Ιστορικές αναμνήσεις: Η επιστράτευση του 1974 όπως την έζησε ένας βετεράνος της εποχής

Αυτόν τον καιρό πριν 45 χρόνια πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεγάλης κλίμακας επιστράτευση στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, με αφορμή την επικείμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Για εκείνη την επιστράτευση έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί πολλά. Για την προετοιμασία της, την σκοποθεσία της, τα εμπόδια που εμφανίστηκαν, τα αποτελέσματα που ήρθαν και σε πολλές περιπτώσεις οι απόψεις είναι διφορούμενες, όπως κι οι ερμηνείες των γεγονότων.

Αναδημοσίευση από: ptisidiastima.com



Υπό αυτές τις συνθήκες, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε το ειδικό βάρος και την ξεχωριστή αξία που έχουν οι πρωτογενείς πηγές για τα εκείνα τα γεγονότα, δηλαδή οι μαρτυρίες που τα έζησαν από κοντά όντας οι άμεσοι πρωταγωνιστές τους. Οι πηγές αυτές όπου απαντώνται, είναι πολύτιμες και πρέπει πάντα να μελετώνται με προσοχή και τον δέοντα σεβασμό.

Με αφορμή λοιπόν την επικείμενη θλιβερή επέτειο της τουρκικής εισβολής κι έπειτα κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού, αναδημοσιεύουμε μία ακριβώς τέτοια πρωτογενή πηγή, μία σχετική μαρτυρία για την επιστράτευση όπως την έζησε έκ των έσω ένας έφεδρος που κλήθηκε να υπερασπιστεί την πατρίδα.



ΠΡΙΝ 45 ΧΡΟΝΙΑ…….
Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ‘74

Κείμενο: Έφεδρος Ίλαρχος Καλπακτσόγλου Παρασκευάς, 72Β ΕΣΣΟ
Αναδημοσιεύεται κατ’ όπιν άδειας

Α’ μέρος
Κλείνουν σε λίγες ημέρες 45 χρόνια από την ημέρα της επίθεσης των Τούρκων στο μαρτυρικό νησί της Κύπρου. Θα προσπαθήσω σε λίγες συνέχειες να περιγράψω το πώς βίωσα την Επιστράτευση που έγινε τότε. Η διήγηση δεν περιγράφει κατορθώματα, άλλωστε η Μονάδα που παρουσιάστηκα δεν πήγε μακρύτερα από τη Θεσσαλονίκη, επειδή το Σώμα Στρατού όπου υπαγόταν, είχε και τη φροντίδα αντιμετώπισης επιβουλής από τους γείτονες των Βορείων συνόρων μας. Θέλω όμως με την περιγραφή μου να δώσω στους νεότερους το κλίμα της εποχής και το τι απρόβλεπτο παρουσιάζεται σε επιστράτευση που δεν γίνεται συντεταγμένα. Ζητώ συγνώμη προκαταβολικά για τυχόν περιγραφές, που μπορούν να εκληφθούν ως φλυαρία ή κομπασμός.

Ήταν Σάββατο 20 Ιουλίου 1974 όταν η κήρυξη της επιστράτευσης με βρήκε στο κατάστημα ενδυμάτων του φίλου μου Κώστα Στεφανίδη, στην αγορά της Κατερίνης. Διαπιστώσαμε ότι παρουσιαζόμασταν και οι δύο στην ίδια Μονάδα, τη Β’ ΕΑΝ στη Νεοκαισάρεια Πιερίας. Μου ήταν γνώριμη Μονάδα αφού από εκεί είχα απολυθεί. Ψύχραιμα πήγα στο σπίτι μου, ετοίμασα τα απαραίτητα και τσιμπώντας κάτι αποχαιρέτησα τους δικούς μου. Ο αποχαιρετισμός ήταν σιωπηλός. Η μάνα μου, σκληρή όπως ήταν, με χτύπησε στην πλάτη. Ο πατέρας μου γύρισε το πρόσωπό του στα πλάγια για να μην τον δω να δακρύζει.
Στη Μονάδα έφτασα λίγο μετά το μεσημέρι. Γινόταν χαμός! Έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα! Κατατάχτηκα γρήγορα και με έστειλαν στην 3η ΙΛΑΝ. Εκεί βρήκα τον γνωστό μου από παλιά Ανθυπασπιστή Θανάση Αγγελέα και τους μακαρίτες τώρα Ανθυπιλάρχους Φώτη Μοσχονά (Δικηγόρο Κατερίνης) και Νίκο Βαρσαμόπουλο (Δικηγόρο Βελβεντού Κοζάνης).

