνθήκη (1949), εγγυάται την ασφάλεια όλων των κρατών της Ευρώπης (που προσχώρησαν στην συνθήκη, αλλά και της ΕΕ σήμερα), της Β. Αμερικής και της Τουρκίας. Καθώς και περιοχών της Μεσογείου και του Β. Ατλαντικού, που ανήκαν ή διοικούντο από Ευρωπαϊκές χώρες Βορείως του Τροπικού του Καρκίνου (όταν υπογράφηκε η Συνθήκη). Σήμερα το ΝΑΤΟ έχει δημιουργήσει προϋποθέσεις για να διευρύνει τις ζώνες επιρροής του σε περιοχές της Β. Αφρικής, κάποιες πρώην Γαλλικές διοικητικές περιφέρειες στην Αφρική, στην Μαύρη Θάλασσα, αλλά και σε χώρες της Υπερκαυκασίας και της Μέσης Ανατολής. 

Η διεύρυνση αυτή που ξεπερνά την περιοχή ευθύνης του (καταστατικά), γίνεται μέσα από τα προγράμματα συνεργασίας, συμπράξεων (PfP, EAPC) και εταιρικών σχέσεων, εφόσον βέβαια οι χώρες μέλη του και οι συνεργαζόμενες χώρες συμφωνήσουν.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το ΝΑΤΟ έψαχνε πεδία ενδιαφέροντος ώστε να επιβιώσει ως οργανισμός. Και φυσικά το πλέον εύκολο για την μετάβαση αυτή ήταν η διατήρηση της αντιπαλότητας με την Ρωσία. Σε αυτήν την τάση συνέβαλαν και οι χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ, οι οποίες εντασσόμενες στο ΝΑΤΟ, κουβάλησαν και τις φοβίες και ανασφάλειες τους έναντι την Ρωσίας. 

Το γεγονός αυτό επέτεινε την αντιπαλότητα και στέρησε την ευκαιρία να εξομαλυνθούν σταδιακά οι σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ενώ συνάμα ο δρόμος προς τον εκδημοκρατισμό της ήταν δύσκολος και η αντιπαλότητα που καλλιεργήθηκε ένθεν και ένθεν, δεν βοήθησε ώστε να ενστερνιστεί τις δυτικές αξίες. Τα νέα συμφέροντα επίσης που ανεδείχθησαν στις περιοχές που αποδεσμεύθηκαν από την ΕΣΣΔ και στις οποίες προέκυψε κενό εξουσίας, δεν ευνόησαν την σταδιακή βελτίωση των σχέσεων με την Ρωσία και σήμερα καταλήγουμε να εξακολουθούμε να την θεωρούμε ως το αντίπαλο δέος για το ΝΑΤΟ (και για την ασφάλεια της ΕΕ), και αποπροσανατολιζόμαστε από τις νέες απειλές που δημιουργούνται στον υπόλοιπο κόσμο.

Και αυτές που αναλύονται εδώ λόγω συγκεκριμένου ενδιαφέροντος (εκτός των άλλων - μετάνάστευση, υπερπληθυσμός, ασταθή κράτη, Υποσαχάρια Αφρική κλπ) είναι: 

Η Κίνα η οποία μεγεθύνεται καθημερινά και έχει ήδη ξεπεράσει οικονομικά την ΕΕ και είναι δεύτερη οικονομία μετά από τις ΗΠΑ. Διεισδύει μάλιστα με ήπιο τρόπο σε όλο και περισσότερες περιοχές του πλανήτη, και το κυριότερο, εγκαθιδρύει μόνιμες δομές όπου πάει δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ επιρροής (εμπορικές, επενδυτικές, επιχειρηματικές δομές, απόκτηση και έλεγχο κρίσιμων υποδομών, πληθυσμιακή διείσδυση κλπ). Η συμπεριφορά της δε προς τις περιφερειακές της χώρες είναι διεκδικητική και εξαιρετικά αυταρχική.

‘Ο “Παντουρκισμός” ριζωμένος από παλιά στις Τουρκογενείς περιοχές, αλλά ως νέα εξελισσόμενη απειλή, με νέα εννοιολογικά πεδία (κράμα τουρκικού εθνικισμού, αντικομμουνισμού/αντικουρδισμού, με νεοφαστιστικά χαρακτηριστικά και με επεκτατικές τάσεις), με συνεκτικό πλέον δεσμό όχι μόνο την κοινή εθνική προέλευση και την γλώσσα ή την απελευθέρωση των υπόδουλων Τούρκων (στην Κριμαία, και στην πρώην Σοβιετική Ένωση) αλλά και άλλα συγκολλητικά στοιχεία, όπως ο Ισλαμισμός και οι ιστορικές σχέσεις εξάρτησης περιοχών από την Οθωμανική αυτοκρατορία.

ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΤΟ

Το δόγμα του Παντουρκισμού με τα ιδεολογικά, θρησκευτικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά που κουβαλάει, και την προσπάθεια να διευρύνει τον χώρο επιρροής του εκμεταλλευόμενος και το Ισλάμ, αποτελεί απειλή ακόμη και εντός των χωρών της ΕΕ, όπου υπάρχουν τουρκογενείς και ισλαμικές κοινότητες τις οποίες προσπαθεί να ελέγξει η Τουρκία. Και οπωσδήποτε αποτελεί απειλή για την Ρωσία στην Υπερκαυκασία. 

Είναι ηλίου φαεινότερο και στην περίπτωση της Λιβύης και της Συρίας, ότι η Ρωσία εκμεταλλεύεται την Τουρκία ως δούρειο ίππο για να επανέλθει και να εγκαθιδρυθεί ως εγγυητής ασφαλείας σε περιοχές που έχει στρατηγικά συμφέροντα. 

Συνεπώς τρεις σημαντικοί ορατοί κίνδυνοι υπάρχουν για την Ρωσία: 

1) Η πληθυσμιακή αύξηση της Κίνας, που στο εγγύς μέλλον θα επιδιώξει να βρει ζωτικό χώρο στις αχανείς εκτάσεις της Ρωσικής επικράτειας, 

2) ο Παντουρκισμός που διευρυνόμενος αποκόπτει περιοχές της Ρωσικής επιρροής και επιδιώκει να ελέγξει ζωτικούς ενεργειακούς πόρους σε όλη την Υπερκαυκασία 3)Ο φόβος της διείσδυσης του ΝΑΤΟ στην Μαύρη Θάλασσα και στην Υπερκαυκασία. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και με τους περιορισμούς που έθεσε για την μη παρουσία δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. 

Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διεισδύσουν ούτε στην Μαύρη Θάλασσα, ούτε στην Υπερκαυκασία χωρίς συμμαχίες στις περιοχές αυτές. Και αυτήν την δυνατότητα την προσφέρουν εν πολλοίς αφενός οι χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην Μαύρη Θάλασσα, και οπωσδήποτε έχει ανάγκη την Τουρκία και τις χώρες στην περιοχή οι οποίες συνεργάζονται και συμπράττουν (PfP) με το ΝΑΤΟ.

Η ΕΕ εξαρτάται από την Ρωσία ενεργειακά και αυτή η σχέση είναι εξαιρετικά σημαντική, για να λειτουργήσει ως συντελεστής μετασχηματισμού των συνολικών σχέσεων μεταξύ των δύο, παρά τον αμφιλεγόμενο ρόλο της Γερμανίας, η οποία εκμεταλλεύεται τις φοβίες των πρώην ανατολικών χωρών για να συντηρεί για δικούς της λόγους την αντιπαλότητα. 

Πολλές χώρες της διευρυμένης Μέσης Ανατολής αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στην μετάβασή τους σε σταθερές κρατικές οντότητες μετά την αποτυχημένη αραβική άνοιξη και έχουν ακόμη πολλά προβλήματα δομικά να λύσουν. Σ αυτό δεν βοηθάει και η συγκρουσιακή ταυτότητα των πληθυσμών τους, που κουβαλάνε τεράστιες θρησκευτικές και φυλετικές αντιπαλότητες στην προσπάθειά τους για εσωτερική επικράτηση και ηγεσία.

Το ΝΑΤΟ, παρά τα μεγάλα προβλήματα που αναδύονται στην περιοχή ενδιαφέροντός του και στην περιφέρεια της, διατήρησε την αντιπαλότητα με την Ρωσία στην κορυφή της στρατηγικής του, με πρόσχημα της ασφάλεια της Ευρώπης. 

