Ξεκλείδωμα της Οικονομίας τώρα!

Η πανδημία μπορεί να εξελιχθεί στη μεγάλη, αλλά τελευταία ευκαιρία της Ελλάδας. Ειδικότερα η χώρα μας, παρά τις διεθνείς αρνητικές προβλέψεις, αφενός μεν μπορεί και πρέπει να αποφύγει την ύφεση, αφετέρου να χρησιμοποιήσει την κρίση για την απαραίτητη από δεκαετίες τώρα αλλαγή του αποτυχημένου οικονομικού της μοντέλου που στηρίζεται μόνο σε δύο βασικούς πυλώνες: στον τουρισμό και στη ναυτιλία, με το επιχειρηματικό μοντέλο του πρώτου επίσης λανθασμένο Ως εκ τούτου, όχι μόνο πλήττεται αμέσως όταν ξεσπούν παγκόσμιες κρίσεις αλλά, επί πλέον, δεν εκμεταλλεύεται σωστά τον τεράστιο φυσικό πλούτο και τις μεγάλες ικανότητες των Ελλήνων – ενώ αυτό ακριβώς το αποτυχημένο μοντέλο την έχει οδηγήσει στην υπερχρέωση του 2009, στη χρεοκοπία του 2012, καθώς επίσης στην πτώχευση και εξαθλίωση του ιδιωτικού τομέα, σε επίπεδα που δεν έχουν συμβεί ποτέ μέχρι σήμερα. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η εγχώρια πολιτική και οικονομική Ολιγαρχία, ξενόδουλη δυστυχώς και σε μεγάλο βαθμό γερμανόφιλη – απολύτως υπεύθυνη για την κακή διαχείριση της ελληνικής οικονομίας, για την εξαθλίωση των Ελλήνων και ειδικά για το έγκλημα των συνεχών μνημονίων, με αποκορύφωμα την προδοσία του PSI.

Από: analyst.gr - ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

Ανάλυση


Ελληνική Λύση

Από τις εκθέσεις των τριών εταιριών αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας που ακολουθούν, θα θέλαμε να σημειώσουμε εν πρώτης τις εξής βασικές επισημάνσεις:

“Ο όγκος εξωτερικού χρέους (132,5% στα τέλη του 2019) και η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (-150,6%) ως μερίδιο του ΑΕΠ είναι σημαντικά υψηλότερα, από το μέσο όρο των χωρών με πιστοληπτική αξιολόγηση «BB» – 19,1% και -16,2% κατά μέσο όρο, αντίστοιχα. Το μαξιλάρι ρευστότητας είναι περισσότερο από επαρκές για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης για το τρέχον έτος, αλλά και για το επόμενο. Η ευνοϊκή φύση του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους της Ελλάδας σημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι χαμηλό. Περίπου το 95% του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου και η μέση διάρκεια ωρίμανσης του ελληνικού χρέους (20,5 χρόνια) είναι μεταξύ των μακρύτερων ανά τον κόσμο, μειώνοντας τον κίνδυνο από μια αύξηση επιτοκίων” (Fitch)

“Δεδομένης της υψηλής εποχικότητας του τουριστικού τομέα, με σχεδόν το 77% των τουριστικών αφίξεων να συγκεντρώνεται το τρίτο τρίμηνο του έτους, οι απώλειες για την τουριστική βιομηχανία θα μπορούσαν να περιοριστούν εάν οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί χαλαρώσουν το δεύτερο εξάμηνο του έτους” (DBRS, πηγή).
“Οι επενδύσεις και οι εξαγωγές ιδιαίτερα θα συρρικνωθούν σημαντικά φέτος, με τον αντίκτυπο στον σημαντικό για τη χώρα κλάδο του τουρισμού να είναι ιδιαίτερα αρνητικός. Αύξηση του ακαθάριστου χρέους στο 197% περίπου του ΑΕΠ αυτό το έτος από 177% το προηγούμενο, για να υποχωρήσει ξανά το 2021. Το καθαρό κυβερνητικό χρέος θα αυξηθεί το 2020 στο 181% περίπου του ΑΕΠ από περίπου 157% του ΑΕΠ το 2019, για να περάσει σε πτωτική τροχιά στη συνέχεια” (S&P).

Όσον αφορά τα κυριότερα στοιχεία τους στις προβλέψεις για το 2020, τα εξής:

Εταιρεία Ύφεση Δημοσιονομικό Έλλειμμα Ακαθ. Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
S&P 9,0% 7,7% 197,0%
Fitch 8,1% 7,4% 194,8%
DBRS 5% (>) 9,0% (όσο ΔΝΤ) ./.

Σε σχέση με τα βασικά στοιχεία της Ελλάδας, το ΑΕΠ το 2019 σε τρέχουσες τιμές ανήλθε στα 187,5 δις €, με ρυθμό ανάπτυξης (αύξησης του) μόλις στο 1,5% (πηγή). Όσο για τα δημοσιονομικά μέτρα, οι εταιρείες αξιολόγησης τα τοποθετούν στο 3,5% του ΑΕΠ ή στα 6,8 δις € που δήλωσε δύο περίπου εβδομάδες πριν ο υπουργός οικονομικών – όχι στο 7,5% του ΑΕΠ ή στα 14 δις € που ανέφερε αργότερα ο πρωθυπουργός.

Η πρώτη ενέργεια λοιπόν που πρέπει να γίνει είναι η συγκεκριμενοποίηση του ποσού των δημοσιονομικών μέτρων – αφού αποτελούν έναν πολύ βασικό συντελεστή της εξέλιξης του ελλείμματος και του Χρέους/ΑΕΠ. Τα μέτρα αυτά πρέπει στη συνέχεια να αποτυπωθούν σε έναν καινούργιο προϋπολογισμό του 2020 – μαζί με τις υποθέσεις που θα υιοθετηθούν σχετικά με την εγχώρια και διεθνή ύφεση, αφού έχουν αλλάξει ριζικά.

Επειδή τώρα έχουν εμφανισθεί αρκετοί οπαδοί του «λεφτά υπάρχουν», οφείλουμε να σημειώσουμε πως η Ιταλία που ευρίσκεται σε καλύτερη θέση από την Ελλάδα, αλλά αντιμετωπίζει μία πολύ μεγαλύτερη εξάπλωση της πανδημίας, έχει δρομολογήσει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 1,5% του ΑΕΠ της – συν εγγυήσεις σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και εξαγωγείς 25% του ΑΕΠ της. Προβλέπεται δε έλλειμμα 6,3% του ΑΕΠ της από την S&P, δημόσιο χρέος στο 153% του ΑΕΠ και ύφεση 10% – ενώ το πλεονέκτημα της είναι το πολύ χαμηλό ύψος του ιδιωτικού της χρέους και η καθαρή διεθνής επενδυτική της θέση.