Προσπάθησα να αναγνωρίσω την κατάσταση. Ήδη τα Μ47 της Μονάδας είχαν μεταφερθεί προ διμήνου στη Χίο. Στο στρατόπεδο απέμεναν μάχιμα μόνο τα Μ59, τα Μ106 και τα Μ38Α1. Από τα τελευταία όσα ήταν αντιαρματικοί φορείς δεν είχαν τα ΠΑΟ τους. Στο έμψυχο δυναμικό της Μονάδας υπήρχε αλαλούμ. Ήταν Ιούλιος και η Χωροφυλακή δεν είχε πραγματοποιήσει έγκαιρα τις αλλαγές των Φύλλων Πορείας, που γίνονταν κάθε χρόνο αυτό το μήνα. Έτσι στο στρατόπεδο υπήρχε σχεδόν διπλάσιος αριθμός ανδρών από τον προβλεπόμενο, όπως αυτών με παλιά Φύλλα Πορείας που πιθανώς με την αντικατάσταση θα παρουσιάζονταν αλλού και αυτών που είχαν προλάβει να πάρουν νέα Φύλλα Πορείας και είχαν παρουσιαστεί κανονικά. Για το λόγο αυτό υπήρχε σημαντικό πρόβλημα σίτισης και στέγασης όλων των ανδρών.

Έξω από το στρατόπεδο υπήρχαν εκατοντάδες συγγενείς των επιστράτων, ανήσυχοι για τους ανθρώπους τους και αντιλαμβανόμενοι ότι υπάρχει πρόβλημα σίτισής τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τρόφιμα γι αυτούς. Μπισκότα, σοκολάτες, φρυγανιές, ότι εύρισκαν. Τα λίγα προϊόντα του ΚΨΜ της Μονάδας είχαν εξαντληθεί τις πρώτες ώρες. Μέσα στην απόγνωση εμφανίστηκε στο στρατόπεδο ένα αγροτικό φορτηγάκι γεμάτο ψωμιά. Γι αυτά είχε φροντίσει ο ιερέας της Νεοκαισάρειας καθώς και κάποιοι κάτοικοι αυτού του χωριού. Εξαφανίστηκαν σε δευτερόλεπτα!

Η πρώτη νύχτα στη Μονάδα ήταν δύσκολη. Φυσικά δεν κοιμήθηκα, όπως και οι περισσότεροι. Αντιλήφθηκα ότι έγινε συγκέντρωση των μόνιμων αξιωματικών και δυσαρεστήθηκα. Οι υπαξιωματικοί μου και οι οπλίτες (πολλοί γνώριμοί μου) με ρωτούσαν τι πρόκειται να γίνει. Που θα πάμε, αν θα πολεμήσουμε και με τι. Προσπαθούσα να τους καθησυχάσω με αοριστίες και ψεμματάκια. Δεν μας είχε δοθεί οπλισμός. Οι μόνοι που είχαν όπλα ήταν οι κληρωτοί. Οι μισοί όμως από αυτούς ήταν μουσουλμάνοι και είχαν απαλλαγεί από τη φύλαξη του στρατοπέδου.

Τα πρωί της 21ηςΙουλίου ο ήλιος μας βρήκε πιο ανήσυχους. Από κάποια ραδιοφωνάκια είχαμε μερική πληροφόρηση για τα γεγονότα που συνέβαιναν και το φρόνημα των ανδρών άρχισε να ανεβαίνει. Θα πολεμήσουμε! Κάποιοι τόλμησαν να γράψουν με μεγάλα εμφανή γράμματα στις πλευρές των Μ59 : «Χούλια! Έρχομαι!!!!». Απευθύνονταν στην ωραία τουρκάλα ηθοποιό του κινηματογράφου Χούλια Κοτσγιγίτ.

