Ήταν ένα από τα σημεία στα οποία η κυβέρνηση επέμεινε από την πρώτη στιγμή αλλά και αποτέλεσε και βασική αιχμή της προεκλογικής της εκστρατείας. Αναφερόμαστε στην ανάγκη πάταξης της «ανομίας» ως κομβική πλευρά της έμφασης που εξαρχής έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ασφάλεια ως βασική διεκδίκηση και σκοπό της διακυβέρνησής του. Μάλιστα, οι έρευνες κοινής γνώμης επιβεβαιώνουν ότι όντως αυτή ήταν και μία από τις αιτίες για τις οποίες όντως είχε απήχηση το κυβερνητικό πρόγραμμα της ΝΔ.

Από: in.gr
 
Ωστόσο, την ίδια στιγμή υπάρχουν ακόμη αρκετά σημεία ασαφή ως προς το πώς θα υλοποιηθεί η συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Η επιχείρηση κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου

Ως προς το θεσμικό πλαίσιο τα πράγματα είναι απλά. Η κυβέρνηση μέσα στις επόμενες μέρες θα καταργήσει το πανεπιστημιακό άσυλο. Ανεξαρτήτως της τελικής διατύπωσης θα επιτρέπεται πια στις αστυνομικές δυνάμεις να μπαίνουν σε πανεπιστημιακούς χώρους. Ωστόσο δεν ξέρουμε το πώς θα γίνει αυτό πράξη. 

Μέχρι τώρα η κυβέρνηση αναδείκνυε το θέμα του ιστορικού κτιρίου του ΕΜΠ, ως ορμητηρίου «καταδρομικών» επιθέσεων σε διμοιρίες των ΜΑΤ, το κτίριο του Οικονομικού Πανεπιστημίου ως προστατευτικού μηχανισμού «παραεμπορίου» και το πρόβλημα της διακίνησης ναρκωτικών σε χώρους του ΑΠΘ.


Ακόμη και εάν υποθέσει κανείς ότι σχετικά εύκολα η αστυνομία θα μπορεί να παρεμβαίνει κατά των παράνομων μικροπωλητών στο πεζοδρόμιο του Οικονομικού Πανεπιστημίου (μια πρακτική που βέβαια εμφανίζεται σε διάφορα σημεία του κέντρου της Αθήνας), ή ότι θα μπορέσει να περιορίσει τη διακίνηση των ναρκωτικών εντός του ΑΠΘ, ή ότι θα μπορέσει να κάνει πιο δυναμικές παρεμβάσεις στις «καταδρομικές» από το ΕΜΠ, θα μένει ανοιχτό το ερώτημα τι θα γίνεται σε άλλες περιπτώσεις.
Η αρμόδια υπουργός είπε ότι με ένα τηλεφώνημα θα μπορούν να επέμβουν οι αστυνομικές δυνάμεις. 

Τι θα γίνει για παράδειγμα εάν είναι σε εξέλιξη μια φοιτητική συνέλευση ή μια φοιτητική κατάληψη και κάποιος θεωρήσει ότι είναι έκνομη πράξη; Θα σταλεί η αστυνομία να διαλύει συνελεύσεις και καταλήψεις; Θα δούμε εικόνες σαν κι αυτές που βλέπαμε πριν από λίγο καιρός τη Γαλλία με τις εκκενώσεις πανεπιστημιακών κτιρίων από τους φοιτητές τους;

Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει  τη διαμαρτυρία, ακόμη και τη δυναμική, από την «ανομία»; Αυτό είναι ένα ερώτημα που μέχρι τώρα δεν έχει απαντήσει η κυβέρνηση σε σχέση με το Πανεπιστημιακό Άσυλο.

Τα όρια της στρατιωτικής αντιμετώπισης των Εξαρχείων

Το άλλο ζήτημα αφορά τα Εξάρχεια. Ο πρωθυπουργός αλλά και ο αρμόδιος υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αντιμετωπίζουν ως ζήτημα τιμής να «ανακαταληφθούν» τα Εξάρχεια ώστε να «πάψουν να είναι εστίες ανομίας».

Ωστόσο, και εδώ υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα. Δεν έχει προσδιοριστεί η τακτική που θα ακολουθηθεί πέραν μιας γενικής επίκλησης ότι πλέον θα μπαίνουν οι αστυνομικές δυνάμεις.

Θα σημαίνει αυτό απλώς να δοκιμάσουν οι διμοιρίες να σταθμεύουν σε σημεία που θα σηματοδοτούν την παρουσία του κράτους στη γειτονιά; Δεν σημαίνει αυτό κίνδυνο απλώς να μεταφερθούν τα επεισόδια; Θα δοκιμαστεί να χτυπηθούν οι καταλήψεις και τι θα σημαίνει αυτό για τις καταλήψεις π.χ. στέγασης προσφύγων που είχαν θετική αντιμετώπιση και από τους κατοίκους; Θα υπάρξει παρέμβαση στο θέμα της διακίνησης των ναρκωτικών, που οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι είναι το βασικό ζήτημα, ή κυρίως θα προκριθεί η αντιμετώπιση της «ριζοσπαστικοποίησης»; Θα υπάρξουν μέτρα ώστε να μην υπάρξει «υπερβάλλων ζήλος» από τη μεριά των αστυνομικών δυνάμεων, ιδίως όταν υπάρχουν διάφορα πολύ επικίνδυνα προηγούμενα;

Τι θα γίνει με τον Ρουβίκωνα;

Η ΝΔ δημοκρατία είχε χρησιμοποιήσει όλο το προηγούμενο διάστημα τον Ρουβίκωνα και τη δράση ως το χαρακτηριστικό παράδειγμα «πολιτικού εξτρεμισμού» και κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα.