Μεταξύ άλλων, διεύρυνε τις πιέσεις προς την Ρωσία με την αντιβληματική ομπρέλα, με την προσπάθεια ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, με την πολιτική των ΗΠΑ και την κατάρρευση της συνθήκης για τα πυρηνικά βλήματα –INF, που στην συνέχεια πυροδότησε την ανάπτυξη του ρωσικού πυραυλικού συστήματος SSC-8, και μετά την κρίση της Κριμαίας με την αποδυνάμωση του Συμβουλίου για διάλογο με την Ρωσία- NRC. 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΤΟ 

Οι χώρες της Ευρώπης είναι εν πολλοίς και μέλη της ΕΕ, και σύντομα θα ενταχθούν και όσα δεν έχουν γίνει ακόμη. Εάν όμως η ΕΕ θέλει να προχωρήσει, οφείλει να αναπτύξει τον δικό της χώρο κυριαρχίας, και να αναπτύξει δικές της αμυντικές δυνάμεις, να απογαλακτισθεί εν πολλοίς από το ΝΑΤΟ, διατηρώντας όμως μία μέτρια στρατηγική σχέση μαζί του, συνεργατική και όχι πλήρους χειραγώγησης. 

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει ανακατανομή των δυνάμεων που προσφέρουν οι χώρες, έτσι ώστε χωρίς να αυξηθούν οι δυνάμεις και οι συνολικές αμυντικές υποχρεώσεις των κρατών, να μεταβάλλεται η επιχειρησιακή υπαγωγή και η διαθεσιμότητα ανάλογα με τις αποστολές. 

Αυτό ακριβώς είδε και ο Μακρόν και ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό του ΝΑΤΟ, την βελτίωση των αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ και την επανεξέταση για εξομάλυνση της σχέσης της ΕΕ με την Ρωσία, παρά τις εύλογες αιτιάσεις που υπάρχουν για τον Κυβερνητικό αυταρχισμό της Ρωσίας, για την προσάρτηση της Κριμαίας και την απόπειρα δολοφονίας του Alexei Navalny (η Ρωσία αρνείται τη συμμετοχή της), και για την επιρροή που αυτή ενασκεί σε χώρες-δορυφόρους και οι οποίες της προσφέρουν το στρατηγικό βάθος που επιθυμεί.

ΟΙ ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ όμως θεωρούν το ΝΑΤΟ εργαλείο της εξωτερικής τους πολιτικής (και το δηλώνουν ξεκάθαρα), για να υποστηρίξουν τις στρατηγικές τους επιλογές στις προαναφερθείσες περιοχές, να διατηρήσουν την παρουσία τους και να διεισδύσουν, χρειάζονται την ΕΕ αλλά και την Τουρκία. Και μάλιστα χρειάζονται και τις δύο σε συμπληρωματικούς ρόλους.

Και για να έχουν την απρόσκοπτη συνεργασία τους (της ΕΕ και της Τουρκίας), θα επιδιώκουν πάντα να βελτιώνουν την σχέση μεταξύ τους και οπωσδήποτε την σχέση της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ.

Φυσικά εξαρτάται από την Τουρκία εάν θα θέλει να συνεχίσει να υποστηρίζει τον ρόλο αυτό! Εκτιμάται όμως ότι θα εκμεταλλευθεί στο έπακρο την επιθυμία των ΗΠΑ όπως προοιωνίζεται ότι θα προσπαθήσουν για να της αποδώσουν αυτόν τον ρόλο.

Εάν δηλαδή η Τουρκία ακολουθήσει μία παρελκυστική πολιτική και κάνει βήματα καλής θέλησης προς τις ΗΠΑ, με δείγματα μείωσης των σχέσεων της με την Ρωσία (έστω και προσχηματικά, με πιθανή αδρανοποίηση των S-400 ή ανάπτυξή τους ακόμη και σε γειτονικές εξαρτώμενες χώρες), τότε η Ελλάδα σε αυτήν την εξίσωση εκτιμάται δεν θα έχει τα πλεονεκτήματα που θα προσδοκούσε ή μη μόνο μία επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά από τις ΗΠΑ, που θα καλύπτει την ανάγκη να μην απομακρυνθούμε από την επιρροή τους ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ. 

Εκτιμάται ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα αναγνωρισθούν στην χώρα μας (ξεκάθαρα και στον βαθμό που θα μας κάλυπτε το έλλειμμα ασφαλείας) οι θέσεις μας όσον αφορά τις διεκδικήσεις της Τουρκίας και για ζητήματα που μπορεί να επιδεινώσουν τις σχέσεις του ΝΑΤΟ με την Τουρκία αλλά και των ΗΠΑ με την Τουρκία. 