Στη συγκέντρωση αξιωματικών που έγινε το πρωί της 21ης Ιουλίου 1974, μετά την αξιολόγηση της επιστράτευσης, μας έγινε γνωστή η αποστολή της Επιλαρχίας. Θα επιβιβαζόταν σε πλοία στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με προορισμό την Κρήτη. Εκεί η μονάδα θα αναδιοργανωνόταν από την αρχή, με σκοπό τη μετάβασή της στην Κύπρο. Ήδη στην Κρήτη βρισκόταν και ένα μέρος του εξοπλισμού της μονάδας (τα ΠΑΟ, βλήματα κ.ά) από προηγούμενη αποστολή σε ανύποπτο χρόνο. Όμως η 3η ΙΛΑΝ της Επιλαρχίας θα ακολουθούσε άλλη ξεχωριστή αποστολή. Σύμφωνα μ΄ αυτή θα ασφάλιζε και θα κάλυπτε το Στρατηγείο του Β΄ΣΣ, που από τη Βέροια ήδη βρισκόταν στη Νέα Σάντα Κιλκίς. Στην αποστολή αυτή θα συμμετείχα κι εγώ ως Ουλαμαγός αυτής της ΙΛΑΝ.

Όλη η Επιλαρχία θα μετακινούνταν προς Θεσσαλονίκη το πρωί της 22ης Ιουλίου και από εκεί θα ξέκοβε η 3η ΙΛΑΝ για τη Νέα Σάντα. Οι προετοιμασίες άρχισαν αμέσως. Τοποθετήθηκαν πολυβόλα 0,50΄΄ στα Μ59 και Μ106 της ΙΛΑΝ. Τοποθετήθηκαν όσα πολυβόλα 0,30΄΄ υπήρχαν, στις βάσεις των Μ38Α1. Φορτώθηκαν και τα απαραίτητα πυρομαχικά. Οι όλμοι των 4,2΄΄ και τα φορητά αντιαρματικά έλειπαν, αφού είχαν σταλεί στην Κρήτη. Ο φορητός οπλισμός (τυφέκια Μ1 0,30΄΄, αραβίδες ΤΗΟΜΡSON και TOMMYGAN 0,45΄΄ και πιστόλια Μ1911 0,45΄΄) ήταν λιγοστά. Επέλεξα να δοθούν σε έμπειρους υπαξιωματικούς και οπλίτες, για το λόγο ότι διέκρινα και κάποια απείθαρχα στοιχεία μεταξύ των ανδρών μου (εξαρτημένοι από ουσίες, πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα και έχοντες τάσεις ανυπακοής). Προσωπικά κράτησα ένα πιστόλι 0,45΄΄ ενώ οι άλλοι συνάδελφοί μου βολεύτηκαν με περίστροφα.

Το πρωί της Δευτέρας 22ηςΙουλίου 1974 η Β΄ Επιλαρχία Αναγνωρίσεως ξεκίνησε όλη στις 07.00΄ για την αποστολή της. Στο στρατόπεδο για τη φύλαξή του έμεινε ο φίλος μου Έφεδρος Ανθυπίλαρχος Αντώνης Χριστοφοράκης με καμιά δεκαπενταριά μουσουλμάνους οπλίτες και ένα Δεκανέα. Επιλέχθηκε αυτός, επειδή τα είχε καλά μαζί τους ως Αξιωματικός Έργων της μονάδας, που τους είχε στις διαταγές του και τους παρείχε κάποιες διευκολύνσεις («λουφάρισμα» στη στρατιωτική διάλεκτο). Στις 08.30΄ η Επιλαρχία διέσχιζε την κεντρική οδό της Κατερίνης, την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Χιλιάδες κάτοικοι της πόλης ήταν παραταγμένοι στα πεζοδρόμια αυτής της μακράς οδού κουνώντας μαντήλια και με λουλούδια μας κατευόδωναν. Πολλοί απέθεταν στα οχήματά μας κιβώτια (!) με κονσέρβες, μπισκότα, σοκολάτες, γκοφρέτες και τι άλλο; τσιγάρα. Στο δικό μου το τζιπ ένας γνωστός σε μένα Κατερινιώτης άφησε ένα κιβώτιο με κουτιά ζαχαρούχου γάλακτος!

