Ο πόλεμος του 1974 στην Κύπρο χάθηκε πριν αρχίσει

Δεν είναι ώρα για διθυράμβους, για μάχες που δεν δόθηκαν, για νίκες που δεν πραγματοποιήθηκαν. Όταν σχεδόν το 40% του εδάφους της χώρας σου καταλαμβάνεται από τον εχθρό, όταν μετράς σχεδόν 1.500 αγνοούμενους και εκατοντάδες πεσόντες, όταν σκοτώθηκαν ακόμη και γυναικόπαιδα και βιάστηκαν γυναίκες, όταν απωλέστηκαν περιουσίες δισεκατομμυρίων και όταν νοικοκυραίοι άνθρωποι βρέθηκαν στα αντίσκηνα απ’ τη μια μέρα στην άλλη, η αναφορά στα γεγονότα του 1974 είναι επώδυνη.


Όταν όμως αναλογιστείς τις τότε συνθήκες, με την προδοσία, την απουσία οπλισμού και στρατιωτικής καθοδήγησης, λες πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Όχι πως η αποδεκατισμένη Εθνική Φρουρά θα έριχνε τους Τούρκους εισβολείς στη θάλασσα, αλλά το κόστος θα ήταν τέτοιο, που θα σκέφτονταν δυο φορές τους μελλοντικούς τους σχεδιασμούς. Δεν θα καταγραφόταν περίπου ένας στρατιωτικός περίπατος, αλλά μια πύρρειος νίκη της Τουρκίας με σημαντικό κόστος. Το κόστος θα άρχιζε από το σημείο της απόβασης (αν τα αποβατικά σκάφη δεν πλήττονταν και εν πλω) και θα συνεχιζόταν μέχρι που έπεσε ο τελευταίος πυροβολισμός της τουρκικής εισβολής.

Τα προβλήματα των Τούρκων άρχισαν από τη ρίψη των αλεξιπτωτιστών στην περιοχή της Μιας Μηλιάς στις 20 Ιουλίου 1974 και σύμφωνα με τη μαρτυρία του αντιστράτηγου εν αποστρατεία Χριστόδουλου Λευκαρίτη (ένθετη φωτογραφία), τότε εφέδρου ανθυπολοχαγού στο 361 ΤΟ, στο βιβλίο «Μνήμη και τιμή» (συγγραφέας Παύλος Παύλου) ίσως να μην γλύτωσε κανείς από τους αλεξιπτωτιστές. Η επιχείρηση απέτυχε.

Στο Τάγμα 361 το οποίο δραστηριοποιείτο στην Άσπρη Μούττη, δύο μήνες πριν την εισβολή, αντικαταστάθηκαν τα ΠΑΟ 106 χιλιοστών με ΠΑΟ 57 χιλιοστών τα οποία δεν μπορούσαν, όπως λέει ο ίδιος, να φέρουν εις πέρας την αποστολή του 361. Παράλληλα, καυτηριάζει το γεγονός πως λόγω του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου το μηχανοκίνητο Τάγμα 286 βρέθηκε στην Πάφο αντί να είναι στην Κερύνεια. Τη δεύτερη μέρα της εισβολής επιχείρησαν να το οδηγήσουν στην Κερύνεια χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, αλλά δέχτηκε επίθεση στον Κοντεμένο από την τουρκική αεροπορία και υπέστη τεράστιες απώλειες.

Ερωτηθείς για τη δράση του πρώτου λόχου του 361, ο κ. Λευκαρίτης, αφού ανέφερε πως την πρώτη μέρα της εισβολής οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να προωθηθούν, πρόσθεσε πως με βάση το σενάριο η 32η Μοίρα Καταδρομών θα δραστηριοποιείτο στην Άσπρη Μούττη και θα επιτίθετο στο ύψωμα Σιαπάνη που δεσπόζει στην περιοχή της Μιας Μηλιάς. Όμως η 32η Μοίρα, λόγω και των απωλειών κατά το πραξικόπημα και στην Άσπρη Μούττη, ήταν αδύνατο να εκτελέσει την αποστολή, γι’ αυτό ζητήθηκε από τον τρίτο λόχο του 361 ΤΠ να εκτελέσει τη συγκεκριμένη αποστολή. Δηλαδή, πρόσθεσε ο κ. Λευκαρίτης, ζήτησαν από 25-30 νεαρούς στρατιώτες να κάνουν αυτό που θα έκανε ολόκληρη Μοίρα Καταδρομών.