Ο Παντουρκισμός δεν φαίνεται να ενοχλεί μέχρι τώρα τις ΗΠΑ (και εκτιμάται ούτε στο εγγύς μέλλον) εφόσον δεν θίγει τα συμφέροντά τους. Πόσο μάλλον εάν περικόπτει περιοχές επιρροής από την Ρωσία και μελλοντικά μπορεί να αποτελέσει και αντίπαλο της Ρωσίας. Η συνεργασία όμως της Τουρκίας με την Χαμάς, όπως και οι παρεμβάσεις εις βάρος των συμφερόντων του Ισραήλ δημιουργούν προβληματισμούς στις ΗΠΑ. Αλλά και στην ΕΕ δημιουργεί προβλήματα η δημιουργία τουρκο-ισλαμικού δικτύου μέσα στις χώρες της ΕΕ. 

Επίσης οι ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα ευνοούσαν την δυνατότητα της Τουρκίας να υποκαταστήσει με δικές της δυνάμεις επιχειρησιακά περιοχές ενδιαφέροντος των ΗΠΑ, από τις οποίες θα ήθελαν να αποσύρουν δυνάμεις είτε να μην εμπλακούν άμεσα (εφόσον παραμείνει ισχυρός σύμμαχος με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ).
Αυτό που θα ήταν επίσης προς το συμφέρον των ΗΠΑ, θα ήταν να αποκατασταθούν οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, γιατί τότε θα δημιουργείτο μία “Pax Americana” στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, και θα μπορούσε έτσι να ελέγχει άμεσα (με τις εταιρείες της) είτε έμμεσα (με την αγορά), τα δυνητικά ενεργειακά αποθέματα της περιοχής. 

Συνεπώς η Ελλάδα στην πολυπαραγοντική αυτή εξίσωση, κινδυνεύει να πέσει στα γρανάζια της Αμερικανικής στρατηγικής για την περιοχή της Υπερκαυκασίας, της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, που εκτιμάται ότι θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ επί Μπάϊντεν (εκτιμάται ότι δεν θα διαφέρει πολύ από ότι υποστήριζε ο Μπάϊντεν ως αντιπρόεδρος των ΗΠΑ). 

Και εκτιμάται επίσης ότι θα πιεστεί η Ελλάδα από τις ΗΠΑ (και τα εργαλεία εξωτερικής της πολιτικής –ΝΑΤΟ κυρίως) για να υποχωρήσει και να δεχθεί συμβιβασμούς έναντι των διεκδικήσεων της Τουρκίας, από την στιγμή που η Τουρκία είναι τόσο πολύτιμη για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Η ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΡΟΝ

Από την άλλη πλευρά η Γαλλία με τον Μακρόν ανακατεύει την γεωπολιτική και γεωστρατηγική τράπουλα, προτείνοντας ένα εναλλακτικό σενάριο ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Επικράτειας:

α. Ο Macron δήλωσε πολλές φορές την πίστη του στην πολιτική «Gaullo-Mitterandism», επικρίνοντας έμμεσα τους δύο προκατόχους του, οι οποίοι κατά τη γνώμη του ήταν υπερβολικά φιλο-αμερικάνοι και νεο-συντηρητικοί.

β. Διακήρυξε ότι η ΕΕ θα πρέπει να αποκτήσει δικές της αμυντικές δυνατότητες, ώστε να μην εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το ΝΑΤΟ, αλλά να μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά με αυτό.

γ. Η Γερμανία μάλιστα αναγνώρισε την αμυντική ισχύ της Γαλλίας και τον σημαντικό της ρόλο στην αμυντική χειραφέτηση της ΕΕ, όταν με την συμφωνία του Άαχεν (το 2019) συμφώνησε για την παροχή ασφαλείας από την αμυντική πυρηνική ομπρέλα της Γαλλίας. Η Συμφωνία του Άαχεν στην ουσία έβαλε τα θεμέλια συνεργασίας των δύο χωρών εντός της ΕΕ, στην αμυντική και εξωτερική πολιτική. Σημειωτέον ότι η Γαλλία είναι πλέον η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ και το μόνο μόνιμο μέλος της στο ΣΑ/ΟΗΕ, μετά την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας από την ΕΕ. 

δ. Μιλάει για προστασία του χώρου Ευρωπαϊκής κυριαρχίας και δηλώνει ότι είναι ευθύνη της ΕΕ και κυρίως των χωρών όπως η Γαλλία, που διαθέτουν μεγάλη στρατιωτική ισχύ, για να προστατεύσουν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα των χωρών μελών της ΕΕ και τα Ευρωπαϊκά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. 

ε. Και καλεί την Ελλάδα και την Κύπρο για αμυντική συμμαχία. Και
αυτή μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για ανάπτυξη αμυντικών δυνατοτήτων μεταξύ χωρών μελών της (CARD –PESCO).