Σε λίγο η Επιλαρχία βγήκε έξω από της πόλη και ξανοίχτηκε στην Εθνική οδό προς Θεσσαλονίκη. Με ταχύτητα 30ΜΑΩ φτάσαμε στη διασταύρωση της Ν.Αγαθούπολης όπου σημειώθηκε το πρώτο επεισόδιο. Ο Διοικητής της 1ης ΙΛΑΝ επίστρατος Υπίλαρχος Θ. σταμάτησε τη φάλαγγα με τη δικαιολογία ότι οι άνδρες του διψούσαν και έπρεπε να πιούν νερό από το γειτονικό χωριό. Στο αλαλούμ που δημιουργήθηκε άμεση λύση έδωσε ο Υποδιοικητής της Επιλαρχίας, Επίλαρχος Λάμπρος Τζαβέλλας, που αμέσως απάλλαξε το Διοικητή αυτής της ΙΛΑΝ από τα καθήκοντά του, όρισε άλλον ως Διοικητή της και διέταξε να συνεχιστεί αμέσως η πορεία της φάλαγγας. Κατά το μεσημέρι η Επιλαρχία έφτασε στη Θεσσαλονίκη.

Στη Θεσσαλονίκη έκπληκτοι μάθαμε ότι άλλαξε η αποστολή της Επιλαρχίας. Δεν θα πήγαινε στην Κρήτη αλλά θα στρατοπέδευε στις εγκαταστάσεις του Αγροκτήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μέριμνά της θα ήταν η προστασία του αεροδρόμιου Θεσσαλονίκης και κάποιων άλλων ευαίσθητων σημείων της πόλης και της περιοχής. Όμως η αποστολή της 3ης ΙΛΑΝ δεν άλλαξε. Θα κατευθυνόταν στη Νέα Σάντα Κιλκίς για υπεράσπιση του εκεί Στρατηγείου. Αποχαιρετήσαμε την Μονάδα και συνεχίσαμε για τον προορισμό μας. Φτάσαμε λίγο μετά το μεσημέρι με δύο απώλειες. Δύο Μ59 είχαν μείνει στο δρόμο από υπερθέρμανση κινητήρων. Αυτά τα ΤΟΜΠ είχαν δύο κινητήρες το καθένα και από την παλαιότητα και την κακή συντήρησή τους δεν άντεξαν τη διαδρομή. Μας τα έφεραν επισκευασμένα ύστερα από δύο ημέρες. Στη Νέα Σάντα μας υποδέχθηκαν ένας Υπολοχαγός και ένας Αρχιλοχίας οι οποίοι μας οδήγησαν στο στρατόπεδο ενός Συντάγματος Πεζικού, το οποίο είχε αναχωρήσει για τη Θράκη το προηγούμενο βράδυ. Πριν μας πιάσει η νύχτα δημιουργήσαμε όρχο για τα οχήματα, βάλαμε σκοπιές (κληρωτούς) και τακτοποιήσαμε τους άνδρες στους θαλάμους. Ευτυχώς είχαν φροντίσει να υπάρχει γεύμα (ξηρά τροφή) και οι άνδρες έφαγαν. Κατάκοποι από την ταλαιπωρία δεν άργησαν να πέσουν στα κρεβάτια τους.