Όμως, το πρόβλημα είναι ότι ο Ρουβίκωνας παραμένει μια συλλογικότητα που κινείται στα όρια της παραβατικότητα. Οι μπογιές, τα τρικάκια ή οι «προειδοποιήσεις» π.χ. σε γιατρούς για «φακελάκια» μπορεί να μπορούν να χαρακτηριστούν κατά περίπτωση έκνομες ενέργειες, όμως απέχουν από το να είναι βίαιες μορφές εξτρεμισμού. Ακόμη και εάν δοκιμαστεί μια λογική αξιοποίησης του γράμματος του νόμου για να υπάρξει ένα κύμα ποινικών διώξεων έστω και για ελάσσονα αδικήματα, δεν είναι βέβαιο ότι θα τελεσφορήσει, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι η συγκεκριμένη συλλογικότητα ανεξαρτήτως ρητορικής πάντα βάζει όρια στο «δυναμισμό» του ακτιβισμού της.

Θα επιστρέψει το ιδιώνυμο της «κουκούλας»;

Από διάφορες πλευρές έχει ακουστεί ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να εξετάσει την επαναφορά του λεγόμενου «κουκουλονόμου», δηλαδή της αντιμετώπισης ως επιβαρυντικού παράγοντα της χρήσης κουκούλας ή της απόκρυψης του προσώπου. Η τότε επιλογή στηριζόταν στην αντίληψη ότι στην Ελλάδα στις διαδηλώσεις είχε επικρατήσει μια κατάσταση ανομίας που στηριζόταν και στην αίσθηση «ατιμωρησίας» σε περίπτωση σύλληψης, ενώ τώρα μπορούσε να ποινικοποιηθεί ακριβώς κάτι που υποτίθεται ότι έδειχνε τη διάθεση του συλληφθέντος να παραβεί τους νόμους.

Βέβαια ήδη από τότε είχε διατυπωθεί η άποψη ότι δεν μπορούν να ποινικοποιούνται οι κουκούλες ή οι μάσκες γιατί αυτό απλώς θα οδηγούσε σε κατηγορίες κατά αθώων πολιτών ιδίως νέων που θα συλλαμβάνονται για την εμφάνισή τους.

Η απουσία σοβαρής συζήτησης

Όλα αυτά στηρίζονται και σε μια απουσία συζήτησης στη δημόσιας σφαίρα των ακριβών διαστάσεων αυτού που συλλήβδην χαρακτηρίζεται ως «ανομία».
Γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουμε στην ελληνική κοινωνία ένα μαζικό φαινόμενο απλώς «ανομικών νέων».

Έχουμε ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο που αφορά την πραγματική απήχηση που έχουν σε τμήμα της νεολαίας ριζοσπαστικές πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές, απήχηση που δεν μπορεί να απαντηθεί με την μυθολογία ενός μικρού αριθμού «γνωστών – αγνώστων».
Και αυτό γιατί έχει να κάνει με την κατάσταση της νεολαίας σήμερα, την επισφάλεια, την απουσία προοπτικής, την διάθεση εξέγερσης ενάντια σε ό,τι φαίνεται ως συνθήκη απαξίωσης.
Σε αυτή την περίπτωση, όμως, είναι προφανές ότι υπάρχουν εγγενή όρια σε κάθε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τέτοιες πρακτικές και ιδεολογικές αναγνωρίσεις αμιγώς με κατασταλτικά μέσα.

Τα όρια της καταστολής

Η κυβέρνηση φαίνεται να εκτιμά ότι έχει να κάνει με πεπερασμένους θύλακες που εάν δουν μια επίδειξη πυγμής, τότε θα αναδιπλωθούν και άρα θα αρχίσει να επιστρέφει ένα αίσθημα κανονικότητας και ασφάλειας στους πολίτες.

Όμως, μια τέτοια εικόνα μπορεί να είναι έως και παραπλανητική. Γιατί μπορεί τώρα να μιλάμε για απλούς θύλακες, που μπορεί και σε κάποιες πλευρές να μην επικοινωνούν με ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια, όμως τα δύσκολα θα αρχίσουν εάν υπάρξουν ξανά μαζικές κινητοποιήσεις.
Ο χώρος της νεολαίας ειδικά έχει δείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να δίνει κινητοποιήσεις ακόμη και έξω από τον κλασικό «πολιτικό χρόνο». Παντοδύναμη έδειχνε το 1990 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όμως θα δοκιμαστεί σκληρά από το μαθητικό κύμα καταλήψεων του 1990-91.

Και εάν μιλάμε για μεγάλες κινητοποιήσεις, τότε τα όρια της λογικής της «πυγμής» αποδεικνύονται πεπερασμένα. Γιατί τέτοιες κινητοποιήσεις ούτε πτοούνται αυτόματα ούτε είναι στην πραγματικότητα εκφράσεις «ανομίας» αλλά εύλογης διαμαρτυρίας. Ακόμη χειρότερα, θα αρκεί μία περίπτωση «υπερβάλλοντος ζήλου» αστυνομικού οργάνου ώστε τα πράγματα να αλλάξουν άρδην.