Ειδικότερα, το συνολικό χρέος των ιταλικών νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στα τέλη του 2019 ανερχόταν στο 110% του ΑΕΠ της, έναντι 114% της Γερμανίας, 150% της Ισπανίας και 250% της Ολλανδίας – ενώ έχει θετική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση (=οι Ιταλοί διαθέτουν περισσότερες επενδύσεις σε ξένες χώρες, από τις επενδύσεις των ξένων στην Ιταλία) και 3% πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (το 8ο υψηλότερο στον πλανήτη σε απόλυτους όρους). Μαζί με το χρέος του χρηματοπιστωτικού της τομέα, το ιδιωτικό χρέος της Ιταλίας έχει μειωθεί μετά την κρίση του 2008 περισσότερο από την αύξηση του δημοσίου χρέους της (πηγή).

Επομένως η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να παραθέσει αντίστοιχα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας – ειδικά όσον αφορά τις τράπεζες που πλέον δεν πρόκειται να εξυγιανθούν με το σχέδιο «Ηρακλής», αφού τα κόκκινα δάνεια τους άρχισαν να αυξάνονται με τριπλάσιο ρυθμό από τα τέλη Μαρτίου. Έτσι και αλλιώς βέβαια δεν ήταν αρκετό, αφού θα μειώνονταν στο 20% των Ισολογισμών τους πριν την πανδημία με το σχέδιο «Ηρακλής», από 42% περίπου σήμερα – όταν στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ είναι κάτω του 5%.

Οι επόμενες ενέργειες


Περαιτέρω, η ναυτιλία πιθανότατα θα ξεπεράσει το πρόβλημα το 2020, οπότε δεν θα μειωθεί το ναυτιλιακό συνάλλαγμα ύψους 17,3 δις. Σε σχέση με τις εξαγωγές, επειδή ένα μεγάλο μέρους τους αφορά τα πετρελαιοειδή, θα εμφανίσουν μεγάλη κάμψη λόγω της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου – μαζί με τα έσοδα του δημοσίου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της τιμής της βενζίνης αποτελείται από φόρους κατανάλωσης και ΦΠΑ, όπου δεν μειώνεται μόνο η τιμή της βενζίνης αλλά και η κατανάλωση λόγω του κλειδώματος.

Επομένως, οφείλουν να στηριχθούν οι υπόλοιπες βιομηχανίες με κρατικές εγγυήσεις και με όποιους άλλους τρόπους επιτρέπονται από την ΕΕ. Πριν από όλες η βιομηχανία τροφίμων, η οποία μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά υπό τις συνθήκες που δημιουργούνται, καθώς επίσης ο πρωτογενής τομέας – ενώ θα πρέπει παράλληλα να εμποδιστούν οι εισαγωγές, για να μην επιδεινωθεί ο τέταρτος συντελεστής του ΑΕΠ (Εξαγωγές – Εισαγωγές).

ΑΕΠ = Κατανάλωση +Ιδιωτικές Επενδύσεις + Δημόσιες Δαπάνες + (Εξαγωγές – εισαγωγές)


Εντός των πλαισίων της ΕΕ, ο τρόπος περιορισμού των εισαγωγών είναι οι αυστηρότερες προδιαγραφές και ο αυξημένος έλεγχος τους – σε συνδυασμό με την παροχή κινήτρων στο εσωτερικό για να αγοράζονται ελληνικά προϊόντα, ειδικά από τις τουριστικές επιχειρήσεις. Έτσι μπορούμε να καταφέρουμε να μην επηρεάσει αρνητικά ο συντελεστής αυτός το ΑΕΠ – εάν όχι θετικά. Το σημαντικό λοιπόν δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών, αλλά και η μείωση των εισαγωγών – η οποία είναι ασφαλώς στο χέρι μας.

Όσον αφορά τώρα τη μείωση των επενδύσεων που προβλέπεται, μπορεί να αποφευχθεί με την παροχή κινήτρων για επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα (θερμοκήπια κλπ.), στη μεταποίηση και στη βιομηχανία – ενώ δεν πρέπει να διεξαχθούν πλέον άλλες στον τουρισμό, για να μειωθεί το μερίδιο του στο ΑΕΠ με την αύξηση των άλλων κλάδων της οικονομίας. Σε σχέση με το δανεισμό, η σωστή χρησιμοποίηση της Κρατικής Επενδυτικής Τράπεζας (τύπου KFW) που πρέπει να λειτουργήσει αμέσως μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά – αρκεί να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και όχι τις μεγάλες, όπως δυστυχώς υποπτευόμαστε από την τροπολογία που κατατέθηκε με την ΠΝΠ της Παρασκευής (24.04.20).

Επομένως μπορεί να διατηρηθεί τουλάχιστον σταθερός ο δεύτερος συντελεστής του ΑΕΠ – πόσο μάλλον όταν ο πρώτος έχει στηριχθεί ήδη με τα (μόνο καταναλωτικά δυστυχώς) μέτρα της κυβέρνησης που αφορούν τις παροχές σε εργαζομένους κλπ., ακόμη και σε αυτούς που προηγουμένως δεν στηρίζονταν (μακροχρόνια άνεργοι, πτυχιούχοι κλπ.). Τα μέτρα αυτά όμως δεν είναι αρκετά, αφού δεν έχουν βοηθηθεί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις – όπως

(α) με την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας τους (ενοίκιο, ρεύμα, νερό κλπ.) για τους μήνες που είναι υποχρεωτικά κλειστά και έχουμε ήδη προτείνει, καθώς επίσης (β) με τη χρηματοδότηση των μεταχρονολογημένων επιταγών από τις τράπεζες.

Έτσι πολλές από αυτές (υπολογίζονται πάνω από 50%, πηγή) δεν θα μπορέσουν να ανοίξουν – με τις χρεοκοπίες και με την ανεργία να εκτιναχθούν ξανά στα ύψη. Φυσικά θα ήταν ένα έγκλημα εκ μέρους της κυβέρνησης – δεν είναι όμως δυστυχώς το μοναδικό, αφού υπάρχουν πολλά άλλα.

Από την άλλη πλευρά, σε σχέση με το δεύτερο συντελεστή του ΑΕΠ, οφείλουν να διευκολυνθούν και οι ξένες επενδύσεις, ειδικά σε εξαγωγικούς τομείς, χωρίς όμως το ξεπούλημα των κερδοφόρων κρατικών, όπως της ΔΕΠΑ, του ΔΕΔΔΗΕ κλπ. – με την παροχή κινήτρων, με τη χρηματοδότηση τους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κοκ.