Β’ Μέρος
Η συνέχεια δεν περιγράφει κάποιο ηρωικό κατόρθωμα αλλά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες να διοικηθεί ένας συρφετός! Διότι περί συρφετού επρόκειτο.
Μόλις κοιμήθηκαν οι άνδρες οι τρεις επίστρατοι Ανθυπίλαρχοι και ο Ανθυπασπιστής κλειστήκαμε σε ένα γραφείο για να συζητήσουμε και να εκτιμήσουμε την κατάσταση, ώστε την επομένη το πρωί να είμαστε όσο το δυνατό έτοιμοι για να αναλάβουμε αποστολή. Τότε είδαμε τα γιγάντια προβλήματα που υπήρχαν!

Ο Ανθυπασπιστής συνέχιζε να είναι Διοικητής της Ίλης. Θα του έδιναν αναφορά το πρωί οι Ανθυπίλαρχοι; Οι τρεις Ανθυπίλαρχοι αποφάσισαν να διοικεί την Ίλη ο αρχαιότερος και αυτός ήταν ο Φώτης Μοσχονάς. Ο Ανθυπασπιστής θεωρούσε την απόφαση παράτυπη αφού δεν είχε ληφθεί από τη Διοίκηση της Επιλαρχίας. Επίσης ήταν και Τεχνικός Διαχειριστής της Μονάδας, χρεωμένος με υλικό που ένα μέρος του δεν ήξερε που βρίσκεται και ήθελε να έχει τη διοίκηση, για ελέγχει ότι μπορούσε. Έπρεπε να επικοινωνήσουμε με τη διοίκηση της Επιλαρχίας για να λυθεί το πρόβλημα, αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό.
Οι επίστρατοι υπαξιωματικοί και οπλίτες δεν προέρχονταν οι περισσότεροι από το Όπλο των ΤΘ. Πολλοί ήταν σμηνίτες και ναύτες με πολύ χαλαρή την έννοια της πειθαρχίας. Δεν γνώριζαν τίποτε για τα πολυβόλα των 0,30΄΄ και 0,50΄΄. Λίγα πράγματα για τα τυφέκια Μ1, αφού είχαν εκπαιδευτεί στα Enfield. Δεν γνώριζαν τίποτε για ασυρμάτους και επικοινωνίες στρατού. Ήταν κακά ντυμένοι. Σε πολλούς τα άρβυλα ήταν στενά και τους χτυπούσαν τα πόδια. Μερικά άρβυλα ήταν καφέ τύπου ντοκ με πρόκες και πέταλα από κάτω. Έτσι πολλοί φορούσαν αθλητικά παπούτσια ή ακόμα και σαγιονάρες. Βέβαια πολύ λίγοι είχαν κράνος και μόνο οι μισοί ήταν εφοδιασμένοι με τζόκεϊ.

Έπρεπε όλα αυτά να αντιμετωπιστούν άμεσα. Περισσότερο για τη στιγμή, αφού δεν είχαμε εμπλακεί σε μάχη, μας ενδιέφερε το πώς θα παρουσιαστούμε την άλλη μέρα το πρωί στην Αναφορά του Στρατηγείου.

