Πώς η σημερινή επιθετικότητα της Τουρκίας συνδέεται με την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία

Η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η χωρίς όρια έκφραση της αναθεωρητικής πολιτικής από το πλέον εξτρεμιστικό τμήμα της τουρκικής ελίτ, δημιουργεί ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες στην περιοχή μας. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε απόρροια των εσωτερικών συγκρούσεων στα κέντρα εξουσίας στην Τουρκία. Η αντιπαράθεση του Ερντογάν καταρχάς με τον πρώην σύμμαχό του Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οδήγησε σε συμμαχία με τους παλιούς του εχθρούς. Όλοι οι φυλακισμένοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι καθώς και οι μη στρατιωτικοί που εμπλέκονταν στις περίφημες υποθέσεις Εργκένεκον και της οργάνωσης πραξικοπήματος (Balyoz Harekâtı που οργανώθηκε το 2003 κατά της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) απελευθερώθηκαν το 2014.

Διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, Mαθηματικός

Αυτοί θα είναι πλέον οι νέοι σύμμαχοι του Ερντογάν στον πόλεμο που ξεκίνησε ενάντια στο κίνημα του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν. Σύντομα στους συμμάχους θα προστεθούν οι νέοι εθνικιστές ακτιβιστές που αντλούσαν την έμπνευση από τον γενοκτόνο Νεότουρκο Ταλαάτ πασά και λίγο μετά το ακροδεξιό Κίνημα Εθνικιστικής Δράσης του Μπαχτσελί, γνωστό και ως Γκρίζοι Λύκοι.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 θα διαμορφωθεί ένα αραγές μέτωπο της πλέον εξτρεμιστικής ομάδας των κεμαλιστών με τον Ερντογάν, ο οποίος εκφράζει τον εξτρεμιστικό ισλαμισμό των Αδελφών Μουσουλμάνων. Έτσι διαμορφώνεται μια νέα ενότητα, όπου κάποιες κάποτε ανταγωνιστικές πολιτικά και ιδεολογικά δυνάμεις δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα.

Ο σημαντικός Τούρκος διανοούμενος Cengiz Candar αποδέχεται ότι «μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι κοσμικοί και ισλαμιστές είναι στην πραγματικότητα δύο πλευρές του ίδιου πράγματος». Γράφει:

«Από το 2015, η Τουρκία διοικείται από έναν εθνικιστικό συνασπισμό που είναι ένα αμάλγαμα νεο-συνδικαλιστών (κεμαλικοί που αντλούν τις εμπνεύσεις τους από τον Ταλαάτ πασά των Νεότουρκων), παραδοσιακών εθνικιστών της Δεξιάς και ισλαμιστών εθνικιστών. Έχει υποστεί περαιτέρω τσιμεντοποίηση μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Είναι, κατά μία έννοια, συνέχεια της ”Παλαιάς Τουρκίας”, που είχε τις ρίζες της στις τελευταίες ημέρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

»Είναι ένας συνασπισμός που αναβιώνει και συνενώνει δύο διαφορετικές παραδόσεις: τον κοσμικό εθνικισμό των Νεότουρκων, τους νέους εμπνεόμενους από το παράδειγμα του Ταλαάτ και τον ισλαμισμό του σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ II. Ο Αμπντουλχαμίτ ήταν ένας αυταρχικός σουλτάνος που προσπάθησε να διατηρήσει την ενότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δίνοντας έμφαση σε μια ισλαμική ταυτότητα εις βάρος των χριστιανικών κοινοτήτων. Οι Νεότουρκοι ήταν κοσμικοί εθνικιστές, αλλά στην πραγματικότητα τελείωσαν μετά το 1909 ό,τι είχε αρχίσει ο Αμπντουλχαμίτ όταν εκδίωκε τους Οθωμανούς Αρμένιους.

»Ο πρόεδρος Ερντογάν θεωρείται η μετενσάρκωση του Αμντουλχαμίτ από τους ισλαμιστές υποστηρικτές του, ο σουλτάνος ​​που περιφρονείται για τον ισλαμισμό του από τους κοσμικούς εθνικιστές στην συνδικαλιστική και κεμαλική παράδοση. Ωστόσο, με μια ειρωνική συστροφή, ο Ερντογάν πρόσφατα –και για πρώτη φορά– αγκάλιασε τον κοσμικό ιδρυτικό πατέρα της Τουρκίας, Κεμάλ Ατατούρκ, προς έκπληξη κάποιων στην εκλογική του περιφέρεια. Αλλά αυτό δεν ήταν σύμπτωση».

