Η Τουρκία πολιορκεί και η Ελλάδα ασθμαίνει…

Αρθρογραφώντας εδώ στο Antinews, έχουμε τονίσει κάτι επανειλημμένα: Η Ελλάδα σε περίπτωση σύρραξης με την Τουρκία θα είναι μόνη της. Και αυτό δεν είναι δική μας άποψη ή απλά μια ανάλυση του σωρού. Η ιστορία μας έχει διδάξει πως η Ελλάδα χωρίς συμμαχίες δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την Τουρκία και το τελευταίο χρονικό διάστημα οι συμμαχίες που είχε η Ελλάδα κυρίως με χώρες της Μέσης Ανατολής, έχουν ατονήσει στην καλύτερη των περιπτώσεων, με τη χειρότερη να είναι αυτή της «κλινικά νεκρής» συμφωνίας. Πρόσφατο παράδειγμα το «άδειασμα» από τη Βουλγαρία και η «γκρίνια» από τη Σερβία.


Δυστυχώς η κυβέρνηση και ειδικά τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δεν έχουν καταλάβει τη σημασία αυτών των στρατηγικών συμμαχιών. Και αυτό δείχνει σε μεγάλο βαθμό, άγνοια λόγω είτε έλλειψης γνώσεως, είτε λανθασμένης αντίληψης των πραγμάτων. Άγνοια που θεωρείται μη αποδεκτή και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία ή αιτιολογία να την καλύψει. Η εθνική στρατηγική έπρεπε να είναι συνεχής και ίδια από όλες τις κυβερνήσεις, ελαφρά τροποποιημένη τεχνικά στο πέρασμα των ετών και συμφωνημένη από την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Θα σκεφτεί κανείς πως αυτό δεν είναι δυνατόν γιατί κάθε κυβέρνηση θέλει να ασκεί τη δική της εξωτερική πολιτική. Σωστό και λάθος μαζί. Σε ό,τι αφορά πάγια εθνικά θέματα, τήρηση συνθηκών και συμφωνιών, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει το δικαίωμα να ασκήσει εξωτερική πολιτική που μπορεί να μειώσει έστω και ένα χιλιοστό εθνικής κυριαρχίας. Το δόγμα «δεν διεκδικούμε τίποτα, αλλά ούτε και παραδίδουμε τίποτα» έπρεπε να είναι καρφωμένο μέσα στα κεφάλια των ηγετών των δημοκρατικών κομμάτων στην Ελλάδα είτε βρίσκονται στην αντιπολίτευση είτε στην κυβέρνηση.

Από εκεί και μετά ο τρόπος με τον οποίο θα ασκηθούν άλλοι τομείς της εξωτερικής πολιτικής που αφορούν π.χ. τις οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες και την προσέλκυση επενδύσεων είναι κάτι που φυσικά επαφίεται στην πολιτική κάθε κυβέρνησης, πολιτική η οποία στο τέλος κρίνεται από τον λαό.

Το διεθνές περιβάλλον υπέρ της Τουρκίας

Αρχικά αυτό που πρέπει να μας ανησυχήσει, είναι το διεθνές περιβάλλον και το κατά πόσο η Τουρκία μπορεί να δράσει «ανενόχλητη». Το διεθνές περιβάλλον αυτή τη στιγμή είναι υπέρ της Τουρκίας. Η Ρωσία παραμένει σταθερός σύμμαχος της Τουρκίας και παρά την φραστική σύγκρουση για το ζήτημα της Λιβύης, η τύποις παραστρατιωτική ομάδα μισθοφόρων του Κρεμλίνου, Wagner (πρόκειται για ομάδα «μαύρων επιχειρήσεων» BLACK OPS-T της GRU), δεν φαίνεται ότι θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση του στρατηγού Χαφτάρ εναντίον των δυνάμεων της κυβέρνησης-μαριονέτας της Λιβύης που είναι οχυρωμένες στην Τρίπολη.

