Το «κάψιμο» των κοινωφελών επιχειρήσεων και των υποδομών

moritz320 / pixabay
Σίγουρα ο ρόλος του κράτους δεν είναι να κάνει τον βιομήχανο ή τον επιχειρηματία. Ποιος όμως δεν θυμάται την έννοια της επιχείρησης κοινής ωφέλειας. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την προσφορά ειδών απόλυτης βιοτικής ανάγκης στους πολίτες του σε προσιτές τιμές. Ποιος θα διαφωνήσει ότι ορισμένου είδους υπηρεσίες απαιτείται να δίνονται με κριτήριο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Το νερό, το ρεύμα, οι τηλεπικοινωνίες, οι οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες.

Μαργέλης Κωνταντίνος

Τις περασμένες δεκαετίες επιχειρήθηκε να σμικρυνθούν τέτοιου είδους προβληματισμοί μέσω των λεγόμενων μετοχοποιήσεων δημοσίων οργανισμών στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών. Οι κυβερνήσεις πούλησαν ένα συγκεκριμένο μερίδιο μετοχών από τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τον ΑΔΜΗΕ, τον ΟΤΕ, την ΕΥΑΘ, τον ΟΛΠ, τον ΟΛΘ, ώστε να αποφευχθούν τυχόν κερδοσκοπικές τάσεις που θα ασκούνταν σε περίπτωση που περνούσαν σε πλήρη ιδιωτικό έλεγχο. Οδηγηθήκαμε λοιπόν στο παράδοξο, μία δημόσια εταιρεία να πουλάει μετοχές της στο ευρύ κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι πολίτες, κάποιοι εκ των οποίων αγόρασαν κάτι το οποίο ήταν ήδη δικό τους! 

Παράλληλα, κανείς δεν προτίθεται να αγοράσει μετοχές μίας εταιρείας αν δεν προβλέπεται να βελτιωθούν τα οικονομικά της αποτελέσματα. Έτσι, δημιουργήθηκε μία πίεση για βελτίωση του καθαρού κέρδους αυτών των οργανισμών. Τα τελευταία δε έτη, ο ΟΤΕ, ο ΟΛΠ, ο ΟΛΘ, ο ΤΡΑΙΝΟΣΕ και αρκετά περιφερειακά αεροδρόμια ιδιωτικοποιήθηκαν πλήρως σε ξένες εταιρείες.

Βέβαια, προβάλλεται το επιχείρημα πως οτιδήποτε ελέγχεται από το κράτος είναι μη λειτουργικό, κοστοβόρο και ζημιογόνο, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται οικονομικά το δημόσιο, δηλαδή οι πολίτες. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι οι υπηρεσίες που προσφέρονται από κρατικές εταιρείες ή οργανισμούς είναι χαμηλού επιπέδου. Όμως, από τη στιγμή που ο έλεγχος των δημοσίων επιχειρήσεων βρίσκεται στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης, αυτομάτως σημαίνει ότι η αιτία των κακών έγκειται στην αναποτελεσματικότητα των κυβερνώντων, καθώς αυτοί τις διοικούν. Αντικρίζουμε λοιπόν ένα δεύτερο παράδοξο. Εκείνοι που αχρήστευσαν τις δημόσιες επιχειρήσεις να διατυμπανίζουν ότι πρέπει να πωληθούν και ταυτόχρονα να προβάλουν ως επιτυχία κάθε ολοκλήρωση παραχώρησης ή ιδιωτικοποίησης! Η νοοτροπία αυτή είναι το ίδιο υποκριτική με αυτήν που συναντήσαμε στη συμφωνία των Ψαράδων-Πρεσπών, όπου τα μισά πολιτικά κόμματα ψήφισαν και με τα δύο χέρια την «πώληση» της Μακεδονικής ιστορίας, ενώ τα άλλα μισά ναι μεν δήλωσαν ότι είναι αντίθετα, αλλά δεν είχαν «τα παντελόνια» να παραιτηθούν σύσσωμα από τις βουλευτικές τους έδρες.

Το τελευταίο διάστημα έχει έρθει στο προσκήνιο η δεινή οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ, η οποία δεν προέκυψε φέτος, αλλά υποβόσκει εδώ και πολλά έτη. Το 2017, η ΔΕΗ κατείχε το 60% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος ηλεκτροπαραγωγής της χώρας και κάλυψε το 57% της συνολικής εγχώριας ζήτησης. Η ενέργεια που παρήγαγε προήλθε κατά 50% από λιγνίτη, 15% από πετρέλαιο, 23% από φυσικό αέριο, 10% από υδροηλεκτρικά και 1% από ΑΠΕ. Δυστυχώς, εκτός από την κάκιστη διαχείριση, το μείγμα παραγωγής ενέργειας της ΔΕΗ αφέθηκε στην τύχη του.

