Ο ήρωας της ΕΛΔΥΚ, ο Τύμβος και ο κύριος Θανάσης…

Τον είδα στον Τύμβο Μακεδονίτισσας. Περπατούσε στηριζόμενος σε μπαστούνι. Τα βήματά του πολύ αργά και με ελλιπή ισορροπία. Το κορμί του γυρτό, δείγμα του ότι είχε βιώσει μεγάλες δυσκολίες στη ζωή του. Το πρόσωπο με βαθιές ρυτίδες, που πιστοποιούσαν την μεγάλη του ηλικία. Τα μαλλιά του κατάλευκα σαν το χιόνι. Την προσοχή, όμως, δεν μου την τράβηξε η εικόνα αυτή αλλά η συμπεριφορά του. Στο άλλο χέρι από αυτό με το μπαστούνι, κρατούσε από το χεράκι ένα μικρό παιδάκι περίπου δέκα χρόνων. Μεταφερόταν από τάφο σε τάφο. Κοιτούσε τον σταυρό και το όνομα το οποίο αναγραφόταν. Γυρνούσε και κάτι έλεγε στο παιδάκι.


Η περιέργεια με έτρωγε. Τους πλησίασα διακριτικά, όσο για να μπορώ να ακούσω τι έλεγαν. Ο ηλικιωμένος κύριος στάθηκε μπροστά στον επόμενο τάφο. «Λοχίας Μπαγιώργος Παναγιώτης», διάβασε. Το γυρτό και κουρασμένο κορμί του τεντώθηκε. Χαιρέτησε στρατιωτικά. Γύρισε στον μικρό και του είπε: «Φονεύθηκε από ριπή εχθρικού πολυβόλου στην τοποθεσία «προμαχών» του στρατοπέδου ΕΛΔΥΚ στις 16 Αυγούστου 1974». Προχώρησε στον διπλανό τάφο. Στάθηκε και διάβασε: «Λοχίας Αθανασίου Νικόλαος». Χαιρέτησε ξανά με λεβέντικο τρόπο αλλά και εξόφθαλμο σεβασμό. Στράφηκε στο παιδάκι και είπε: «Έπεσε ηρωικώς μαχόμενος εναντίον των Τούρκων, από πυροβόλο εχθρικού άρματος, στις 16 Αυγούστου 1974».

Με τα ίδια αργά και δύσκολα βήματα συνέχισε ο κύριος να προχωράει από τάφο σε τάφο. Το σκηνικό επαναλαμβανόταν. Ο μικρός άκουγε τα ονόματα διαδοχικά: Ελευθερόπουλος Θεμιστοκλής, Ζαχαράτος Εμμανουήλ, Τσουκαλάς Νικόλαος, Βολακάκης Μάριος, Γαλάνης Αναστάσιος, Γκούρος Δημήτριος, Γραμματικάκης Εμμανουήλ… Δεκάδες ονόματα. Για το καθένα, ο ηλικιωμένος κύριος έλεγε στο παιδί πώς χάθηκε το 1974 σε μια από τις μάχες της ΕΛΔΥΚ.

Με την ίδια διακριτικότητα και δείχνοντας αμέριμνος, συνέχισα να ακολουθώ τα βήματά τους. Ήθελα να μάθω περί τίνος επρόκειτο. Πού γνώριζε όλα αυτά για την τύχη έκαστου των πεσόντων. Αν και είχα υποψιαστεί περί τίνος επρόκειτο. Κάποια στιγμή, ο κύριος Θανάσης (αυτό ήταν το μικρό του όνομα, το οποίο άκουσα λίγο αργότερα από το στόμα του μικρού παιδιού όταν τον αποκάλεσε «παππού Θανάση») σταμάτησε μπροστά σε έναν συγκεκριμένο τάφο. Ευθύς το σώμα του λες και το είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν τεντώθηκε απλώς. Όλες οι κινήσεις του ήσαν ενός νέου ανθρώπου με αρκετή ενέργεια. Το στρατιωτικό χαιρέτισμα ήταν νευρώδες. Κτύπησε το πόδι του με δύναμη (αν και μέχρι εκείνη την στιγμή τα έσερνε τα πόδια του) όπως πράττουν οι στρατιώτες όταν μπαίνουν σε στάση προσοχής.