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων τώρα (ΠΔΕ, τρίτος συντελεστής) που ήταν ήδη πολύ χαμηλό στον προϋπολογισμό (6,75 δις €), ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε πως τα 5 δις € από αυτό θα διατεθούν μέσω των νέων μέτρων για τη στήριξη των επιχειρήσεων, οφείλει να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 1,5 δις € – ενώ τα 5 δις € για τη στήριξη των επιχειρήσεων πρέπει να προέλθουν από τα ταμειακά διαθέσιμα του δημοσίου (από τα 20 δις € των οργανισμών του δημοσίου, αφού τα 15,7 δις € δεν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν). Έτσι δεν θα υπάρξει υποχώρηση των επενδύσεων, ενώ με το ΠΔΕ πρέπει να στηριχθούν εκτός από τα απολύτως απαραίτητα έργα υποδομής, οι παραγωγικές επενδύσεις – όπως η αύξηση κεφαλαίων στις αμυντικές κρατικές επιχειρήσεις για να λειτουργήσουν ξανά, παράγοντας και υγειονομικά προϊόντα (αναπνευστήρες, στολές, μάσκες κλπ.). Με τον τρόπο αυτό δεν θα μειωνόταν ούτε ο τρίτος συντελεστής του ΑΕΠ – οι δημόσιες δαπάνες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι κρατικές επενδύσεις.

Τελευταίο αλλά πολύ μεγάλο θέμα ο τουρισμός, ο οποίος πρέπει να διασωθεί, ενώ υπάρχουν περιθώρια – αφού το 77% των αφίξεων συγκεντρώνεται στο τρίτο τρίμηνο που μάλλον θα διευρυνθεί, υποθέτοντας πως η πανδημία θα υποχωρήσει. Εν προκειμένω, έχουμε ένα μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Τουρκία, αφού τα κρούσματα στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλότερα και ήδη υποχωρούν – αρκεί να μην ξεφύγουν από τον έλεγχο στις μεταναστευτικές δομές και να μην εμφανιστούν νέα, από τις εισροές των παράνομων μεταναστών.

Εκτός αυτού μας δίνεται μία μεγάλη ευκαιρία να αλλάξουμε το αποτυχημένο επιχειρησιακό μοντέλο του φθηνού τουρισμού που απομυζείται από τις ξένες τουριστικές εταιρείες – όπως από τη γερμανική TUI (ανάλυση). Η ευκαιρία αυτή πηγάζει από τη δυνατότητα μας να πουλήσουμε αυτό το έτος «υγειονομική ασφάλεια» – σημειώνοντας πως αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι οι τουριστικές αφίξεις, αλλά τα έσοδα.

Εν προκειμένω πρέπει να μειώσουμε την προσφορά εις βάρος των αφίξεων, αυξάνοντας τις τιμές προς όφελος των εσόδων. Για παράδειγμα, εάν θεωρούμε πως η Μύκονος παρέχει υγειονομική ασφάλεια (ΜΕΘ, νοσοκομείο, γιατρούς κλπ.) για 5.000 τουρίστες, η Ζάκυνθος για 10.000 και η Κρήτη για 100.000 (υπόθεση εργασίας με τυχαία νούμερα), θα πρέπει να κατευθύνουμε ανάλογα την τουριστική κίνηση – φυσικά διαφημίζοντας κατάλληλα το συγκεκριμένο concept. Έτσι αντί για 30 εκ. τουρίστες που έτσι και αλλιώς θα μειωθούν, με άμεσα έσοδα 18,2 δις € (έμμεσα σχεδόν 40 δις €), θα έχουμε υποθετικά 20 εκ. τουρίστες με 15 δις € έσοδα – οπότε η απώλεια μας θα είναι περιορισμένη, ενώ οι υποδομές μας θα μπορούν να στηρίξουν πραγματικά τον τουρισμό.

Εάν εδώ συντονίσουμε σωστά την ελληνική παραγωγή, δίνοντας ανάλογα κίνητρα στα ξενοδοχεία για την αγορά ελληνικών προϊόντων, αφενός μεν δεν θα έχουμε προβλήματα όσον αφορά τη διατροφή των Ελλήνων, αφετέρου δεν θα καταναλώνεται πια πάνω από το 80% των τουριστικών εσόδων μας σε εισαγωγές – αλλά πολύ λιγότερα, με στόχο το 25% της Ιταλίας. Με τον τρόπο αυτό στηρίζεται ταυτόχρονα ο τέταρτος συντελεστής του ΑΕΠ (Εξαγωγές μείον Εισαγωγές ή Εμπορικό Ισοζύγιο) – οπότε το πρόβλημα μας μετατρέπεται σε ευκαιρία.

Τέλος, πρέπει να κατατεθεί αμέσως, επειγόντως, ένα πρόγραμμα για την επόμενη ημέρα που οφείλει να ξεκινήσει από τις αρχές Μαΐου – με τα δεδομένα που έχουμε έως σήμερα και χωρίς να περιμένουμε τα επόμενα. Αυτό αφορά κυρίως τις επιχειρήσεις όλων των κλάδων, οι οποίες πρέπει να γνωρίζουν τώρα πότε θα ξεκινήσουν και πώς – ενώ εάν καθυστερήσει το πρόγραμμα, θα οδηγηθεί η Ελλάδα σε τρομακτικές καταστάσεις, πολύ χειρότερες από αυτές του 2010 που θα πληρώνουν και τα παιδιά μας. Κανένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σχέδιο – κάτι που γνωρίζει ακόμη και ένας ιδιοκτήτης περιπτέρου, αλλά δυστυχώς όχι η κυβέρνηση. Επί πλέον απαιτείται ένας σωστός Ισολογισμός του κράτους – αφού αυτός που είδαμε στην ανάλογη επιτροπή της Βουλής δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Εάν καθυστερήσουμε, η ύφεση θα διαμορφωθεί σε καταστροφικά επίπεδα, ενώ τα ελλείμματα και τα χρέη θα εκτοξευθούν σε δυσθεώρητα ύψη – με τα θύματα της να είναι εκθετικά υψηλότερα από αυτά της πανδημίας. «Ξεκλείδωμα» της οικονομίας λοιπόν τώρα, εάν θέλουμε να αποφύγουμε το χάος – καθώς επίσης εάν θέλουμε να βγούμε κερδισμένοι από την κρίση. Ακολουθούν στη δεύτερη σελίδα οι λεπτομερείς αναφορές των εταιριών αξιολόγησης, από τα ΜΜΕ.

Αξιολογήσεις της ελληνικής οικονομίας


S&P


Ο οίκος προβλέπει στην ανάλυση του συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας κατά περίπου 9% το 2020, λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, ενώ περιμένει ανάκαμψη των ρυθμών ανάπτυξης το 2021.