Το συμπέρασμα είναι ότι οι ρίζες της Νέας Τουρκίας του Ερντογάν μπορούν να ανιχνευτούν στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην υπερεθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων. Μέσω των επιγόνων των Νεότουρκων που συγκροτήθηκαν ως διακριτό πολιτικό ρεύμα στη σύγχρονη Τουρκία (ο Candar τους αποκαλεί ”νέο-συνδικαλιστές”) και της συμμαχίας τους με τον Ερντογάν χτίζεται η Νέα Τουρκία.

Κατά συνέπεια η γνώση των τρόπων και των διαδικασιών δημιουργίας του τουρκικού κράτους παραμένει σημαντική για την κατανόηση των όσων συμβαίνουν.Μπορεί αρκετοί στην Ελλάδα να θεωρούν ακόμα την Τουρκία ως ένα τυπικό δυτικό κράτος. Όμως ποτε δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Αυτή την έλλειψη γνώση την ανιχνεύουμε ακόμα και στις αμήχανες απαντήσεις του ελληνικού Υπ.Εξ. σε κραυγαλές διαστρεβλώσεις της ιστορίας, είτε αυτά που κάνει ο Ερντογάν με τη μάχη του Ματζικέρτ το 1071, είτε με την Άλωση της Πόλης το 1451, είτε με την συντριβή του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο το 1922.

Ας δούμε λοιπόν:

-πώς εμφανίστηκε ο τουρκικός εθνικισμός στο τέλος του 19ου αιώνα.

-πώς κατασκευάστηκε το νέο τουρκικό έθνος ως μετεξέλιξη της πολυεθνικής ισλαμικής ούμα των Οθωμανών μετά το 1922

-ποιους μηχανισμούς επέλεξε για την ομογενοποίηση μέσω του εκτουρκισμού του παλιού πολυεθνικού οθωμανικού κόσμου και

-πώς αντιμετωπίστηκε στην Ελλάδα η σημαντική μνήμη των ελληνικών προσφυγικών πληθυσμών που βίωσαν με δραματικό τρόπο αυτές τις διαδικασίες δημιουργίας του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Κατασκευάζοντας το παρελθόν

Με την πλήρη επικράτηση του τουρκικού εθνικισμού το 1922, η πολιτική αυτή των Νεότουρκων θα εξαγνιστεί, θα αποτελέσει τη βάση της νεοδημιουργημένης τουρκικής δημοκρατίας και θα τύχει ιδεολογικής επεξεργασίας από τους Τούρκους εθνικιστές κεμαλικούς ιστορικούς. Άξονες της κεμαλικής «κατασκευαστικής» ιστοριογραφίας είναι η διαχρονική ανάδειξη του τουρκικού εθνικού παράγοντα εις βάρος της οθωμανικής οικουμενικότητας και η εξάλειψη των ιστορικών ερεισμάτων στη Μικρά Ασία και την Ανατολία των κληρονομικών εχθρών, των Ελλήνων και των Αρμενίων. Βασικός στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι αφενός από τους προϊστορικούς χρόνους η Ανατολία κατοικούνταν από τουρκικά φύλα και αφετέρου ότι οι περιοχές αυτές την εποχή του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) συγκροτούσαν την αδιαφιλονίκητη τουρκική πατρίδα, που επιβουλεύτηκαν οι «ξένοι ιμπεριαλιστές».

Φυσικά το ζήτημα του ιστορικού μεταίχμιου, με το πέρασμα από την εποχή της πολυεθνικής θρησκευτικής Αυτοκρατορίας στην εποχή των εθνών-κρατών, όπως και η παρουσία μεγάλων αριθμών Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων κ.ά. ουδόλως θεωρείται ως ζήτημα άξιο λόγου. Ο EtienneCopaux, εθνολόγος στο CNRS, αναφέρει ότι: «…οι κεμαλικοί ιστορικοί σφυρηλατούν ένα ‘νέο παρελθόν’. Απαντώντας έτσι στην αδήριτη γι αυτούς ανάγκη να συστήσουν ένα ένδοξο τουρκικό- και όχι πια οθωμανικό- παρελθόν».