Όταν άρχισε ο δεύτερος γύρος της εισβολής, ο διοικητής του 361 Χάντζος Δημήτριος καθώς και ο διοικητής του πρώτου λόχου ήταν εξαφανισμένοι και γενικά δεν υπήρχε μόνιμος αξιωματικός να καθοδηγήσει τους στρατεύσιμους.

Εν τω μεταξύ, στις 14 Αυγούστου ακούστηκε ότι έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς. Το Τάγμα μετρά 91 νεκρούς και αγνοούμενους. Πολλοί από αυτούς συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν, όπως αναφέρει ο κ. Λευκαρίτης.

Όταν έσπασε η γραμμή Μιας Μηλιάς

Τι έγινε όμως στη Μια Μηλιά στις 14 Αυγούστου όταν προήλασαν τα τουρκικά άρματα μάχης με στόχο την Αμμόχωστο;

Την προέλαση των Τούρκων προς την Αμμόχωστο είχε αναλάβει να ανακόψει το 305 Τάγμα Πεζικού υπό τον τότε ταγματάρχη Τάσο Μάρκου. Όπως περιέγραψε παλαιότερα στον «Φ» ο τότε έφεδρος υπολοχαγός Αντρέας Αντωνιάδης, όταν έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς οι όλμοι έπεφταν βροχή. Όπως θυμάται, στις 4:00 την αυγή, έγιναν αντιληπτά τα τουρκικά άρματα μάχης.

Οι αμυνόμενοι έβαλλαν με μπράουνιγκ και με μπρεν κατά των ανδρών του πεζικού που συνόδευαν τα άρματα. Αναφέρει σχετικά ο τότε υπολοχαγός:

«Με τον Τάσο (Μάρκου) επικοινωνούσα εκείνο το πρωί με το τηλέφωνο. Στην αρχή του είπα ότι τα τανκ ήταν πέντε, ύστερα δέκα, ύστερα 25 και ύστερα του είπα πως δεν μετρούνταν. Ο Ανδρέας Αντωνιάδης εκτιμά πως ο Τάσος Μάρκου πρέπει να σκοτώθηκε εκεί από ένα από τα τανκ που προέλαυναν προς το Τζιάος».

«Όταν κατέβηκα προς το Τάγμα, λίγο μετά τις 9:30 π.μ. κινήθηκα προς το φράγμα και με είδε ο Τάσος. Ήταν οι τελευταίες στιγμές. Σε κάποια στιγμή οι Τούρκοι κατέβαζαν τη σημαία μας και ο Τάσος φώναξε “Βρε Αντωνιάδη, αντεπίθεση” και έριξε και μια ριπή πάνω από τα κεφάλια μας. Ήμασταν μερικά άτομα εκεί. Ήταν αυτοκτονία».

«Για μια στιγμή κοίταξα ανατολικά και είδα ένα άρμα το οποίο ερχόταν από ανατολικά, από τον δρόμο του Αγίου Χρυσοστόμου και κινήθηκε προς το τάγμα και κτύπησε ένα υποστατικό στο οποίο υπήρχαν άλογα και γύρισε το πυροβόλο πάνω μας. Του είπα (στον Τάσο Μάρκου) “έτο τανκ πίσω μας”. Όταν του έδειξα το άρμα δεν ξέρω τι σκέψεις έκανε, εν μέσω του πανδαιμόνιου που επικρατούσε από ώρα. Ο Τάσος ήταν αξιωματικός, δεν το έκανε η ψυχή του να φύγει από εκεί. Γι’ αυτό, υποθέτω, ότι σκοτώθηκε εκεί, διότι ήμουν από τους τελευταίους και δεν τον είδα να φεύγει από την περιοχή. Εκτός και αν συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε άλλη λύση από τη μετακίνηση του σε άλλο σημείο».