Ο οίκος περιμένει επίσης η Ελλάδα να εμφανίσει έλλειμμα της τάξης του 7,7% του ΑΕΠ φέτος ως αποτέλεσμα των μέτρων για την ανάσχεση της κρίσης και των αρνητικών επιπτώσεων από τη ραγδαία επιβράδυνση της οικονομίας, από πλεόνασμα περίπου 1,5% το 2019. Αυτό δείχνει πρωτογενές έλλειμμα κοντά στο 5% του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερο από τον προηγούμενο στόχο για πλεόνασμα 3,5% στο πλαίσιο της συμφωνίας με τους πιστωτές, επισημαίνει.
Σημειώνει παράλληλα ότι λόγω της αβεβαιότητας για τη διάρκεια της πανδημίας και την συνεπαγόμενη οικονομική κρίση και τον πλήρη αντίκτυπο τους στην οικονομία, αναθεωρεί το outlook της Ελλάδας σε “σταθερό” από “θετικό”.
“Θεωρούμε ότι η κυβέρνηση έχει σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια ενόψει των επιπλοκών σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο από την κρίση του COVID-19 τα οποία υποστηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στα τρέχοντα επίπεδα”, αναφέρει ο οίκος.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιβεβαιώνει την πιστοληπτική αξιολόγηση στο ‘BB-/B’.
Όπως εξηγεί, το σταθερό outlook “αντανακλά την άποψη μας ότι τα σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας αντισταθμίζουν τους κινδύνους στην πιστοληπτική ικανότητα από τις επιπτώσεις της πανδημίας σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο”.
Προειδοποιεί ταυτόχρονα ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εάν η οικονομική ανάπτυξη είναι σημαντικά πιο αδύναμη από τις εκτιμήσεις της, διαβρώνοντας έτσι τα δημοσιονομικά περιθώρια και οδηγώντας σε σημαντική απόκλιση από τις τρέχουσες δημοσιονομικές προβλέψεις.
Το θετικό σενάριο
Ο οίκος κάνει λόγο πάντως και για ένα ανοδικό σενάριο. Όπως επισημαίνει, θα εξέταζε την αναβάθμιση της Ελλάδας “εάν ο αντίκτυπος της πανδημίας στις οικονομικές επιδόσεις της χώρας αποδειχθεί βραχύβιος και η τρέχουσα επιβράδυνση των δημοσιονομικών επιδόσεων λόγω της κρίσης αναστραφεί”.
Ο οίκος αναφέρει επίσης ότι θα αναβάθμιζε τις αξιολογήσεις του στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης υλοποίησης πολιτικών προσανατολισμένων προς την οικονομική σταθερότητα για να αντιμετωπιστούν οι υπολειπόμενες διαρθρωτικές προκλήσεις στην οικονομία.
Άλλη μια πιθανή ενεργοποίηση για αναβάθμιση της αξιολόγησης σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο θα αποτελούσε μια σημαντική μείωση της μη εξυπηρετούμενης έκθεσης (NPEs) στο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, κάτι που θα ωφελούσε το μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, όπως αναφέρει.
Επιβεβαίωση της αξιολόγησης
Ο οίκος αναφέρει ότι η επιβεβαίωση της αξιολόγησης βασίζεται στα σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας που έχτισε τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας:
-Της πολύ ισχυρής δημοσιονομικής επίδοσης της χώρας
-Της διατήρησης σημαντικών αποθεμάτων ρευστότητας στον κυβερνητικό ισολογισμό
-Της ευνοϊκής δομής του κρατικού χρέους και
-Της ευελιξίας στη χρηματοδότηση που ενισχύθηκε από την πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων λόγω της πανδημίας και ως ασφάλεια στις πράξεις αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.
Όπως αναφέρει, όσον αφορά την ωρίμανση και το μέσο επιτόκιο, η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο πλέον ευνοϊκά προφίλ χρέους μεταξύ των κρατών που αξιολογεί.
Σημειώνει επίσης ότι με βάση τις προβλέψεις της, μετά από μια μεγάλη αύξηση το 2020, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης και ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ θα αρχίσουν να υποχωρούν από το 2021, με τη βοήθεια της ανάκαμψης της ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ και της δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Πιο αναλυτικά, περιμένει αύξηση του ακαθάριστου χρέους στο 197% περίπου του ΑΕΠ αυτό το έτος από 177% το προηγούμενο, για να υποχωρήσει ξανά το 2021. Το καθαρό κυβερνητικό χρέος θα αυξηθεί το 2020 στο 181% περίπου του ΑΕΠ από περίπου 157% του ΑΕΠ το 2019, για να περάσει σε πτωτική τροχιά στη συνέχεια.
Τουρισμός και εξαγωγές
Στην ανάλυση του ο οίκος επισημαίνει ότι με βάση τις εκτιμήσεις του οι επενδύσεις και οι εξαγωγές ιδιαίτερα θα συρρικνωθούν σημαντικά φέτος, με τον αντίκτυπο στον σημαντικό για τη χώρα κλάδο του τουρισμού να είναι ιδιαίτερα αρνητικός. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2019, σημειώνει, έφτασαν σχεδόν το 10% του ΑΕΠ.
Ανάκαμψη το 2021
Για το 2021 ο οίκος περιμένει οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, το μέγεθος της οποίας θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων παραγόντων που συνδέονται με το πιθανό τέλος της κρίσης του COVID-19, από την αποκατάσταση της τουριστικής δραστηριότητας.
“Για τα επόμενα τρία χρόνια περιμένουμε η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας να ξεπεράσει το μέσο όρο της Ευρωζώνης και αυτό περιλαμβάνει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους”, αναφέρει ο οίκος.
Περιμένει επίσης η οικονομική επίδοση της χώρας να παραμείνει ισορροπημένη, τροφοδοτούμενη κυρίως από την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο οίκος περιμένει σταθερή άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης εν μέσω υψηλότερης απασχόλησης, μετά την υποχώρηση του 2020.
Τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης τα οποία περιλαμβάνονται στο προϋπολογισμό του 2020, όπως η μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τα πιο χαμηλά εισοδήματα, η μείωση του φόρου ακινήτων και το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα για τις πληρωμές καθυστερούμενων φορολογικών οφειλών αναμένεται να στηρίξουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, εκτιμά η S&P.
Κλειδί η μείωση των κόκκινων δανείων
Ο οίκος τονίζει τη σημασία που θα έχει για την ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη η μείωση των μη εξυπηρετούμενων εκθέσεων (NPEs) στις τράπεζες, “κάτι που θα οδηγούσε σε τόνωση του δανεισμού προς τον ιδιωτικό τομέα”, όπως αναφέρει.
Σημειώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν καταγράψει πρόοδο στη μείωση των NPEs, τα οποία στο τέλος του 2019 έφταναν τα 68 δισ. ευρώ περίπου (χωρίς να περιλαμβάνονται στοιχεία εκτός του ισολογισμού), μειωμένα λίγο πάνω από το ένα τρίτο από 107,2 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2016.
Αναφέρεται επίσης στο σχέδιο “Ηρακλής” της ελληνικής κυβέρνησης, σχολιάζοντας πως τέτοια μέτρα αναμένεται να βοηθήσουν να αποκατασταθεί ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, επιταχύνοντας την οικονομική ανάκαμψη.
Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της πανδημίας, ο οίκος περιμένει αναστροφή της θετικής αυτής τάσης στη δημιουργία νέων NPEs. Εκτιμά επίσης ότι στο περιβάλλον αυτό, η πρόσφατη υλοποίηση του σχεδίου “Ηρακλής” είναι επίσης απίθανο να επιταχύνει τον αναμενόμενο ρυθμό διάθεσης των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.
“Θεωρούμε ότι ο θετικός αντίκτυπος των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, όπως στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, είναι απίθανο να εκδηλωθεί σε συνθήκες ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης. Χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης, ο κλάδος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων – ο μεγαλύτερος εργοδότης στην ελληνική οικονομία – παραμένει σε διάφορα επίπεδα πίεσης”.
Οι χρεοκοπίες στον ιδιωτικό τομέα είναι ακόμα εκτεταμένες και αυτό περιλαμβάνει τα φορολογικά βάρη. Η ύφεση θα περιπλέξει τις προσπάθειες να μειωθεί ο μεγάλος όγκος των NPEs, εκτιμά.