Οι ΗΠΑ παρά τις υπογραφές και την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, βρίσκονται σε εσωτερική αναταραχή και έχει ξεσπάσει εμφύλιος μεταξύ Τραμπ και Δημοκρατικών με τον αμερικανό πρόεδρο να δίνει μάχη επιβίωσης για να μη καθαιρεθεί για το ζήτημα της Ουκρανίας, συν την προεκλογική του εκστρατεία για τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2020. Και ειδικότερα το τι συμβαίνει στο εξωτερικό μάλλον θα είναι από τα τελευταία ζητήματα που τον απασχολούν.

Η Ευρώπη; Η Ευρώπη και αν δεν δείχνει τη συνηθισμένη εικόνα διάλυσης στην ενιαία εξωτερική πολιτική της. Γαλλία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία διεκδικούν νέο ρόλο στην περιοχή μας και φυσικά αυτό φέρνει τις χώρες αυτές σε σύγκρουση λόγω διαφορετικής γεωπολιτικής προσέγγισης. Η Γερμανία από την άλλη βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με την τουρκική εξωτερική πολιτική και οικονομικά στηρίζει απόλυτα την Τουρκία, με πρόσφατη μάλιστα την απόφαση για τη δημιουργία ενός τεράστιου βιομηχανικού συγκροτήματος κατασκευής αυτοκινήτων έξω από τη Σμύρνη. Και βέβαια η μεταφορά στρατιωτικής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας προς της Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις μαζί με την Δανία και την Ολλανδία.

Και φυσικά το μεγάλο πρόβλημα του μεταναστευτικού, όπου οι μεγάλες δυνάμεις της Ε.Ε. δεν θέλουν επ’ ουδενί να ζήσουν τον εφιάλτη της απειλής του Ταγίπ Ερντογάν να «ανοίξει την κάνουλα» και να βρεθούν εκατομμύρια παράτυποι μετανάστες σε ευρωπαϊκό έδαφος δια μέσω της Ελλάδος. Δεν είναι τυχαίες οι παροτρύνσεις «να τα βρείτε» και η πίεση στην Ελλάδα και στην Κύπρο να μην υπάρξουν κυρώσεις κατά της Τουρκίας.

Αν σε όλα αυτά προστεθεί και η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε. και το ελεύθερο που θα έχει πλέον να ασκεί την εξωτερική πολιτική της χωρίς περιορισμούς, καταλαβαίνουμε γιατί ο Ταγίπ Ερντογάν έχει «λυτά τα χέρια του».

«Πόλεμος λίγων ημερών»;

Όμως αντί αυτού, επικρατεί μια κάθε άλλο παρά λειτουργική «κανονικότητα» που επιβεβαιώνεται από μια αλληλουχία κινήσεων σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η κυβέρνηση δείχνει πως δεν θέλει επ’ ουδενί να ταράξει την ησυχία των Ευρωπαίων, που αυτό που τους «καίει» δεν είναι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος αλλά το μεταναστευτικό/προσφυγικό πρόβλημα. Θεωρούν ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι δύσκολο να γίνει και αν γίνει θα κρατήσει λίγες ημέρες. Και εδώ πραγματικά είναι που κάποιος γνώστης μπορεί - στην καλύτερη των περιπτώσεων – να «φλερτάρει» με το εγκεφαλικό.

Τι πάει να πει «πόλεμος για λίγες ημέρες»;

Για να δούμε λοιπόν την κατάσταση όπως πραγματικά είναι, παίρνοντας κατά νου στρατιωτικά, γεωγραφικά και πολιτικά δεδομένα.
Ο όγκος πυρός της Ελλάδος και της Τουρκίας είναι τεράστιος. Μην υπολογίζετε τους αριθμούς μόνο. Για παράδειγμα, ένας πολλαπλός εκτοξευτής πυραύλων μικρού βεληνεκούς MGM-140 ΑΤACMS (Army TACtical Missile System) με εμβέλεια 160 χλμ. θα μπορούσε μέσα σε λεπτά να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε μια αυτοκινούμενη ταξιαρχία εν κινήσει. Ή να καταστρέψει κεντρικές βάσεις επικοινωνιών, ραντάρ κ.τλ. Δηλαδή ένα μικρό αυτοκινούμενο σύστημα με τον όγκο πυρός που διαθέτει θα μπορούσε να θέσει εκτός μάχης σημαντική αριθμητικά δύναμη του αντιπάλου.
Φανταστείτε τώρα τον γεωγραφικό χώρο. Από τον Έβρο, έως την Κύπρο. Ας πάμε στο Αιγαίο αρχικά. Πρόκειται για έναν πρακτικά «στενό» γεωγραφικό χώρο, με την Ελλάδα να στερείται στρατηγικού βάθους σε αντίθεση με την Τουρκία που το στρατηγικό της βάθος είναι τεράστιο.