Το 2018 η διανομή ενέργειας στην Ελλάδα καλύφθηκε κατά 50% από εισαγωγές! Το 12% αποτέλεσαν απευθείας διασυνοριακές εισαγωγές ενέργειας (Βουλγαρία, Ιταλία, Αλβανία, Σκόπια), το 28% εισαγωγές φυσικού αερίου και το 9% εισαγόμενο πετρέλαιο. Γεννήτριες και εργοστάσια παρήγαγαν και διοχέτευσαν στο σύστημα ενέργεια από τη χρήση εισαγόμενου φυσικού αερίου και πετρελαίου. Το ενεργειακό μείγμα για το 2018 ήταν 30% από φυσικό αέριο, 29% από λιγνίτη, 9% από πετρέλαιο, 12% από αιολικά πάρκα, 11% από υδροηλεκτρικά, 7% από φωτοβολταϊκά. Οι δε συνολικές μας ενεργειακές ανάγκες συμπεριλαμβανομένης της χρήσης υγρών καυσίμων εξαρτήθηκαν κατά 73% από εισαγωγές, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 53%!

Ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο την παύση λειτουργίας όλων των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028 και την άνοδο της ενεργειακής κάλυψης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ΑΠΕ στο 35% έως το 2030, από το 31% που αναμένεται να είναι φέτος. Εκτός εάν δεν συμπεριλαμβάνει στο ποσοστό που αναφέρει τα υδροηλεκτρικά, οπότε η αύξηση θα έχει σαν βάση το 21% που αναμένεται να είναι η συνεισφορά των αιολικών και των φωτοβολταϊκών το 2019. Εκ πρώτης όψεως ακούγεται ευχάριστα, καθώς προάγεται η εντύπωση της συμβολής της χώρας μας στη μείωση των ρυπογόνων εκπομπών και της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος. Εκ δεύτερης όμως ανάγνωσης φανερώνεται ότι η διανομή ενέργειας στη χώρα θα διαμορφωθεί κατά 55% από εισαγόμενες μορφές ενέργειας. Αν συμπεριλάβουμε δε και τα υγρά καύσιμα, τότε η εξάρτηση θα φτάσει στο 80%! Η εξέλιξη αυτή φαντάζει επικίνδυνη, εκτός βέβαια αν η κυβέρνηση είναι σίγουρη ότι μέχρι το 2028-2030 θα έχουν βρεθεί και θα έχει ξεκινήσει η εκμετάλλευση κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Ελλάδα. Ας ευχηθούμε όχι «Καζάν Καζάν». Επίσης, το κομμάτι της περαιτέρω αξιοποίησης των υδατοπτώσεων για παραγωγή ενέργειας, μέσα από μικρά και μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα φαίνεται πως έχει βαλτώσει στη πατρίδα μας, παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε αναξιοποίητο υδροδυναμικό. Πάντως, η Γερμανία έχει λάβει την απαραίτητη έγκριση για να συμμετέχει η καύση λιγνίτη στο εθνικό ενεργειακό της μείγμα κατά 25% έως το 2030, κάτι που μάλλον δεν είναι τυχαίο και συνδέεται με το σκεπτικό για μειωμένη ενεργειακή της εξάρτηση από το εξωτερικό.

Ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο που δεν προβάλλεται αποτελεί το γεγονός ότι η ΔΕΗ καλείται υποχρεωτικά να εξασφαλίσει την εθνική επάρκεια ηλεκτρικού ρεύματος και την ασφάλεια της τροφοδοσίας μέχρι το πιο απομακρυσμένο, δυσπρόσιτο χωριό ή άγονο νησί. Δηλαδή, είναι υποχρεωμένη μέρα νύχτα να παράγει και να διανέμει πάντα μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας από ότι χρειάζεται το σύστημα, σε αντίθεση με τις ιδιωτικές εταιρείες παραγωγής και διανομής ρεύματος, οι οποίες κινούνται με καθαρά οικονομικούς και όχι κοινωνικούς όρους. Αυτό σημαίνει ότι λειτουργούν στην πλάτη της ΔΕΗ, η οποία υφίσταται το επιπλέον κόστος της διατήρησης ισορροπίας στο ενεργειακό σύστημα. Ένα ακόμα κοινωνικό κόστος που υφίσταται η ΔΕΗ συνδέεται με την θέση της ως Προμηθευτή Καθολικής Υπηρεσίας, καθώς βάση της σχετικής νομοθεσίας είναι υποχρεωμένη να συνεχίζει να παρέχει ρεύμα σε όσους αδυνατούν να βρουν προμηθευτή μετά τη διακοπή της σύνδεσης με εκείνον που είχαν συμβόλαιο τελευταία. Το δε πλήθος των νοικοκυριών και των μικροεπιχειρήσεων που διαθέτουν ανεξόφλητους λογαριασμούς προς τη ΔΕΗ ανέρχεται στα 2,3 εκατομμύρια! Το ύψος των ανεξόφλητων λογαριασμών προς τη ΔΕΗ είναι 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 1,6 δις. αφορούν την χαμηλή τάση, και 1,2 δις. αφορούν την μέση και υψηλή τάση. Η ΔΕΗ λοιπόν, στήριξε και στηρίζει την ελληνική κοινωνία και τις επιχειρήσεις μέσα στα χρόνια της κρίσης. Ας φανταστούμε ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν είχε σταματήσει την παροχή ρεύματος σε 500 χιλιάδες νοικοκυριά και σε 20.000 βιοτεχνίες και βιομηχανίες. Πόσοι άνθρωποι θα υπέφεραν, πόσοι θα έχαναν τις δουλειές τους, πόσοι ίσως να απεβίωναν. Άλλο ερώτημα που προβάλει είναι ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν η ΔΕΗ αδυνατούσε να καλύψει την ενεργειακή ισορροπία του συστήματος και περισσότερο δε αν ήταν ιδιωτική. Επομένως, ο τρόπος λειτουργίας της ΔΕΗ μπορεί να επηρεάσει ζωές, κάτι το οποίο δυστυχώς η νεοφιλελεύθερη νοοτροπία αδυνατεί να κατανοήσει.

Το μέγεθος της πατρίδας μας σε συνδυασμό με την εδαφική διαμόρφωση της ηπειρωτικής χώρας και το διάσπαρτο πλήθος των νησιών, περιορίζει την δυνατότητα ανοίγματος της αγοράς ενέργειας ώστε αυτή να καταστεί υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού και κατά συνέπεια να προστατεύεται ο καταναλωτής. Αντίθετα ευνοεί την ύπαρξη μονοπωλίου (ΔΕΗ) ή ολιγοπωλίου το οποίο όμως, θα απαιτεί ο κεντρικός ενεργειακός παίκτης να ελέγχεται από το δημόσιο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελβετία, που φέτος ανακηρύχτηκε ως η χώρα με τον υψηλότερο δείκτη οικονομικής ελευθερίας παγκοσμίως, η παραγωγή ενέργειας ελέγχεται από δημόσιες εταιρείες. Για παράδειγμα, η BKW ανήκει στο καντόνι της Βέρνης και η Axpo Holding ανήκει στα βόρεια και ανατολικά καντόνια της χώρας. Η δε ενεργειακές της ανάγκες καλύπτονται κατά 56% από υδροηλεκτρικά έργα, κατά 35% από πυρηνική ενέργεια και στη συνέχεια από ΑΠΕ και άλλες συμβατικές μορφές. Πρόσφατα, όπως προβλέπει το σύνταγμα της χώρας αποφασίστηκε κατόπιν δημοψηφίσματος η σταδιακή απεξάρτησή της από την πυρηνική ενέργεια. Το κενό προβλέπεται να καλυφθεί από επενδύσεις σε ΑΠΕ, στη γεωθερμία και στο χρήση φυσικού αερίου, με στόχο να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ενεργειακά αυτάρκης.

Ενώ δε γίνονται κριτικές για την τύχη της υπό κατασκευή λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα 5, για την οποία έχουν ήδη διατεθεί περίπου 900 εκατομμύρια ευρώ και ο προϋπολογισμός της φτάνει το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, κανένα σχόλιο δεν έχει ακουστεί για το έγκλημα που διαπράχτηκε με την εκσκαφή του μεγαλύτερου μέρους της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης για την εγκατάσταση δικτύου οικιακής διανομής φυσικού αερίου. Το κόστος δεν έχει γνωστοποιηθεί, αλλά είναι σαφές το χαμηλό επίπεδο διείσδυσης στους πολίτες των πόλεων. Μόνο το 25% των συνολικών πωλήσεων της ΔΕΠΑ αφορά οικιακή κατανάλωση, ενώ αν αναλογιστούμε το πλήθος των κατοικιών που κάνουν χρήση, τότε τα ποσοστά γίνονται απογοητευτικά. Παρά την μικρή διείσδυση στα νοικοκυριά, μελλοντικά σχεδιάζεται η επέκταση του δικτύου και σε άλλες πόλεις όπως η Πάτρα, ο Πύργος και το Αγρίνιο. Αντί λοιπόν, να είχαν διατεθεί οι πόροι για την κατασκευή αιολικών, φωτοβολταϊκών, υδροηλεκτρικών έργων και να είχε αξιοποιηθεί η γεωθερμία που υπάρχει σε περιοχές της χώρας, η αποτυχημένη συνταγή θα συνεχιστεί, προφανώς εις βάρος της δυνατότητας αξιοποίησης των ΑΠΕ.

