Το μεγαλείο και η τραγωδία ενός δημοψηφίσματος – Το ψέμα, η εξαπάτηση, η συνθηκολόγηση


Ήταν μία από τις πιο πολωμένες εκλογικές μάχες στη σύγχρονη ιστορία. Παρότι η προεκλογική εκστρατεία κράτησε περίπου μια εβδομάδα, η συμμετοχή ήταν μεγαλύτερη των πρόσφατων εκλογικών μαχών και κατά κάποιο τρόπο όλοι πρόλαβαν να πάρουν θέση. Και πήραν θέση με κριτήρια μεγάλο βαθμό κοινωνικής θέσης. Το Κερατσίνι και η Κηφισιά ψήφισαν με τον απολύτως αντίστροφο τρόπο.

Από: in.gr

Όμως, η απόφαση αυτή, το ΟΧΙ, υπήρξε και μία από τις πολιτικές αποφάσεις με τη μικρότερη διάρκεια στη νεώτερη ιστορία. Λίγες μέρες μετά η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα πει το μεγάλο «ναι» σε ένα τρίτο Μνημόνιο, από το οποίο βγήκαμε τυπικά μόλις τον Αύγουστο του 2018, ενώ ουσιαστικά κανείς δεν ξέρει πότε θα βγούμε.

Από μια παράξενη ιστορική ειρωνεία, η επέτειος της συμπλήρωσης των τεσσάρων χρόνων από τον μεγαλύτερο πολιτικός θρίαμβο του Αλέξη Τσίπρα συμπίπτει με την ολοκλήρωση μιας προεκλογικής εκστρατείας για βουλευτικές εκλογές που κατά πάσα πιθανότητα θα σημάνουν και την απομάκρυνσή του από την εξουσία.


Μια κίνηση που σχεδιάστηκε με τακτικούς όρους

Όλες οι μαρτυρίες συμπίπτουν ότι δεν υπήρχε πραγματικός σχεδιασμός για το δημοψήφισμα του 2015. Η ανάγκη δημοψηφίσματος για τα μνημόνια και τις μνημονιακές πολιτικές ήταν τμήμα της ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από την περίοδο που ήταν στην αξιωματική αντιπολίτευση, ενώ την άνοιξη του 2015 γίνονται και οι πρώτες σχετικές αναφορές. Όμως, πραγματικός σχεδιασμός ως προς το ποιο θα έπρεπε να ήταν το ερώτημα για το δημοψήφισμα και ποια η τακτική που θα έπρεπε να το ακολουθήσει δεν υπήρχε.

Αυτό έχει να κάνει και με την ίδια την ουσία της διαπραγμάτευσης που έγινε το πρώτο εξάμηνο του 2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2012 είχε πρακτικά απορρίψει κάθε σχέδιο για έξοδο από το ευρώ, έστω και εάν είχε διατηρηθεί ως ρητορική αποστροφή και συνάμα κατευνασμός της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, το «καμιά θυσία για το ευρώ».

Ο σχεδιασμός και το πρόγραμμα της επερχόμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η χώρα να απαλλαγεί από τα μνημόνια παραμένοντας εντός των ευρωπαϊκών θεσμών. Στην πορεία προς τη διακυβέρνηση, το σχέδιο αυτό πήρε τη μορφή μιας διαπραγμάτευσης που θα απάλλασσε τη χώρα από τις μνημονιακές δεσμεύσεις και θα οδηγούσε στην διαγραφή ή αναδιάρθρωση μεγάλου μέρους του χρέους.

Ως προς το πώς θα πείθονταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να δεχτούν μια τόσο μεγάλη αλλαγή στη δική τους πολιτική, κατά βάση η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ καλλιεργούσε την άποψη ότι δύσκολα θα μπορούσαν στην Ευρώπη να παραβλέψουν τη δημοκρατική έκφραση του ελληνικού λαού. Αποδείχτηκε ότι αυτή η εκτίμηση ήταν μάλλον αβάσιμη.

Το τι πραγματικά έγινε είναι λίγο πολύ γνωστό. Όταν ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία στο αρχή του 2015 σύντομα διαπίστωσε ότι η διαπραγμάτευση δεν ήταν τόσο εύκολο, την ίδια ώρα που η χώρα δεν μπορούσε τόσο εύκολα να απαλλαγεί από το προηγούμενο μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση που συνδεόταν με αυτό. Αποτέλεσμα η υποχώρηση στις 20 Φεβρουαρίου όταν η Ελλάδα αποδέχτηκε το μεγαλύτερο μέρος των όρων για την παράταση της δανειακής σύμβασης.