Η πρώτη φάση λοιπόν μιας σύγκρουσης θα είναι αεροναυτική με τις δύο χώρες να προσπαθούν να κερδίσουν τον αέρα και την θάλασσα. Φανταστείτε τώρα στο Αρχιπέλαγος, να βρίσκονται σε αποστολή δίωξης/αναχαίτισης και βομβαρδισμού το λιγότερο 350 μαχητικά και στη θάλασσα 50-60 πολεμικά σκάφη και καμιά 20αριά υποβρύχια από τις δύο χώρες.
Η πλάστιγγα υπέρ του νικητή θα έχει γύρει τις πρώτες 48 ώρες. Αναλόγως λοιπόν με το αποτέλεσμα είτε η Τουρκία θα προχωρήσει σε επιχειρήσεις κατάληψης νήσων με «καθαρούς» τον ουρανό και τη θάλασσα, είτε θα υποχωρήσει και θα δώσει το βάρος της σε αμυντική διάταξη προσπαθώντας να αποφύγει επιθετικές ενέργειες κυρίως από την ελληνική πολεμική αεροπορία.

Σύγκρουση στόχων όχι εξολόθρευσης

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως μια σύρραξη μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας δεν θα είναι πόλεμος εξολόθρευσης. Οι Τούρκοι δεν θέλουν να «αφανίσουν» τους Έλληνες, ούτε και οι Έλληνες τους Τούρκους. Οι ένοπλες δυνάμεις και των δύο χωρών θα ασκήσουν πολιτική. Θα είναι πόλεμος στόχων.

Οι Τούρκοι θα έχουν ως στόχους την καταστροφή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και των υποδομών τους και στη συνέχεια την κατάληψη ενός μεγάλου και ορισμένων μικρών νήσων του Αιγαίου για να διαπραγματευτούν αργότερα την αλλαγή των συνθηκών και του status στην ανατολική Μεσόγειο.

Από την άλλη, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα έχουν σαν στόχο να καταστρέψουν τις αεροναυτικές δυνάμεις της Τουρκίας και κεντρικές υποδομές που παρέχουν υποστήριξη προς αυτές, καθιστώντας την ανίκανη να επιχειρεί αποτελεσματικά στρατιωτικά για τουλάχιστον μια δεκαετία. Οποιαδήποτε ενέργεια κατάληψης τουρκικού εδάφους από την Ελλάδα θα ήταν καταστροφική λόγω της συμπαγούς και αδιαίρετης μορφολογίας του τουρκικού εδάφους. Σε αντίθεση με τη μορφολογία της Ελλάδος που είναι κατακερματισμένη.

Επίσης τα ενεργά και αποθηκευμένα πυρομαχικά και των δύο πλευρών, αρκούν αριθμητικά για συγκεκριμένες ημέρες. Εκ των πραγμάτων μέσα σε αυτές τις ημέρες θα υπάρχει νικητής και ηττημένος αφού το Αιγαίο θα «φλέγεται».
Τι σημαίνει λοιπόν, «λίγες ημέρες»; Λίγες ημέρες είναι αρκετές για να προκαλέσουν χιλιάδες θύματα και την καταστροφή.

Θα έρθουν άραγε αργότερα οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι να μας κουνήσουν το δάκτυλο και να μας πουν «βρείτε τα»; Ή πριν καταρρεύσει στρατιωτικά μια από τις δύο χώρες θα επέμβουν ΗΠΑ και Ρωσία; Διότι κακά τα ψέματα η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της μπορεί να είναι ισχυρή οικονομικά, αλλά στρατιωτικά είναι παντελώς ανίσχυρη (και ιδιαίτερα τώρα με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας).