Το πρωί μας βρήκε και τους τέσσερις Αξιωματικούς άυπνους. Όλο το βράδυ επιθεωρούσαμε τις σκοπιές και τους θαλάμους, μήπως υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Ευτυχώς οι σκοποί και οι θαλαμοφύλακες ήταν κληρωτοί και είχαν πιο αναπτυγμένο το αίσθημα της πειθαρχίας και του καθήκοντος.
Το πρωί της 23ης Ιουλίου μας ειδοποίησαν ότι η Αναφορά Στρατηγείου θα γινόταν στις 08.30΄. Επίσης ότι στις 07.30΄ ο Σωματάρχης Αντιστράτηγος Κόρκας ήθελε να δεί τους αξιωματικούς της ΙΛΑΝ. Αντί αυτού όμως μας είδε ο ΔΙΤ του Σώματος Συνταγματάρχης Πάτσιος. Μας καλωσόρισε κάπως ψυχρά και δικαιολόγησε τον Σωματάρχη που δεν μπόρεσε να μας δεί. Του είπαμε ότι υπάρχουν πολλά και σοβαρά προβλήματα που πρέπει να λυθούν και υποσχέθηκε να μας ακούσει μετά την Αναφορά. Επιστρέψαμε εσπευσμένα στην Ίλη και συγκεντρώσαμε τους άνδρες. Είχαν πάρει πρωινό, είχαν πληροφορηθεί από ραδιοφωνάκια τα τεκταινόμενα στην Κύπρο και ήταν ανήσυχοι. Τους είπαμε ότι δεν γνωρίζαμε περισσότερα απ’ αυτούς και ότι έπρεπε να ετοιμαστούν για την Αναφορά. Δεν πήραμε Αναφορά Ίλης. Μόνο μετρηθήκαμε και βγήκαμε σωστοί στο περίπου. Δεν είχαμε χρόνο. Απομακρύναμε αυτούς που δεν φορούσαν άρβυλα, στέλνοντάς τους σε σκοπιές και παρατάξαμε την Ίλη σε εξάδες. Στην αναφορά πήγαμε με πολύ ζωηρό βήμα. Φτάσαμε τελευταίοι, αφού άλλοι Λόχοι του Στρατηγείου μας περίμεναν παρατεταγμένοι. Ακόμη πιο ζωηρό ήταν το σημειωτόν μας και σηκώθηκε πάρα πολλή σκόνη. Στο “άλτ” έγινε χαλασμός. Δίνοντας το παράγγελμα και όλη η Ίλη, σαν να ήταν εκπαιδευμένη από πριν, κοκάλωσε σείοντας τη γη. Διέκρινα φθόνο και ειρωνικά χαμόγελα από τους αξιωματικούς των Λόχων.

Μετά την Αναφορά γυρίσαμε στους θαλάμους και αμέσως άρχισαν τα «όργανα». Οι περισσότεροι ζητούσαν άδεια να βγούν έξω από το στρατόπεδο για να τηλεφωνήσουν στους δικούς τους. Πολλοί δεν ήξεραν που βρισκόμασταν. Άλλοι ζητούσαν εικοσιτετράωρη άδεια για να πάνε στο χωριό τους να ποτίσουν το χωράφι με το καλαμπόκι, να μαζέψουν τα καρπούζια, να ταΐσουν τα ζώα τους ή να δούνε τα μαγαζιά τους. Οι περισσότεροι επίστρατοι κατάγονταν από τη Θεσσαλία. Τους γνωστοποιήσαμε ότι ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν αυτά τα πράγματα τρεις μέρες μετά την επιστράτευση, όταν ακόμη τα τύμπανα του πολέμου ακούγονταν ζωηρά και η αποστολή που είχαμε ακόμη δεν είχε αρχίσει. Οι περισσότεροι απείλησαν ότι θα το έκαναν μόνοι τους χωρίς να πάρουν άδεια. Μπροστά στο αδιέξοδο δεχτήκαμε την έξοδο μιάς ώρας για τηλεφωνήματα, ανά δέκα άτομα. Για το θέμα της άδειας, τους υποσχεθήκαμε ότι θα το εισηγούμασταν στο Στρατηγείο και ότι πιθανολογούσαμε πως θα γινόταν αποδεκτό Ξέραμε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση.

Η έξοδος των δεκάδων έγινε ομαλά και όλοι επέστρεψαν κανονικά στο χρόνο τους, αφού προηγουμένως άδειασαν όλα τα μπακάλικα και τους φούρνους του χωριού αγοράζοντας τρόφιμα.