Το καλοκαίρι του 2015 τα πράγματα είχαν φτάσει σε ένα οριακό σημείο, καθώς η κυβέρνηση παρά τις υποχωρήσεις που έκανε δεν μπορούσε να πάρει την ευνοϊκή συμφωνία που ήθελε. Κινδύνευε να υποχρεωθεί να αποδεχτεί ένα νέο μνημόνιο. Η εναλλακτική, δηλαδή μια πορεία εξόδου από το ευρώ, έστω και συμπεφωνημένης με την ΕΕ, ήταν εκτός συζήτησης.

Σε αυτό διέξοδο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και κατά βάση ένας στενός πυρήνας γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Παππά αποφάσισαν να πάνε στη λύση του δημοψηφίσματος. Όλα δείχνουν ότι η επιλογή ήταν καθαρός τακτικισμός. Το δημοψήφισμα θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης στους Ευρωπαίους και θα κέρδιζε λίγο αλλά κρίσιμο χώρο. Η σκέψη πίσω από την επιλογή του δημοψηφίσματος δεν φάνηκε να πηγαίνει πιο πέρα από αυτό.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η ηγετική ομάδα επιθυμούσε ένα αποτέλεσμα μικρής υπεροχής του ΟΧΙ, έτσι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει αλλά και να μην τη δεσμεύει με τον ίδιο τρόπο με μια συντριπτική υπεροχή. Ήθελε, δηλαδή, να μπορεί να το έχει ως διαπραγματευτικό χαρτί αλλά και ταυτόχρονα να μπορεί να επικαλεστεί τη «διαίρεση του λαού» ως ένα επιχείρημα για αναδίπλωση έναντι των απαιτήσεων των δανειστών.




Η προκαταβολική άρνηση της ρήξης

Κοιτώντας τα πράγματα αναδρομικά, το δημοψήφισμα είχε νόημα μόνο εάν η κυβέρνηση επιθυμούσε όντως να πάει στη λογική της ρήξης και του Grexit. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι εάν υπήρχε ένας τέτοιος σχεδιασμός, το δημοψήφισμα έγινε στην ιδανική στιγμή: Εξάμηνο διαπραγματεύσεων ώστε να φανεί η απροθυμία των ευρωπαίων για συνεννόηση αλλά και το αδύνατο μιας λύσης εντός ευρωζώνης και στη συνέχεια δημοψήφισμα ώστε η ρήξη να γίνει με όρους λαϊκής νομιμοποίησης.

Μόνο που η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν είχε ούτε τη διάθεση ούτε την προετοιμασία για μια τέτοια πολιτική, καθώς ήταν πεπεισμένη ότι οποιαδήποτε προοπτική εξόδου από το κοινό νόμισμα θα σήμαινε καταστροφή.


Τι ψήφισε ο λαός;

Η διατύπωση του ερωτήματος του δημοψηφίσματος θα έλεγε κανείς ότι ήταν από τις χειρότερες που υπήρξαν ποτέ σε ανάλογη διαδικασία. Ο λαός καλείτο να εκφράσει τη γνώμη του για τις προτάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών και όχι για το ποια στάση πρέπει να κρατήσει η ελληνική κυβέρνηση και ποια επιλογή να κάνει. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος δεν δέσμευε σε κάτι την ελληνική κυβέρνηση, καθώς δεν περιλάμβανε κάποια συγκεκριμένη πορεία που θα ακολουθούσε με την έγκριση του κυρίαρχου λαού.

Ωστόσο, πολύ νωρίς έγινε σαφές ότι το ερώτημα του δημοψηφίσματος βιώθηκε από όλες τις πλευρές ως ένα ναι ή όχι σε μια διαδικασία ρήξης με την ΕΕ. Αυτή η ρήξη δεν σήμαινε στα μυαλά πολλών απαραίτητα έξοδο από την ευρωζώνη όμως σίγουρα είχε έναν χαρακτήρα ανυπακοής και σύγκρουσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Θα υποτιμούσαμε τους ψηφοφόρους του ΟΧΙ εάν λέγαμε ότι δεν είχαν επίγνωση ότι το ΟΧΙ στο όριό του περιλάμβανε και τη ρήξη με την Ευρώπη.

Ακριβώς αυτή η επίγνωση του διακυβεύματος μπορεί να εξηγήσει και την τεράστια φόρτιση από όλες τις πλευρές γύρω από το δημοψήφισμα. Ήταν σαφές ότι αυτό που κρινόταν σε κανένα βαθμό δεν περιοριζόταν στο ερώτημα που είχε τεθεί. Γι’ αυτό και ήταν τόσο έντονες οι αντιπαραθέσεις στα ΜΜΕ και γενικά στη δημόσια σφαίρα.