DBRS

Σε επιβεβαίωση της αξιολόγησή του για τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε BB(low), αναθεωρώντας ωστόσο πτωτικά το trend από “θετικό” σε “σταθερό”, προχώρησε ο καναδικός οίκος DBRS
Η πτωτική αναθεώρηση της τάσης για την ελληνική οικονομία, όπως τονίζει ο οίκος, οφείλεται στην “παύση” της οικονομικής δραστηριότητας και την πιθανή ύφεση στην οποία οδηγεί η πανδημία του κορονοϊού, καθώς και στο γεγονός ότι ο χρόνος και η ταχύτητα μιας ενδεχόμενης ανάκαμψης είναι ασαφείς.
Όπως τονίζει ο οίκος, η κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού και έχει αποτρέψει μια σοβαρή κρίση υγείας μέχρι στιγμής. Επίσης, προσθέτει ότι τα έκτακτα φορολογικά μέτρα θα μειώσουν τη μέγεθος του οικονομικού αντίκτυπου, ωστόσο, η οικονομία είναι πιθανό να συρρικνωθεί φέτος, λόγω των επιπτώσεων στους κρίσιμους κλάδους του τουρισμού και της ναυτιλίας, ενώ η ανεργία θα αυξηθεί.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι ο χρόνος οικονομικής ανάκαμψης και, επομένως, οι προοπτικές ανάπτυξης του 2021 παραμένουν ασαφείς. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο δείκτης δημόσιου χρέους και το δημοσιονομικό ισοζύγιο θα επιδεινωθούν και η διάρκεια της επιδείνωσης αυτής είναι εξαιρετικά ασαφής.
Την ίδια στιγμή τονίζει ότι η επιβεβαίωση της αξιολόγησης για την πιστοληπτική ικανότητας της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι σε θέση, με ισχυρή δέσμευση, να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική της ατζέντα. Όπως αναφέρει, η Ελλάδα αναδύθηκε από την προηγούμενη κρίση σημειώνοντας τρία χρόνια ανάπτυξης και πέντε χρόνια πρωτογενούς πλεονάσματος, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία ενός μεγάλου αποθέματος μετρητών.
Ωστόσο, το βάρος του δημόσιου χρέους είναι μεγάλο, στο 176,6% του ΑΕΠ στα τέλη του 2019, και τώρα αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Βέβαια, σημειώνει ότι το υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους μετριάζεται σε κάποιο βαθμό από την πολύ μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους και από το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος. Επίσης, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου περιλαμβάνονται πλέον στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Ο καναδικός οίκος σημειώνει ότι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της χώρας είναι η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού και η επιστροφή της οικονομίας σε ανοδική τροχιά, η συμμόρφωση με τους όρους του προγράμματος εποπτείας της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Στον αντίποδα, εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση είναι μια επίμονη αρνητική επίδοση της οικονομίας, η καθυστέρηση ή η αναστροφή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μακροπρόθεσμα η έλλειψη δημοσιονομικών κινήσεων, καθώς και μια νέα αστάθεια του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Το ξέσπασμα του κορονοϊού αναμένεται να εκτροχιάσει την οικονομική ανάκαμψη
Πιο αναλυτικά, ο καναδικός οίκος αναφέρει ότι το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού αναμένεται να εκτροχιάσει την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, σημειώνοντας ωστόσο ότι η “απάντηση” της κυβέρνησης ήταν άμεση.
Όπως αναφέρει, από τις 23 Απριλίου, έχουν επιβεβαιωθεί 2.463 κρούσματα και 127 θάνατοι στην Ελλάδα από τη νόσο COVID-19. Όμως, η ταχεία αντίδραση της κυβέρνησης στην επιδημιολογική κρίση έχει αποτρέψει μια σοβαρή κρίση υγείας μέχρι στιγμής. Σε μια προσπάθεια να επιβραδυνθεί η εξάπλωση του ιού και να υποστηριχθεί το σύστημα υγείας, η κυβέρνηση στις 2 Μαρτίου προχώρησε στο κλείσιμο σχολείων και πανεπιστημίων, ακολούθησε το κλείσιμο μη απαραίτητων επιχειρήσεων, ενώ στις 23 Μαρτίου επιβλήθηκε “παύση” σε εθνικό επίπεδο.
Παράλληλα, σημειώνει ότι ως απάντηση στην κρίση, η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτα φορολογικά μέτρα για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων και για την παροχή ρευστότητας σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Επιπλέον, προσθέτει ότι από την εκλογή της τον Ιούλιο του 2019, η κυβέρνηση έχει περάσει σειρά νομοσχεδίων για την στήριξη της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανάπτυξης, μειώνοντας τη γραφειοκρατία που στο παρελθόν αποτελούσε τροχοπέδη για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Γεγονός που στηρίζει τη θετική ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar για το “Πολιτικό περιβάλλον”.
Τονίζει βέβαια ότι καθώς συνεχίζεται η πανδημία του κορονοϊού, η ελληνική οικονομία οδεύει προς ύφεση, με το ΑΕΠ πιθανότατα να μειώνεται πάνω από 5% φέτος. Πριν από την πανδημία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέμενε αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 2% το 2020 και το 2021, κυρίως λόγω της υψηλότερης κατανάλωσης και σημαντικής αύξησης των επενδύσεων. Οι εξαγωγές συνέβαλαν σταθερά στην ανάκαμψη, αντικατοπτρίζοντας τη σημαντική βελτίωση του μεριδίου των εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 19% το 2009 σε 39% το 2019 (;).
Ωστόσο, σημειώνει ότι ο αντίκτυπος της πανδημίας αναμένεται να εκτροχιάσει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μέσω διαφόρων οδών. Η εξασθένηση της παγκόσμιας και της εγχώριας ζήτησης θα επηρεάσει σημαντικά τις εξαγωγές και τις εισαγωγές αγαθών. Επιπλέον, τα αυστηρά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων και οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί δημιουργούν αυξημένους κινδύνους για τον τουριστικό τομέα της Ελλάδας, ο οποίος συνεισφέρει άμεσα περισσότερο από 10% στο ΑΕΠ. Η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό είναι επίσης εμφανής στην αγορά εργασίας, με περίπου το 16% του συνολικού εργατικού δυναμικού να απασχολείται στον τουριστικό κλάδο.
Τονίζει όμως ότι δεδομένης της υψηλής εποχικότητας του τουριστικού τομέα, με σχεδόν το 77% των τουριστικών αφίξεων να συγκεντρώνεται το τρίτο τρίμηνο του έτους, οι απώλειες για τη βιομηχανία θα μπορούσαν να περιοριστούν εάν οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί χαλαρώσουν το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Η επιδείνωση, πάντως, των προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας στηρίζει την αρνητική ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar για την “Οικονομική διάρθρωση”.
Ακόμη, ο οίκος σημειώνει ότι η οικονομία επιταχύνθηκε το 2019 σημειώνοντας σταθερό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,9%, υποστηριζόμενη και πάλι κυρίως από την ισχυρή αύξηση των εξαγωγών και την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Επιπλέον, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στη βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, καθώς από τον Ιούλιο του 2019, η ελληνική κυβέρνηση έχει εγκρίνει σειρά νομοσχεδίων για την υποστήριξη της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανάπτυξης μειώνοντας τη γραφειοκρατία που στο παρελθόν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Ωστόσο, η DBRS επισημαίνει ότι το τρέχον επιδεινούμενο επενδυτικό κλίμα πιθανότατα θα καθυστερήσει το σχέδιο της κυβέρνησης για ενίσχυση των ξένων επενδύσεων.
Τα έκτακτα μέτρα θα οδηγήσουν σε έλλειμμα το 2020
Όσον αφορά τους δημοσιονομικούς στόχους, η DBRS σημειώνει ότι μετά από πέντε διαδοχικά έτη υπεραπόδοσης, το δημοσιονομικό ισοζύγιο αναμένεται ότι θα είναι αρνητικό φέτος, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας.