Όσο για το ΝΑΤΟ; Θα αρκεστεί να καταδικάσει, να συστήσει αυτοσυγκράτηση και να τα «βρουν» άμεσα οι εμπλεκόμενοι γιατί δημιουργούν «μαύρη τρύπα» στη συνολική αμυντική διάταξη της συμμαχίας (Κάτι μεταξύ Τζόζεφ Λούνς το 1974 και Χαβιέ Σολάνα το 1996). Άντε να κάνει και μια έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, αν καταφέρει να συγκεντρώσει τους ηγέτες των υπολοίπων χωρών.

Το συμπέρασμα λοιπόν; Θα είμαστε μόνοι μας τελεία και παύλα. Θα βασιστούμε στα καλοσυντηρημένα στρατιωτικά μέσα μας, στο ακμαίο ηθικό των Ενόπλων Δυνάμεων μας και φυσικά στη διαχρονική και απρόβλεπτη «τρέλα» του Έλληνα που όταν ενεργοποιηθεί τον μετατρέπει από πρόβατο σε λέοντα.

Η τουρκική αλαζονεία «δώρο» στην Ελλάδα

Αυτό που ζούμε λοιπόν έντονα των τελευταίο ένα χρόνο δεν είναι τίποτε άλλο παρά την άσκηση πολιτικής εκ μέρους της Τουρκίας δια μέσω των Ενόπλων Δυνάμεών της. Ή όπως έχει γίνει γνωστή ως: «πολιτική των κανονιοφόρων». Χρησιμοποιώ δηλαδή τις ένοπλες δυνάμεις μου και αλλάζω διεθνείς, διακρατικές ή πολυκρατικές συμφωνίες όπως αυτές εξυπηρετούν τα συμφέροντά μου μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Όσο για το διεθνές δίκαιο, για μια ακόμη φορά θα αποδειχτεί ότι είναι μια στοίβα χαρτιών για να διαβάζουν οι ακαδημαϊκοί και να επιβιώνουν οι διπλωμάτες…

Και καλό θα είναι και στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Υπουργείο Άμυνας να προσέχουν τι λένε. Δηλώσεις του τύπου: ««Εμείς παίζουμε στην σκακιέρα του διεθνούς δικαίου. Είναι απόλυτη ανοησία να γυρίσουμε στο επίπεδο των κανονιοφόρων του 19ου αιώνα», προκαλεί το λιγότερο προβληματισμό. Πότε σταμάτησε να ασκείται παγκοσμίως αυτή η πολιτική; Ο Θουκυδίδης την έχει περιγράψει χιλιάδες χρόνια πριν στο πέμπτο βιβλίο του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Είναι ο διάλογος Αθηναίων-Μηλίων.

Ο μεγάλος δάσκαλος της ζωής (αλλά και της επιβίωσης ατομικά και ως Έθνος) είναι η ιστορία, κυρίες και κύριοι πολιτικοί, διπλωμάτες μας και «ειδικοί αναλυτές».
Μέσα όμως σε όλη αυτή την αναστάτωση υπάρχει και ένα καλό που ελάχιστοι – δυστυχώς - έχουν εντοπίσει. Οι τουρκικές κινήσεις, η προκλητικότητα αλλά και η διασπορά των δυνάμεών της, έχουν αφυπνίσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς και την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Έτσι η Τουρκία έχει χάσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Αυτό του αιφνιδιασμού. Ο αιφνιδιασμός με έναν πόλεμο-αστραπή εκ μέρους της Τουρκίας ήταν κάτι που πάντα ανησυχούσε το ελληνικό Γενικό Επιτελείο. Όμως η επίδειξη ισχύος και η αλαζονεία για το αήττητο (;) των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων από την πολιτική της ηγεσία έχει στερήσει στην Τουρκία το ισχυρότερο ίσως τακτικό της πλεονέκτημα.

Αρκεί να μη το αγνοήσουμε, διότι η καλύτερη άμυνα είναι η πρόληψη και η προετοιμασία.