Μελετώντας τον τρόπο πρόσληψης των συγκεκριμένων γεγονότων, παρατηρούμε ότι παρόμοια ζητήματα ενυπάρχουν και στην ελληνική ιστοριογραφία. Το πρόβλημα αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη σαφήνεια όταν ουδέτεροι ξένοι μελετητές περιγράφουν τα ίδια γεγονότα. Ο Βρετανός Giles Milton, του οποίου το βιβλίο με τίτλο «Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922.Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού»εκδόθηκε πρόσφατα και στην Ελλάδα, αναφέρεται με τελείως διαφορετικό τρόπο στη Σμύρνη. Κατ’ αρχάς θεωρεί αυτονόητο ότι ήταν μια κοσμοπολίτικη «ελληνική πόλη».Θεωρεί ότι η καταστροφή της «είναι από τις στιγμές που άλλαξαν τον ρουν της Ιστορίας της Ελλάδας, αλλά ήταν εξίσου σημαντική και για τη Δύση.» Ξαφνιάζεται επίσης για το γεγονός ότι «Οι Ευρωπαίοι δεν διδάσκονται στα σχολεία τους την Ιστορία της Μικράς Ασίας»και θεωρεί ότι είναι «άδικο να έχει παραλειφθεί τόσο σημαντικό κεφάλαιο από τη διδασκαλία». Τονίζει επίσης ότι «Στη Μικρά Ασία είχαμε μια γενοκτονία, εθνική εκκαθάριση, τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμού, ανάμειξη πολλών κυβερνήσεων».

Μελετώντας παράλληλα και τη νεοελληνική ιστοριογραφία, τον τρόπο πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου, καθώς και των γεγονότων που το συνόδευσαν, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος. Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και την Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες. Δεν υπάρχει γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους, γιατί απλώς η πολιτική των Νεότουρκων συγκροτούσε «νόμιμη αντίδραση». Δεν αντιμετωπίζεται η επόμενη μέρα της οθωμανικής κατάρρευσης ως ευκαιρία επίλυσης του εσωτερικού εθνικού ζητήματος, γιατί απλώς οι χριστιανικές κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως συλλογικά υποκείμενα με πολιτικά δικαιώματα. Ακόμα και η καταστροφή και η σφαγή της Σμύρνης αντιμετωπίζεται ως ένα ανεξιχνίαστο γεγονός της Ιστορίας και στη χειρότερη περίπτωση ως «θεία Δίκη» και κατανοητή «ανταπόδοση».
Ο αυτοπεριορισμός της ιστοριογραφίας

Με τον τρόπο αυτό, η αντίληψη της νεοελληνικής ιστοριογραφίας και το ερευνητικό της πεδίο, περιορίστηκε απελπιστικά. Σημαντικά τμήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας έμειναν στο σκοτάδι ως άγραφες Λευκές Σελίδες. Κι αυτό γιατί η ιστοριογραφία μας καθορίστηκε από τα στενά συμφέροντα του έθνους-κράτους και των διαφόρων πολιτικών εκδοχών που εμφανίστηκαν αποκλειστικά στα όριά του. Αναπαρήγαγε έτσι πιστά την αντιμικρασιατική πολιτική, που χαρακτήρισε τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας που διαχειρίστηκαν τη μικρασιατική πρόκληση. Η συνάντηση της ακροδεξιάς άποψης του Ιωάννη Μεταξά με την πρώιμη κομμουνιστική του ΣΕΚΕ, καθόρισε και την ματιά της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Ο περιορισμός παράλληλα του βενιζελισμού στην κρατική εκπροσώπηση και μόνο, συνέβαλε στο να μετατραπεί η συγκεκριμένη ματιά σε καθολική. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε στη συνέχεια κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της ίδια πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε ερευνητικής απόπειρας, για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.