Τα capital controls

Από άποψη όρων καθημερινότητας το δημοψήφισμα έγινε με τους χειρότερους όρους. Αντιμέτωπη με την κρίση ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη λύση τωνcapital controls. Το πρόβλημα ρευστότητας των τραπεζών ήταν κάτι προβλέψιμο και είχε ήδη υπάρξει η εμπειρία των κυπριακών τραπεζών το 2013. Όμως, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήθελε να αποφύγει οποιοδήποτε μέτρο θα παρέπεμπε σε κρίση και γι’ αυτό επέλεξε τέτοια μέτρα μόλις την τελευταία στιγμή.

Πολιτικά, όμως, οι κλειστές τράπεζες και τα capital controls ερμηνεύτηκαν από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως ένας ακόμη επιθετικός εκβιασμός από τη μεριά των Ευρωπαίων και γι’ αυτό το λόγο δεν λειτούργησαν αποτρεπτικά για την ψήφο στο ΟΧΙ.

Το ίδιο ισχύει και για όσες υπερβολές καταγράφηκαν εκείνες τις ημέρες ως προς την κινδυνολογία για το τι θα σήμαινε μια υπερψήφιση του ΟΧΙ. Τελικά μάλλον είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Η αίσθηση αποφασιστικότητας που υπήρχε σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτυπώθηκε και στην ίδια τη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 3 Ιουλίου, μια από τις πιο ηλεκτρισμένες πολιτικές συγκεντρώσεις των τελευταίων ετών.


Ένα ΟΧΙ που η κυβέρνηση δεν ήξερε τι να το κάνει

Μια σειρά μαρτυριών δείχνουν ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν περίμενε μια τόσο εντυπωσιακή επικράτηση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Γι’ αυτό και το ίδιο βράδυ επικρατούσε προβληματισμός και ανησυχία στο Μέγαρο Μαξίμου.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τους πολύ χαμηλούς τόνους το πρώτο βράδυ, το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να μην πάει στο Σύνταγμα και τους πανηγυρισμούς, όπως φυσικά και την απόφαση αποπομπής του Γιάνη Βαρουφάκη ως κίνηση κατευνασμού προς την Τρόικα.

Στην πραγματικότητα, μετά από μια σύντομη προσπάθεια να διεκδικηθεί μια καλύτερη συμφωνία στο όνομα της δημοκρατικής απόφασης, ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την αποδοχή ενός νέου μνημονίου.

Αυτό στηρίχτηκε και στο ότι οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ρήξης όχι απλώς απορρίφθηκε αλλά ήταν εξαρχής εκτός του οποιουδήποτε ορίζοντα επιλογών του πρωθυπουργού και της στενής ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.


Η συνθηκολόγηση και η προσβολή της λαϊκής ετυμηγορίας

Αυτό άνοιξε το δρόμο για τη συνθηκολόγηση και την αποδοχή ενός ιδιαίτερα σκληρού τρίτου μνημονίου που σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσε και την αυξημένη δυσπιστία των ευρωπαίων απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση.

Μόνο που αυτό, όπως και να το δει κανείς, ισοδυναμούσε με προσβολή της λαϊκής ετυμηγορίας. Γιατί όποια ανάγνωση και εάν γίνει των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος, σε κανένα βαθμό δεν μπορεί να διαβαστεί ως υποστήριξη για ένα νέο μνημόνιο.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς έκανε ο Αλέξης Τσίπρας, στηριζόμενος τελικά στις ψήφους των κομμάτων που ο ίδιος χαρακτήριζε απαξιωτικά ως «μνημονιακά», μετά την αποχώρηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ που διαφωνούσαν, για να ακολουθήσουν τέσσερα χρόνια εφαρμογής ενός μνημονίου που σήμαινε ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, αλλαγές στο ασφαλιστικό και μεγάλη φορολογική αφαίμαξη.

Ο Αλέξης Τσίπρα δεν θα χάσει τις εκλογές του 2015, καθώς μια κοινωνία σαστισμένη από τις απότομες μεταστροφές φάνηκε να πείθεται σε σημαντικό βαθμό από το αφήγημα «δεν γινόταν αλλιώς». Τέσσερα χρόνια μετά όμως έρχεται η ώρα να αντιμετωπίσει το συνολικό κόστος εκείνων των επιλογών.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.