Στο μεταξύ συναντηθήκαμε πάλι με τον ΔΙΤ του Σώματος Συνταγματάρχη Πάτσιο και του αναφέραμε τα προβλήματά μας. Δεν έδειξε να συγκινείται και απέφυγε να πάρει θέση ακόμη και στο σοβαρό πρόβλημα της διοίκησης της Ίλης. Πήραμε τα σχέδια άμυνας του Στρατηγείου που αφορούσαν την ΙΛΑΝ μας, γιά περίπτωση επίθεσης τόσο από ξηράς όσο και από αέρος. Εντύπωση όμως μου έκανε η διαταγή του να εκπαιδεύσουμε καλά τους άνδρες, επειδή μπορεί κάποια στιγμή αυτοί να στέλνονταν σε μονάδες που θα μάχονταν, για αναπλήρωση απωλειών. Σ’ αυτό δεν εξαιρούνταν ούτε και οι αξιωματικοί της Ίλης.
Πραγματικά το θέμα της εκπαίδευσης των ανδρών έμπαινε σε προτεραιότητα. Όπως προανέφερα πολλοί από τους άνδρες μας είχαν υπηρετήσει στο Ναυτικό και την Αεροπορία. Δεν γνώριζαν τη χρήση του τυφεκίου Μ1 αφού είχαν εκπαιδευτεί στο Enfield! Τίποτε βέβαια για τα πολυβόλα Browning. Άσχετοι τελείως με τους ασυρμάτους GRC και VRC. Πως θα οργανωνόταν η άμυνα;

Υπήρξε διαφωνία μεταξύ των Αξιωματικών. Εγώ υποστήριζα ότι έπρεπε να αρχίσουμε με εκπαίδευση στις επικοινωνίες, αφού ήταν όλοι άσχετοι, ενώ οι υπόλοιποι προέτασσαν την εκπαίδευση στα όπλα. Μειοψήφισα και έτσι αρχίσαμε αμέσως την εκπαίδευση στα όπλα. Λύση-αρμολόγηση τυφεκίου Μ1, πολυβόλων Browning 0,30΄΄ και 0,50΄΄, ρύθμισή τους με τα go no go και fire no fire. Μετά από λίγες ημέρες αρχίσαμε τις βολές σε κοντινό πεδίο βολής στο οποίο μεταβαίναμε πεζή.

Στο μεταξύ αρχίσαμε τη διασπορά των οχημάτων της Ίλης, που κακώς τα είχαμε σε όρχο, άλλα σε στρατηγικά σημεία του στρατοπέδου και άλλα σε σημεία που καλύπτονταν οπτικά. Επίσης δημιουργήσαμε επαφή με την Επιλαρχία, που βρισκόταν όπως ανέφερα στρατοπεδευμένη κοντά στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης, με ένα τζίπ που πηγαινοερχόταν δύο φορές την ημέρα, μεταφέροντας αλληλογραφία αλλά και στρατιώτες που ήθελαν να εξεταστούν για παθήσεις τους στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.
(Συνεχίζεται)

Γ’ μέρος
Οι μέρες περνούσαν, η μεταπολίτευση είχε γίνει, πόλεμος δεν άρχιζε και τα πρώτα συμπτώματα απειθαρχίας άρχισαν να παρουσιάζονται. Κρίσεις εναντίον της μεταπολίτευσης, υποστηρικτές της, πολιτικές συζητήσεις κ.ά. Το πιο σημαντικό όμως θέμα ήταν η ερώτηση από όλους: «Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ; Γιατί μας φέρανε και γιατί μας κρατάνε; Ποιος θα αποζημιώσει την καταστροφή της επιχείρησής μου, της περιουσίας μου; Γιατί δεν μας απολύουν αφού δεν θα πολεμήσουμε;». Ήταν ερωτήματα που δεν μπορούσαν να απαντηθούν με ευκολία. Ήδη πολλοί την κοπανούσαν για κανένα διήμερο και όταν επέστρεφαν κάναμε ότι δεν το είχαμε αντιληφθεί. Προσωπικά, είδα για λίγες ώρες τους δικούς μου στο τέλος του Αυγούστου. Επικοινώνησα μαζί τους τηλεφωνικά οκτώ μέρες μετά την έναρξη της επιστράτευσης για να τους πω ότι είμαι καλά και έμαθα ότι ο πατέρας μου είχε πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αναφέραμε στο Στρατηγείο που καλύπταμε την κατάσταση που επικρατούσε, όπως και στη Μονάδα μας. Μετά από λίγες ημέρες ήρθε το νέο. Θα αναχωρούσαμε για τη Θεσσαλονίκη, όπου θα ενσωματωνόμασταν στην Επιλαρχία. Ήταν τέλος Αυγούστου, ο «Αττίλας 2» είχε πραγματοποιηθεί αλλά πόλεμος δεν έγινε.