Σημειώνεται, πως μονάδα πυροβολικού που βρισκόταν στην περιοχή δεν κτύπησε τα τουρκικά άρματα και αυτό φαίνεται πως ήταν μοιραίο για τη συνέχεια και για την κατάληψη της Αμμοχώστου.

Η μαρτυρία του καθηγητή Νομικής Σίμου Συμεωνίδη

Ανάμεσα σε αυτούς που έζησαν τα γεγονότα στην περιοχή της Μιας Μηλιάς, ως έφεδρος, ήταν και ο Σίμος Συμεωνίδης, νυν καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Willamette του Όρεγκον των ΗΠΑ. Πρόσφατα έγινε μέλος της Ακαδημίας της Ευρώπης (Academia Europaea) στην οποία μέλη είναι και 72 νομπελίστες.

Στη μαρτυρία του στο βιβλίο «Μνήμη και τιμή» αναφέρεται σε πραξικοπηματία ο οποίος είχε λάβει μέρος σε απόπειρα κατά του Μακαρίου και ο οποίος φέρεται να περηφανευόταν πως εκεί που έστειλε τους εφέδρους δεν θα γύριζε κανείς. «Για οπλισμό», λέει ο κ. Συμεωνίδης, «μας έδωσαν ένα ρόπαλο για κάθε διμοιρία».

Αργότερα τους έστειλαν στο μέτωπο στον Κουτσοβέντη και τους έδωσαν από ένα μαρτίνι με 200 σφαίρες. Ο κ. Συμεωνίδης αναφέρει και τα εξής, ενδεικτικά της κατάστασης που επικρατούσε: «Κάποτε μας έφερναν φαγητό και κάποτε όχι. Μια φορά, μετά από δυο μέρες ασιτίας, μας έφεραν από ένα ψωμί και μια κονσέρβα (πόλιπιφ) για κάθε τέσσερα άτομα».

«Μια μέρα ήρθαν στις θέσεις μας 5-6 εθελοντές με γένεια και κοντά παντελόνια για να βάλουν νάρκες κοντά στις τουρκικές θέσεις, με σκοπό να ανακόψουν κάπως την προέλαση των Τούρκων. Αυτό έπρεπε να γίνει σε διάστημα μιάμισης ώρας, από τη στιγμή που θα νύχτωνε ώς τη στιγμή που θα έβγαινε το φεγγάρι. Κουβαλώντας ο καθένας τέσσερις νάρκες, δύο σε κάθε μπράτσο, κατέβηκαν από τις θέσεις μας και έρποντας διέσχισαν ένα αθέριστο χωράφι, ανέβηκαν στο τουρκικό ύψωμα και τοποθέτησαν τις νάρκες περίπου 30 μέτρα από τις τουρκικές θέσεις. Εκείνη τη βραδιά επάνδρωνα το μόνο μας πολυβολείο και θυμάμαι πόσο φοβόμουνα ότι θα τους έπαιρναν μυρωδιά οι Τούρκοι. Ευτυχώς γύρισαν όλοι χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Αποφάσισαν, όμως, να ξαναπάνε, επειδή έκριναν ότι χρειάζονταν και άλλες νάρκες. Τους είπαμε να μην πάνε γιατί δεν έμενε αρκετή ώρα ώς που να βγει το φεγγάρι και αν γίνονταν αντιληπτοί θα τους σκότωναν όλους οι Τούρκοι. Επέμεναν, όμως, και ξαναπήγαν. Γύρισαν μόλις πέντε λεπτά, πριν βγει το φεγγάρι».

Με άλλα λόγια, τότε, δεν έλειψε η ανδρεία και η γενναιότητα.