Καταλήγοντας 

Η πλήρης εξυπηρέτηση (υποταγή) τις Ελλάδος μονόπλευρα των Αμερικανικών συμφερόντων, με αύξηση των παρεχομένων ευκολιών και διαθεσιμότητα μέσων για την εξυπηρέτησή τους, εντός και εκτός του ΝΑΤΟ, δεν μας διασφαλίζει ούτε κατ’ ελάχιστο στο ότι θα έχουμε εμπράκτως την υποστήριξη των ΗΠΑ έναντι της επιθετικής συμπεριφοράς και των διεκδικήσεων της Τουρκίας.
Η λογική που αναπτύχθηκε τον τελευταίο καιρό στην χώρα μας, να προσπαθήσουμε δηλαδή να καλύψουμε το γεωστρατηγικό κενό που δημιουργήθηκε στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, με την παροχή εκ μέρους μας και άλλων ευκολιών, όχι μόνο δεν απέδωσε μέχρι τώρα, αλλά μας κατέστησε όμηρους της ρητορικής μας και των δεσμεύσεων που αναλάβαμε, χωρίς ανταλλάγματα και ουσιαστικές διασφαλίσεις. 

Η μακροχρόνια δε υπογραφή συμφωνίας για την παροχή των ευκολιών όπως προτείνει ο κ. Διακόπουλος, χωρίς να υπάρχουν δεσμεύσεις εκ μέρους των ΗΠΑ για αμυντική συνδρομή σε περίπτωση που υπάρξει επιθετική πράξη εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά και έμπρακτη αναγνώριση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και κυριαρχίας, δεν μας διασφαλίζει ότι θα έχουμε την υποστήριξή της όταν θα είναι αναγκαία και ότι δεν θα μιμηθεί τον Πόντιο Πιλάτο, μπροστά στην Τουρκική επιθετικότητα.

Η πρόσκαιρη ευφορία που δημιουργήθηκε μάλιστα από την επίσκεψη Πομπέο δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο από την έκθεση του “US Department of the State” η οποία αποκαλύφθηκε πρόσφατα, ούτε από τις μέχρι τώρα εκφρασμένες θέσεις του απερχόμενου αλλά και του νέου Προέδρου και της Αμερικανικής γραφειοκρατίας. 

Είναι αναγκαίες οι καλές μας σχέσεις με τις ΗΠΑ και πάντα πρέπει να προσπαθούμε για βελτίωσή τους.
Όμως χρειαζόμαστε επειγόντως εναλλακτικά αξιόπιστα πολιτικά και αμυντικά ερείσματα έναντι της μονόπλευρης και ημι-έως αναποτελεσματικής μέχρι τώρα σχέση μας με τις ΗΠΑ.
Και αυτά τα ερείσματα μας τα προσφέρει η συμμαχία μας με την Γαλλία. Οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές αντιλήψεις Μακρόν (όπως αναλύθηκαν πιο πάνω) μας εξυπηρετούν και αναβαθμίζουν τον ρόλο μας τόσο εντός της ΕΕ όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Γαλλία ήδη προχώρησε έμπρακτα στην συμφωνία για ανάπτυξη αμυντικών δυνατοτήτων με την Κύπρο. Κάλεσε μάλιστα ξεκάθαρα κι εμάς να συμμετάσχουμε (ακόμη και στα Ελληνικά- και πολλές φορές).

Και επειδή η αμυντική αυτή συνεργασία έχει ως θεμέλιο την ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων και ως Ναυτικός λαός με παράδοση αναγνωρίζουμε τον σωτήριο ρόλο του Ναυτικού μας, ας αντιληφθούμε ότι πέραν της υποστήριξης μας από την ισχυρότερη αμυντικά χώρα της ΕΕ και σύμμαχο στο ΣΑ/ΟΗΕ, πέραν της πολυμερούς διπλωματίας που είναι αναγκαία, τα ξύλινα τείχη είναι αυτά που θα διασφαλίσουν για μία ακόμη φορά την εδαφική κυριαρχία μας. 

Συνεπώς η αμυντική συνεργασία της χώρας μας και της Κύπρου με την Γαλλία στο πλαίσιο της ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ (Αμυντική Στρατηγική της ΕΕ- CARD - PESCO) είναι αναγκαία (και ως αξιόπιστη εναλλακτική της Αμερικανικής αμφιλεγόμενης εξωτερικής πολιτικής) και κυρίως , η βέλτιστη δυνατότητα αμυντικής εξισορρόπησης της Τουρκικής επιθετικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.