Κι αυτό γιατί σε “απάντηση” στην κρίση του κορονοϊού, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σειρά φορολογικών μέτρων, ύψους 3,5% του ΑΕΠ, με στόχο τη στήριξη της οικονομίας και τη μείωση των οικονομικών επιπτώσεων. Το δημοσιονομικό πακέτο που έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής περιλαμβάνει: (1) αναβολή του ΦΠΑ και πληρωμών κοινωνικών εισφορών για εταιρείες έως τα τέλη Αυγούστου, μείωση του ΦΠΑ σε αγαθά που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας, (2) οικονομική υποστήριξη προς τους εργαζομένους και τους αυτοαπασχολούμενους που καλύπτουν το 81% των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα και την επέκταση των επιδομάτων ανεργίας, (3) πληρωμή κρατικών οφειλών με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά και (4) αυξημένες δαπάνες για τη στήριξη του συστήματος Υγείας. Το κόστος του δημοσιονομικού πακέτου εκτιμάται σε 6,8 δισ. ευρώ (3,5% του ΑΕΠ).

Το ΔΝΤ προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα φέτος της τάξης του 9% του ΑΕΠ σε σύγκριση με ένα μικρό πλεόνασμα 0,4% το 2019 και αυτή η αναμενόμενη επιδείνωση επιβαρύνει την ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar σχετικά με τον παράγοντα “Φορολογική διαχείριση και απόδοση”.

Ο οίκος σημειώνει πάντως, ότι η Κομισιόν για να υποστηρίξει τα φορολογικά μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού, συμφώνησε ότι ο πρωτογενής δημοσιονομικός στόχος του 3,5% του ΑΕΠ για το 2020 δεν αποτελεί πλέον απαίτηση για την Ελλάδα, δεδομένου ότι παρέχεται ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες.

Σημειώνει επίσης ότι από το 2010 η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή για την αναδιάρθρωση των δημοσιονομικών της. Διάφορες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής βελτίωσαν τη δημοσιονομική διαχείριση και διόρθωσαν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Προσθέτει δε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 4% του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο, από το 2015, αντικατοπτρίζουν τη δέσμευση της Ελλάδας για δημοσιονομική εξυγίανση.

Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, ωστόσο, ένα παρατεταμένο σοκ που απαιτεί σημαντικά περισσότερα μέτρα για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας.

Εξωτερικές ανισορροπίες

H DBRS σημειώνει ότι μετά από χρόνια μεγάλων ελλειμμάτων, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας έχει βελτιωθεί περισσότερες από δέκα ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Το 2019, το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 1,4% του ΑΕΠ από 2,8% το 2018. Αυτό οφείλεται στη βελτίωση του ισοζυγίου υπηρεσιών, καθώς και στις αυξημένες εισπράξεις των λογαριασμών πρωτογενούς και δευτερογενούς εισοδήματος. Συνολικά, οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά, λόγω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Η ισχυρή απόδοση του ισοζυγίου υπηρεσιών, η οποία οφείλεται κυρίως στη βελτίωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου με τις αφίξεις ξένων να αυξάνονται κατά σχεδόν 20% την περίοδο 2016-2018, αναμένεται ωστόσο να επηρεαστεί σοβαρά από την παγκόσμια κρίση λόγω του κορονοϊού, σημειώνει ο καναδικός οίκος. Η επιδείνωση της εξωτερικής ζήτησης θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στο ταξιδιωτικό ισοζύγιο, το οποίο αντιπροσωπεύει σχεδόν το 70% του ισοζυγίου υπηρεσιών, αν και προσθέτει ότι εν μέρει αντισταθμίζεται από τις ροές κεφαλαίων της ΕΕ.