Ο «μαλακός αρμός» της Κύπρου

Δυστυχώς όμως, ενώ η Ελλάδα μπορεί να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό της, αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα σε ό,τι αφορά την Κύπρο. Υπό την παρούσα κατάσταση, τα διαθέσιμα μέσα και ο αριθμός των αεροναυτικών δυνάμεων της Ελλάδος δεν μπορούν να καλύψουν τον χώρο μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου και ελληνικά μαχητικά δεν μπορούν να αποσταλούν στην Κύπρο. Όχι γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα αλλά γιατί δεν θα υπάρχουν διαθέσιμα μέσα. Τουλάχιστον όχι τις πρώτες 48 ώρες. Και δυστυχώς αυτή τη φορά δεν χρειάζονται δύο υποβρύχια για να σταματήσουν τουρκική αποβατική αρμάδα. Αυτό έγινε μια φορά το 1974 και δεν θα επαναληφθεί.
Εδώ και 37 χρόνια, οι Τούρκοι έχουν μεταφέρει μεγάλο αριθμό αρμάτων μάχης, επιθετικών ελικοπτέρων, τεθωρακισμένων, πυροβόλων και στρατιωτών που τους καθιστά αυτόνομη στρατιωτική δύναμη η οποία μπορεί να επιχειρεί χωρίς να εξαρτάται άμεσα από την ηπειρωτική Τουρκία. Από την άλλη στο έδαφος η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τους περιορισμούς και το εμπάργκο, έχει καταφέρει να δομήσει μια ισχυρή και άκρως αποτελεσματική Εθνική Φρουρά που σε αντίθεση με το 1974 είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρά πλήγματα και ανάσχεση μιας τουρκικής/τουρκοκυπριακής επιθετικής ενέργειας στο έδαφος.

Το πρόβλημα όμως είναι η αεροναυτική κάλυψη του νησιού όπου δυνάμεις ναυτικού και αεροπορίας στην Εθνική Φρουρά είναι ανύπαρκτες. Αυτό σημαίνει πως η Τουρκία θα ελέγχει τον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της Κύπρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Και εδώ μπαίνει ο παράγοντας συμμαχίες. Η διατήρηση των συμμαχιών κυρίως με την Αίγυπτο και το Ισραήλ είναι καθοριστικής σημασίας για την Κύπρο. Και τόσο η πολιτική όσο και η στρατιωτική ηγεσία της Κύπρου το γνωρίζουν άριστα. Σε αντίθεση λοιπόν με τις σπασμωδικές κινήσεις που κάνει η Αθήνα η οποία τηρεί το νέο δόγμα: «Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα μπουρδουκλώνεται», η Λευκωσία διατηρεί ανοικτές γραμμές με το Τελ Αβίβ και το Κάιρο αν και το γεγονός ότι βρίσκεται περικυκλωμένη και υπό έναν άτυπο ναυτικό αποκλεισμό από την Τουρκία δεν της δίνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Όπως είπαμε και πριν, πέρα από λόγια και χτυπήματα στην πλάτη, ούτε η Ελλάδα, ούτε η Κύπρος έχουν αυτή τη χρονική στιγμή την αναγκαία ενεργή συμπαράσταση κυρίως από φίλους και συμμάχους στην Ευρώπη.

Μόνο κάτι καθρεφτάκια και τσατσάρες για τους ιθαγενείς, τύπου: «Θα σηκώσουμε σημαία», με τελευταίο τον ιταλικό τραγέλαφο με τη φρεγάτα που πήγαινε – και καλά – να «σηκώσει σημαία» προασπίζοντας τα ιταλικά συμφέροντα στην κυπριακή ΑΟΖ αλλά τελικά βρέθηκε στην Ανατολική Μεσόγειο να κάνει κοινές ασκήσεις με το τουρκικό πολεμικό ναυτικό! Και φυσικά τις ψευδείς ειδήσεις όπως ότι, ισραηλινά μαχητικά πέταξαν πάνω από τουρκικό γεωτρύπανο ως απάντηση σε ένα ναυτικό επεισόδιο που δεν έγινε… ποτέ.

Η αποτρεπτική ισχύς της θέλησης

Κλείνοντας πρέπει να τονίσουμε ότι σε οποιαδήποτε μορφής σύρραξη, υπάρχουν πάντα δύο θελήσεις. Αυτό ισχύει από την καθημερινότητά μας, μέχρι τις διακρατικές σχέσεις. Όλοι οι σπουδαίοι φιλόσοφοι, στρατηγιστές, ιστορικοί, πολιτικοί και κυρίως η ίδια η ιστορία μας έχει μεταλαμπαδεύσει την περίφημη φράση: «Ποτέ μην υποτιμάς τον αντίπαλό σου. Την απελπισία του και τη θέλησή του να πολεμήσει μέχρι τέλους».