Σύμφωνα με μελέτες του 2007 και με τα τότε δεδομένα, το τεχνικά εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό της πατρίδας μας θα μπορούσε να υπερκαλύψει τη συνολική μας κατανάλωση ενέργειας. Από την τότε μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων μόνο σε θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και με την τεχνολογία της εποχής εκείνης, διαπιστώθηκε ότι 100 μεγάλες ανεμογεννήτριες θα μπορούσαν να καλύψουν το 10% των ενεργειακών αναγκών της Ελλάδας. Μόνο δε το δυναμικό των νησιών του Αιγαίου θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους λιγνιτικούς σταθμούς εφόσον διασυνδεθούν με το εθνικό δίκτυο. Με τα σημερινά δεδομένα οι δυνατότητες είναι πολύ μεγαλύτερες. Ταυτόχρονα, το ηλιακό μας δυναμικό είναι ίσως ακόμα πιο πλούσιο. Τι έκαναν λοιπόν, τόσα χρόνια οι κυβερνώντες; Γιατί ο πρωθυπουργός δεν εξαγγέλλει την αύξηση της ενεργειακής κάλυψης της χώρας από ΑΠΕ συμπεριλαμβανομένων των υδατοπτώσεων σε 60% μέχρι το 2030 και γιατί όχι έναν δεύτερο στόχο για ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό μελλοντικά;

Όσον αφορά την ύδρευση, ευρωπαϊκές πόλεις όπως το Παρίσι και το Βερολίνο εθνικοποίησαν το δίκτυο του νερού. Όποιος λοιπόν, νομίζει ότι πρέπει να ιδιωτικοποιήσουμε την ΕΥΔΑΠ ή ότι το νερό στη χώρα μας είναι φτηνό, ας επισκεφτεί αυτές τις χώρες να μάθει γιατί το δημόσιο αγόρασε ξανά τις εταιρείες ύδατος. Στις ίδιες χώρες το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι κρατικά ελεγχόμενο από τις εταιρείες Deutsch Bahn και DB Netz στη Γερμανία, καθώς και SNCF και DCF στη Γαλλία. Η δε Fraport AG στην οποία παραχωρήθηκε η εκμετάλλευση 14 αεροδρομίων της χώρας μας, είναι κατά μεγάλο μέρος κρατικά ελεγχόμενη εταιρεία. Επίσης, η Deutsche Telekom στην οποία πωλήθηκε ο ΟΤΕ ελέγχεται και αυτή από το γερμανικό κράτος, το οποίο είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος κατέχοντας το 31,9% των μετοχών της.

Συμπερασματικά, ενώ οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ελβετοί χρησιμοποιούν τις πάσης φύσεως υποδομές των χωρών τους με γνώμονα τη διευκόλυνση της ζωής των πολιτών τους, αλλά και την υποβοήθηση της οικονομίας τους, στην Ελλάδα προβάλλεται ως μονόδρομος και ως εκσυγχρονιστικό η πώληση ή η παραχώρηση εκμετάλλευσης των έργων υποδομής, με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα να αυξάνεται το κόστος χρήσης τους και να μειώνεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Η αποτελεσματικότητα των δημοσίων οργανισμών θα βελτιωθεί όχι όταν ιδιωτικοποιηθούν ή παραχωρηθεί η εκμετάλλευσή τους, αλλά όταν η διοίκησή τους φύγει από τα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης και ανατεθεί αποκλειστικά η διαχείριση και η συντήρησή τους σε ιδιώτες υπό συγκεκριμένους όρους. Η πατρίδα μας δεν υστερεί σε πόρους και δυνατότητες. Δόξα το Θεό μας «χαρίστηκαν» πλούσιοι. Υστερούμε στην αξιοποίησή τους.

Λευκάδα, 27 Σεπτεμβρίου 2019
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.