Επιπλέον, οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές, στο 151% του ΑΕΠ το 2019, από 88,8% το 2011, αντανακλώντας κυρίως το εξωτερικό χρέος του δημόσιου τομέα. Εκτιμά, μάλιστα, ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των δανείων.
Το χρέος παραμένει υψηλό

Όσον αφορά το χρέος, η DBRS Morningstar σημειώνει ότι παρότι μειώθηκε στο 176,6% το 2019 από την κορυφή του, στο 181,1% το 2018, ο δείκτης χρέους αναμένεται να αυξηθεί φέτος εν μέσω του αυξανόμενου δημοσιονομικού κόστους για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων του κορονοϊού. Ωστόσο, θετικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι ο θεσμοί της ΕΕ κατέχουν περίπου το 81% του δημόσιου χρέους της χώρας, κάτι που συμβάλλει στην πολύ μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκειά του, ενώ θετικό είναι και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους χρηματοδοτείται με πολύ χαμηλά επιτόκια, καθώς άνω του 90% του χρέους έχει σταθερά επιτόκια, κάτι που μετριάζει τους κινδύνους που ανακύπτουν από την αυξανόμενη μεταβλητότητα στην αγορά.
Επίσης, αναφέρει ότι το 2019, η Ελλάδα σημείωσε περαιτέρω πρόοδο ως προς τη βελτίωση της πρόσβασής της στην αγορά ομολόγων, αντλώντας περίπου 9 δισ. ευρώ, επιτυγχάνοντας παράλληλα ιστορικά χαμηλές αποδόσεις. Εκτός από το ευνοϊκό περιβάλλον στις διεθνείς αγορές ομολόγων, το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει επίσης την αυξανόμενη εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία.
Παράλληλα, τονίζει ότι η απόφαση της ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων των 750 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2020, θα πρέπει επίσης να συμβάλει σε ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης.
Επιπλέον, το σημαντικό απόθεμα ρευστότητας που ανέρχεται συνολικά σε περίπου 36 δισ. ευρώ, στηρίζει τις προσπάθειες της Ελλάδας να προσελκύσει την εμπιστοσύνη των συμμετεχόντων στην αγορά.
Σύμφωνα με τη DBRS, το “μαξιλάρι” αυτό μειώνει τον κίνδυνο αποπληρωμής και οδηγεί σε ανοδική ποιοτική αξιολόγηση του παράγοντα “Χρέος και ρευστότητα”.
Τράπεζες και NPEs
Καταλήγοντας ο οίκος σημειώνει ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, περίπου στα 71 δισ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2019. Αυτό ισοδυναμεί με δείκτη NPE περίπου 42,1% των ακαθάριστων δανείων, που είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ, και συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ελλάδας.

Ωστόσο, τονίζει ότι τα NPEs κινούνται σε πτωτική τροχιά, καθώς έχουν μειωθεί περισσότερο από 30 δισ. ευρώ, μετά το peak τους, τον Μάρτιο του 2016, κυρίως λόγω πωλήσεων και διαγραφών δανείων.

Προσθέτει, ότι τον Δεκέμβριο του 2019, υιοθετήθηκε ως συστημική λύση το Σχέδιο Ηρακλής (HAPS) για την επιτάχυνση της μείωσης των NPEs των τραπεζών, μέσω τιτλοποιήσεων, για τις οποίες θα παρέχονταν κρατικές εγγυήσεις για τις τίτλους πλήρους εξασφάλισης.

Και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν σχέδια να χρησιμοποιήσουν το Σχέδιο Ηρακλής και να αφαιρέσουν από τους ισολογισμούς τους NPEs συνολικού ύψους περίπου 32,5 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα τόσο για την εγχώρια οικονομία όσο και για τις διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, που σχετίζεται με την πανδημία του κορονοϊού, πιθανότατα θα οδηγήσουν σε επιβράδυνση των σχεδίων των τραπεζών για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Από την άλλη, τονίζει ότι η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ να χαλαρώσει προσωρινά τους κανόνες και να αρχίσει να δέχεται ομόλογα ελληνικού δημοσίου ως collateral, θα ενισχύσει τη ρευστότητα των τραπεζών και την ικανότητά τους να υποστηρίξουν την πραγματική οικονομία.

FITCH


Στην αναθεώρηση επί τα χείρω του outlook της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από “θετικό” σε “σταθερό” προχώρησε αιφνιδιαστικά o οίκος Fitch την Πέμπτη το βράδυ, επικαλούμενος την σημαντική επίδραση της κρίσης του κορονοϊού στην οικονομική δραστηριότητα, στα δημόσια οικονομικά και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας.

Η Fitch προβλέπει μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 8,1% φέτος, η οποία θα αντικατοπτρίζει τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα για την επιβράδυνση της εξάπλωσης της πανδημίας, την παγκόσμια ύφεση και την απότομη πτώση των εσόδων στον κλάδο του τουρισμού. Ο οίκος αναμένει μια ορισμένη ανάκαμψη της δραστηριότητας το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους και το 2021, με την αύξηση του ΑΕΠ να φτάνει το 5,1% την ερχόμενη χρονιά.

Η έκταση της πτώσης του ΑΕΠ και η επακόλουθη ανάκαμψη είναι ωστόσο εξαιρετικά αβέβαια μεγέθη, σύμφωνα με την Fitch. Υπάρχουν κίνδυνοι περαιτέρω χειροτέρευσης των οικονομικών δεδομένων και πέραν των συγκεκριμένων προβλέψεων, εκτιμά ο οίκος, αναφερόμενος στην έκταση και τη διάρκεια της πανδημίας του κοροναϊού. Παρατεταμένες περίοδοι lockdown ή ένα δεύτερο κύμα εξάπλωσης του ιού στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα συνεπάγονταν πολύ μεγαλύτερες μειώσεις στην παραγωγή το 2020 και ασθενέστερη ανάκαμψη το 2021. Ο τουρισμός συμβάλλει περίπου κατά 10% στο ΑΕΠ, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδιών και Τουρισμού, υπογραμμίζει η Fitch.

Ο συνδυασμός της σοβαρής πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας και των έκτακτων μέτρων που λαμβάνει η κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας εν μέσω της πανδημίας θα οδηγήσουν σε απότομη επιδείνωση του ισοζυγίου του προϋπολογισμού για φέτος, σημειώνει ακόμη. “Η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε 5 δισεκατομμύρια ευρώ (περίπου 2,9% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) μέτρων στήριξης για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που επηρεάζονται από την παύση της οικονομικής δραστηριότητας που σχετίζεται με το ξέσπασμα του κοροναϊού, επιπλέον δαπάνες για την υγεία και αναβολές φόρων.

Περαιτέρω υποστήριξη (περίπου 2 δισ. ευρώ) θα προέλθει από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Εκτιμούμε, τονίζει η Fitch, ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα μετακινηθεί από εκτιμώμενο πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε έλλειμμα 7,4% του ΑΕΠ για το 2020. Στη συνέχεια αναμένουμε ότι το έλλειμμα θα μειωθεί σε έναν βαθμό στο 4,6% του ΑΕΠ το 2021. Το πρωτογενές αποτέλεσμα θα “γυρίσει” επίσης σε αρνητικό φέτος, μετά από τέσσερα συνεχόμενα έτη πλεονασμάτων και υπεραποδόσεων στους δημοσιονομικούς στόχους.