Αν θες να κερδίσεις ή να μη χάσεις πρέπει να γνωρίζεις όχι μόνο τη δική σου θέληση αλλά και αυτή του αντιπάλου.

Για παράδειγμα ας θυμηθούμε - ιστορικά πρόσφατα - πως η ναζιστική Γερμανία έχασε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την υποτίμηση της θέλησης κυρίως δύο λαών. Του Βρετανικού και του Σοβιετικού. Και πόσο πίστευαν οι ναζιστές σε σημείο τύφλωσης στην τεχνολογική υπεροχή των όπλων τους αφήνοντας στην άκρη τον κυριότερο παράγοντα: Τον άνθρωπο.

Και δεκαετίες μετά, πόσο οι Αμερικανοί υποτίμησαν τη θέληση των Βιετναμέζων, για να τους ακολουθήσουν οι Σοβιετικοί που υποτίμησαν τη θέληση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.

Εμείς λοιπόν τώρα. Οι Έλληνες. Από το 1945 και μετά, δεν έχουμε δώσει σε κανέναν να καταλάβει τη δύναμη της θέλησής μας. Ιδιαίτερα τα τελευταία 30 χρόνια χωμένοι βαθιά, μέσα στον καιάδα της καλοπέρασης του καναπέ, δεν μαχόμαστε για τίποτα. Μάθαμε να υποχωρούμε και να δεχόμαστε πειθήνια ότι μας ζητούν, αρκεί να μη διαταραχθεί η (σχεδόν) «ερωτική» μας σχέση με τον καταταλαιπωρημένο καναπέ. Κι όμως, αργά ή γρήγορα η υποχώρηση θα σταματήσει γιατί πλησιάζουμε στο γκρεμό.

Και είτε θα αντιμετωπίσουμε αυτόν που μας σπρώχνει προς την άβυσσο σταματώντας τον, είτε θα ξαναγίνουμε και χώρα-δορυφόρος επισήμως, ζώντας ξανά υπό τη σκιά και το φόβο της νέας τουρκικής Αυτοκρατορίας. Και αυτό δεν έχει να κάνει με κόμματα και ιδεολογίες αλλά με την ίδια μας την επιβίωση.

Κανένα Έθνος δεν επιβίωσε επειδή το λυπήθηκαν τα υπόλοιπα. Επιβίωσαν μόνο τα Έθνη που ήταν σεβαστά. Δηλαδή: ισχυρά και αποτρεπτικά. Καλές οι συνθήκες και οι διεθνείς συμβάσεις αλλά στην πράξη, έναν διπλωμάτη, στρατιωτικό ή ηγέτη χωρίς ισχύ, ποτέ κανείς δεν τον πήρε στα σοβαρά. Γιατί αυτή είναι η φύση μας. Είτε το θέλουμε, είτε όχι. Έτσι λειτουργεί το συνειδητό και το υποσυνείδητο του ανθρώπου. Ακόμη και μέσα σε διεθνείς οργανισμούς για την προστασία της (κατά το δοκούν) ειρήνης…

Ας σταματήσουμε λοιπόν κάποτε σε αυτή τη χώρα να βαυκαλιζόμαστε. Πολιτικοί και πολίτες. Ξέρουμε μόνο να υπερηφανευόμαστε για τους προγόνους μας αλλά δεν έχουμε μάθει τίποτε από αυτούς. Δεν ζούμε σε έναν αγγελικά πλασμένο κόσμο.

Και το καράβι που λέγεται Ελλάς, σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπο με την καταιγίδα μεσοπέλαγα. Και εκεί θα κληθούμε ως πλήρωμα να αποδείξουμε αν αξίζει να βρισκόμαστε στην επιφάνεια ή κάτω από αυτήν…

«Άνδρες πόλις και ού τείχη, ουδέ νήες ανδρών κεναί».

Μτφ. «Η ισχύς της πόλης είναι οι άντρες και όχι τα τείχη ούτε τα κενά πλοία».

(Θουκυδίδης).


 Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
Print Friendly and PDF
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.