«Σταυριανάκος Σωτήρης», αναφώνησε με όση δύναμη διέθετε. Πρόσεξα τον μικρό ότι ταράχτηκε λιγάκι από την δύναμη της φωνής του παππού του. «Ποιος είναι αυτός», ρώτησε το παιδί για πρώτη φορά, έχοντας αντιληφθεί ότι επρόκειτο για ξεχωριστή περίπτωση. «Ήταν ένα λιοντάρι. Ένας πραγματικός ήρωας. Λοχαγός Μηχανικού από το Σκουτάρι της Μάνης. Κάποια στιγμή είδε μπροστά του στα 30 μέτρα ένα τουρκικό άρμα μάχης Μ-48 που προχωρούσε κατά πάνω μας. Αντιαρματικά δεν υπήρχαν. Σκέφτηκε να επαναλάβει ό,τι έκανε δυο μέρες προηγουμένως. Είχε βγει από το όρυγμά του και τρέχοντας ζιγκ-ζαγκ πήδηξε σαν αίλουρος στην μούρη ενός Μ-48. Άρπαξε από τον σβέρκο τον οδηγό του και τον πυροβόλησε με το πιστόλι του. Το άρμα ακινητοποιήθηκε.

Εκείνη την ημέρα, 16 Αυγούστου, αποφάσισε να το επαναλάβει. Πετάχτηκε έξω από το όρυγμα και τρέχοντας πάλι ζιγκ ζαγκ, έφτασε στο προπορευόμενο άρμα. Είχε κι αυτό την θυρίδα του οδηγού ανοιχτή. Πήδηξε σαν αίλουρος στο μπροστινό μέρος και προσπάθησε να πιάσει και να τραβήξει τον οδηγό έξω για να τον πυροβολήσει…. Όμως, αυτή την φορά η τύχη του γύρισε την πλάτη… Από ένα διπλανό άρμα, ένας Τούρκος έστρεψε το πενηντάρι και άνοιξε πυρ. Ένα βλήμα τον βρήκε στο κεφάλι». Μετά θάνατον στον Σταυριανάκο απονεμήθηκε ο βαθμός του Αντιστράτηγου ενώ το όνομά του δόθηκε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στην Μαλούντα.

Τα δάκρυα κύλησαν στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του. Ήταν πολύ βαριά τα δάκρυα αυτά. Κουβαλούσαν 46 χρόνια τώρα ένα εκρηκτικό μείγμα. Θλίψη για τα παλληκάρια αυτά. Απύθμενη οργή για την σημαδεμένη τράπουλα, που ουσιαστικά τους είχε στείλει σε θυσία. Αλλά και απέραντο θαυμασμό για την ανδρεία και την αυτοθυσία των 318 παλληκαριών της ΕΛΔΥΚ, που με μηδαμινά μέσα εξοπλισμού, ανύπαρκτη στήριξη και συντριπτική σε βάρος τους αριθμητική αναλογία αντιστάθηκαν στους βάρβαρους εισβολείς. Η μάχη ήταν άνιση και φονική σε μια κόλαση πυρός όπως την μετέτρεψαν οι ναπάλμ του Αττίλα. Ωστόσο, κράτησαν όρθια την Λευκωσία, επιφέροντας σοβαρότατα πλήγματα στον εχθρό.

Ο δεκάχρονος μπορεί να μην συνειδητοποιούσε επακριβώς αυτά που αφηγείτο ο παππούς του, όμως, αντιλαμβανόταν ότι επρόκειτο για κάτι πολύ σπουδαίο. Φούσκωσε το παιδικό του στήθος και αγκαλιάζοντάς τον σφικτά του είπε: «Παππού, είμαι περήφανος που πολέμησες με όλους αυτούς τους ήρωες».

Δεν άντεξα στον πειρασμό τότε. Ξέχασα την διακριτικότητά μου, τον πλησίασα και ψέλλισα: «Τελικά, κύριε Θανάση, η Ελλάδα δεν είναι μακριά. Είναι εδώ…». Ο λεβεντάνθρωπος γύρισε και με λάμψη στα μάτια μου απάντησε: «Η Ελλάδα ποτέ δεν είναι μακριά. Μόνο κάποιοι πολιτικοί βλέπουν μακρινή την απόσταση… Διότι δεν την μετράνε με το μέτρο της ψυχής αλλά με το μέτρο που οι ξένοι έμποροι των εθνών τους προμηθεύουν. Εκείνο έχει άλλου είδους μονάδες μέτρησης… Η αυθεντική Ελλάδα είναι αυτή που βλέπεις στους σταυρούς!».

Σ.Σ.: Η ιστορία του λοχαγού Σταυριανάκου καταγράφεται σε μαρτυρία του ταξίαρχου ε.α Παναγιώτη Σταυρουλόπουλου, τελευταίου στρατοπεδάρχη της ΕΛΔΥΚ το 1974.
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.