Νέα αύξηση του ποσοστού του χρέους

Η αύξηση του δανεισμού θα μεταφραστεί σε αντιστροφή της μείωσης του δείκτη του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ που παρατηρήθηκε πέρυσι. H Fitch εκτιμά ότι ο δείκτης μειώθηκε στο 176,6% στο τέλος του 2019, από 181,2% το 2018 και, με βάση τις προβλέψεις της, θα αυξηθεί σε 194,8% στα τέλη του 2020, πριν μειωθεί στο 187,1% το 2021. Η πρόβλεψη για τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ για το τρέχον έτος προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση θα κάνει χρήση λίγο περισσότερου από το ένα τέταρτο του μεγάλου “μαξιλαριού” (ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, περίπου 5,8% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) ρευστότητας το οποίο διαθέτει. Εάν το σύνολο του επιπλέον δανεισμού που προβλέπεται φέτος καλυφθεί από αύξηση της έκδοσης νέου χρέους, ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ θα μπορούσε να ξεπεράσει το 200%.

Η Fitch αναμένει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα αυξηθεί σημαντικά φέτος, δεδομένου ότι οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί και η εθελοντική κοινωνική απόστασιοποίηση λόγω της πανδημίας θα περιορίσουν τις αφίξεις τουριστών στην Ελλάδα. Το 2019, τα ταξιδιωτικά έσοδα αντιπροσώπευαν το 22% των τρεχούμενων εσόδων ή το 9,7% του ΑΕΠ. Αναμένουμε ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 6,7% του ΑΕΠ φέτος και στο 5,7% το 2021, από 1,6% του ΑΕΠ το 2019.

Τα ζητήματα εξωτερικού χρέους της χώρας αποτελούν αδυναμία ως προς την πιστοληπτική της αξιολόγηση, εκτιμά ο οίκος, σημειώνοντας ότι ο όγκος εξωτερικού χρέους (132,5% στα τέλη του 2019) και η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (-150,6%) ως μερίδιο του ΑΕΠ είναι σημαντικά υψηλότερα από το μέσο όρο των χωρών με πιστοληπτική αξιολόγηση “BB” (19,1% και -16,2% κατά μέσο όρο, αντίστοιχα). Οι κίνδυνοι μετριάζονται από το μεγάλο μερίδιο των υποχρεώσεων που οφείλονται σε επίσημους πιστωτές και είναι σε μεγάλο βαθμό σε ευρώ, ωστόσο ο μεγάλος αυτός όγκος εκθέτει τη χώρα σε κινδύνους λόγω απότομων μεταβολών στο κλίμα της αγοράς.

Η Ελλάδα έχει υψηλά επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ τους μέσους όρους των χωρών της βαθμίδας “BB” και “BBB”. Οι δείκτες διακυβέρνησης είναι επίσης σημαντικά ισχυρότεροι. Αυτά τα πλεονεκτήματα αντιστοιχούν όμως σε μια αδύναμη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική, ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στον τραπεζικό τομέα και υψηλά αποθέματα δημόσιου χρέους και καθαρού εξωτερικού χρέους.

Ενώ το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι και θα παραμείνει πολύ υψηλό για μια παρατεταμένη περίοδο, υπάρχουν ελαφρυντικοί παράγοντες που “υποστηρίζουν” τη βιωσιμότητα του χρέους. Η Fitch προβλέπει ότι ο δείκτης θα αρχίσει να μειώνεται ξανά το 2021. Το “μαξιλάρι” ρευστότητας είναι περισσότερο από επαρκές για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης για το τρέχον έτος, αλλά και για το επόμενο. Η ευνοϊκή “φύση” του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους της Ελλάδας σημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι χαμηλό. Περίπου το 95% του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου και η μέση διάρκεια ωρίμανσης του ελληνικού χρέους (20,5 χρόνια) είναι μεταξύ των μακρύτερων ανά τον κόσμο, μειώνοντας τον κίνδυνο από μια αύξηση επιτοκίων.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα συμπεριλάβει ελληνικά κρατικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγορών έκτακτης ανάγκης λόγω πανδημίας (PEPP), σε αντίθεση με τα περισσότερα προηγούμενα προγράμματα αγοράς assets. Το PEPP διαθέτει συνολικό μέγεθος 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με βάση το ποσοστό συμμετοχής της Ελλάδας στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, αυτό θα επέτρεπε την αγορά έως και 16 δισεκατομμυρίων ευρώ (περίπου 9,3% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) στη δευτερογενή αγορά από το Ευρωσύστημα. Αυτό θα προσφέρει μια επιπλέον πηγή ευελιξίας στη χρηματοδότηση των αναγκών της χώρας, σημειώνει η Fitch.

Τράπεζες και NPLs

Τέλος, η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων στον τραπεζικό τομέα εξακολούθησε να βελτιώνεται το 2019, προσθέτει η Fitch, ωστόσο η πανδημία θα καθυστερήσει περαιτέρω τη βελτίωση του προφίλ και δημιουργεί κινδύνους. Η καθιέρωση του μορατόριουμ στις πληρωμές δόσεων δανείων από τις ελληνικές τράπεζες και η παροχή κρατικών εγγυήσεων ύψους περίπου 5 δισεκατομμυρίων ευρώ σε εταιρείες εκτός του χρηματοοικονομικού κλάδου θα μπορούσε να μετριάσει τις πιέσεις στην ποιότητα του ενεργητικού στο εγγύς μέλλον. Η απάντηση της ΕΚΤ στην πανδημία περιλαμβάνει επίσης μέτρα ελάφρυνσης των κεφαλαιακών απαιτήσεων και εκτεταμένες διευκολύνσεις νομισματικής πολιτικής που θα ανακουφίσουν εν μέρει τις τράπεζες.

Το απόθεμα των NPLs μειώθηκε κατά σχεδόν 16% στα τέσσερα τρίμηνα μέχρι το γ’ τρίμηνο του 2019, σε 71,2 δισεκατομμύρια ευρώ και κατά περίπου το ένα τρίτο από το υψηλό τους, που καταγράφηκε το α΄ τρίμηνο του 2016. Ταυτόχρονα, λόγω της συνεχιζόμενης διαδικασίας απομόχλευσης στον τραπεζικό τομέα, ο δείκτης NPLs παραμένει πολύ υψηλός, στο 42,1% το γ’ τρίμηνο του 2019, μειωμένος από 46,7% έναν χρόνο νωρίτερα.
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.