Κράτησαν με νύχια και δόντια τον Καραβά

Ο Ευτύχιος Σαλάτας, στέλεχος του Εφεδρικού Σώματος το οποίο συνέστησε ο Μακάριος για να αντιμετωπίσει τη δράση της ΕΟΚΑ Β, αφού συνελήφθη και φυλακίστηκε από τους πραξικοπηματίες, αποφυλακίστηκε την ημέρα της εισβολής και ως επικεφαλής ενός λόχου του Τάγματος 301 ξεκίνησε για το μέτωπο χωρίς να ξέρει πού έπρεπε να πάει, αφού δεν υπήρχαν διαταγές. Των άλλων δύο λόχων ηγούνταν οι Κώστας Παπακώστας και Τάκης Τσαγγάρης.

Κατέληξε στον Άγιο Ερμόλαιο Κερύνειας, όπου την επομένη δέχτηκαν επίθεση από τους Τούρκους. Στη μάχη δεν προέκυψαν απώλειες. Ακολούθως έλαβαν οδηγίες να οπισθοχωρήσουν στη Σκυλούρα και από εκεί στη Φιλιά. Την επομένη τους έδωσαν οδηγίες να επιστρέψουν στον Άγιο Ερμόλαιο. Τη δεύτερη μέρα παρομονής δέχτηκαν επίθεση και οπισθοχώρησαν. Κατέληξαν στον Κοντεμένο, από εκεί στην Αγία Μαρίνα και από εκεί στο Τσέρι, όπου ο Ευτύχιος Σαλάτας έλαβε οδηγίες να μεταβεί στον Καραβά. Ο διοικητής του Τάγματος 256 του έδωσε οδηγίες να κατευθυνθεί στη Λάπηθο. Ανέλαβε επικεφαλής 51 στρατιωτών. Βρήκε έναν Έλληνα συνταγματάρχη ο οποίος του έδωσε οδηγίες να «ασφαλίσει» δρόμο έξω από τη Λάπηθο. Ήταν 29 Ιουλίου και τότε, εν καιρώ εκεχειρίας, διεξήχθη η μάχη του Καραβά τον οποίον το ΓΕΕΦ θεωρούσε ότι κατέλαβαν οι Τούρκοι. Την επομένη το πρωί άρχισε επίθεση των Τούρκων η οποία διήρκεσε μέχρι τις 6:00 το απόγευμα και όπως περιέγραψε ο Ευτύχιος Σαλάτας, ήταν χωρίς απώλειες. Η μάχη επαναλήφθηκε και την επομένη. Η μάχη του Καραβά διήρκεσε 18 ώρες…

Σε κάποια στιγμή οι διμοιρίτες αναφέρουν στον λοχαγό Σαλάτα ότι τους τελείωσαν οι σφαίρες. Αυτός τηλεφωνά στον διοικητή, ο οποίος τον ρωτά έκπληκτος πού βρίσκεται και όταν του αναφέρει ότι βρίσκεται στον Καραβά, ο διοικητής αναφέρει πως ο ίδιος βρίσκεται στη Μύρτου. Αυτό που είχε συμβεί είναι ότι οι άλλοι δύο λόχοι του 256 ΤΠ (πλην του Σαλάτα) εγκατέλειψαν την περιοχή και ο λόχος του έμεινε μόνος και χωρίς σφαίρες. Με οδηγίες του διοικητή μετακινήθηκαν στη Μύρτου και από εκεί τους είπαν ότι θα επέστρεφαν στο μέτωπο.

Στιγμές προδοσίας αλλά και ηρωισμού. Μαύρες και χρυσές σελίδες. Εγκατάλειψη του πεδίου της μάχης αλλά και παραμονή πέραν κάθε λογικής και ελπίδας. Αυτή η εικόνα ήταν το χαρακτηριστικό μαχών που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν.

Το αποτέλεσμα του χαμένου από χέρι πολέμου, είναι ευδιάκριτο στον Πενταδάκτυλο.
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.