Η πραγματικότητα αυτή θα αμφισβητηθεί μόνο μετά τη δεκαετία του ’90, όταν θα προβάλλει –με όχι επιτυχημένο πάντα τρόπο- μια ιστοριογραφική σχολή που θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση της παραδοσιακής ιστοριογραφίας – συμπεριλαμβανομένων των «νέων ιστορικών», των αποκαλούμενων «μεταμοντέρνων»- οι οποίοι θα κινηθούν μ’ ένα σπασμωδικό τρόπο καταγγελίας και αμφισβήτησης της νέας αυτής τάσης. Η ενόχλησή τους θα είναι τόσο έντονη, ώστε θα καταφύγουν και σε μεθόδους συνειδητής παραχάραξης και παρανόησης, ακόμα και διεθνών νομικών όρων, όπως αυτός της «γενοκτονίας», προκειμένου να υποστηρίξουν την παραδοσιακή εκδοχή. Όπως επίσης και αποσιώπησης σημαντικών αποφάσεων διεθνών οργανισμών, όπως αυτό της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (InternationalAssociationofGenocideScholars), που εντάσσει τις γενοκτονίες των Ελλήνων της Ανατολής στις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα.

Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού

Η εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα και η αυτονόμηση του νησιού, όπως επίσης οι ελληνικές και βουλγαρικές επαναστάσεις στη Μακεδονία, θα ευνοήσουν την ισχυροποίηση των εθνικιστικών απόψεων στο εσωτερικό του οθωμανικού στρατού. Παράλληλα, η κοινωνική θέση των αστών των ραγιάδων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα τροφοδοτήσει με ανασφάλεια και μίσος τα παραδοσιακά μουσουλμανικά κυρίαρχα στρώματα της. Έτσι θα εμφανιστεί ο ακραίος τουρκικός εθνικισμός στο πρόσωπο των Νεότουρκων στρατιωτικών.

Το ενδιαφέρον στην τουρκική περίπτωση είναι ότι εξ αιτίας της απουσίας σημαντικών μουσουλμανικών αστικών στρωμάτων, οι στρατιωτικοί επιφορτίστηκαν το ρόλο της αστικής τάξης. Η διεκδίκηση της οικονομικής ισχύος από τους αστούς των ραγιάδων ήταν μια από τις βασικές αιτίες της στρατιωτικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας.

Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ′ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής.

Με την εμφάνισή του ο όρος ”Τούρκος” άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ώς ”Τουρκία”. Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας.


Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ′ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών θα είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, θα επιδιώξουν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών με και αφετέρου, την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.1

Ένας από τους πατέρες του παντουρκισμού, ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (Giokalp) πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ′ αυτήν σ′ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compactbody).2


Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα»

Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gokalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gokalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια».

Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν βρεθεί στη Γαλλία, και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού.3 Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (CelalBayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα».4 Η εφημερίδα Ο Λαός της Πόλης προειδοποιούσε τους Τούρκους ηγέτες: ”Σήμερα με το τουρκικό σύνταγμα, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και με τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθήσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πως κανένας λαός δεν είναι τόσο πρόστυχος, τόσο ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον ξένο, τον αλλόφυλο. Και τότες πια, σα δε σωφρονιστείτε, θα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και η Τουρκία θα σβήσει.”(Κεντρικό άρθρο, Λαός, Κωνσταντινούπολη, 18 Ιανουαρίου 1909.)

Η αντίληψη που διαμόρφωσε η νεοτουρκική ηγεσία στους αξιωματικούς που προσχώρησαν στο κίνημα, εμπεριείχε την επιφύλαξη, αν όχι και την εχθρότητα απέναντι στο λαό. Χαρακτηριστική είναι μια σύσταση του Ισμέτ Ινονού προς τους νέους αξιωματικούς:«Ο σουλτάνος είναι εχθρός σας. Είναι επτά γενεών εχθρός σας. Ας μείνει όμως μεταξύ μας, ακόμα και ο λαός είναι εχθρός σας»5Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, επηρεάζει και τις συνθήκες στον Πόντο. Στο άρθρο με τίτλο «Οθωμανοί εις τα όπλα» που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου 1911 στην τουρκική εφημερίδα της Σαμψούντας Ηχώ διακηρύσσεται : ”Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος... Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των.“6
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.