Η ΙΛΑΝ για να φτάσει στην περιοχή του αεροδρομίου διέσχισε τις κεντρικές οδούς της Θεσσαλονίκης δηλ. Λαγκαδά, Δωδεκανήσου, Τσιμισκή, Βασ. Όλγας κλπ. συντεταγμένα και άψογα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Οι πιό πολλοί ήταν άνδρες ηλικίας 25 μέχρι 35 χρονών. Εύλογα οι άνδρες μου άρχισαν να διερωτώνται το τι συνέβαινε μ’ αυτούς. «Γιατί δεν είναι επιστρατευμένοι όπως κι εμείς;». «Μήπως δεν πήγαν ποτέ στο στρατό;». «Είναι δυνατόν όλοι να είναι Ι5;». «Μήπως αυτοί έχουν κάποιο μέσον και απαλλάχτηκαν της επιστράτευσης;». «Τελικά εμείς είμαστε τα κορόιδα;» . Άκουγα όλα τα σχόλια που αντάλλασσαν από τον ασύρματο, αφού πλέον είχαν μάθει να τον χειρίζονται και επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσα στη φάλαγγα. Η διέλευση της ΙΛΑΝ μέσα από τη Θεσσαλονίκη με μορφή παρέλασης ενθουσίασε αρκετά τον κόσμο. Την επόμενη μέρα οι τοπικές εφημερίδες «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΒΟΡΡΑΣ» και «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» έγραψαν : «Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΑΠΌ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ!», «ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!». Τόση άγνοια είχαν για την κατάσταση!

Στο αγρόκτημα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου ήταν στρατοπεδευμένη η Επιλαρχία (στα Πράσινα Φανάρια για όσους γνωρίζουν την περιοχή) μας υποδέχτηκαν τυπικά και μάλλον ψυχρά. Μας υπέδειξαν τον τόπο όπου θα κατασκηνώναμε. Δεν υπήρχαν θάλαμοι και όλοι έπρεπε να στεγαστούμε σε σκηνές και σκηνάκια. Αυτό δεν άρεσε σε κανέναν. Στη Νέα Σάντα είχαμε τουλάχιστον θαλάμους και κρεβάτια. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο χώρος κατασκήνωσης ήταν έξω από οποιαδήποτε σκιά, αφού τα σκιερά μέρη είχαν προλάβει να τα καταλάβουν οι άλλες Ίλες της Επιλαρχίας. Μας υπέδειξαν, εμάς τους Αξιωματικούς, να στήσουμε τις σκηνές μας κάτω από το μοναδικό δένδρο. Δεν το αποδεχτήκαμε και κατασκηνώσαμε μαζί με τους άνδρες μας σε ένα χωράφι που μόλις είχε θεριστεί το καλαμπόκι του. Πήραμε δύο σκηνές των 40 λιβρών και μέναμε ανά δύο. Εγώ έμενα με τον μακαρίτη Δικηγόρο, Ανθυπίλαρχο Φώτη Μοσχονά, με τον οποίο είχα πολύ καλή συνεργασία και αλληλοεμπιστευόμασταν.

Τα αίτια της ψυχρότητας στην υποδοχή μας τα μάθαμε γρήγορα. Η Επιλαρχία ήταν απασχολημένη με ανακρίσεις για κλοπή καυσίμων! Ακόμη γίνονταν έρευνες να βρεθούν ανταλλακτικά και μηχανισμοί που αποκολλήθηκαν (εκλάπησαν) από τα γεωργικά μηχανήματα (τρακτέρ, κομπίνες κ.ά.) του αγροκτήματος του Πανεπιστημίου. Η ΕΣΑ επί πλέον ερχόταν για να συλλάβει τον φίλο μου και μετέπειτα κουμπάρο μου Ανθυπίλαρχο Κώστα Στεφανίδη, επειδή στην πόλη της Θεσσαλονίκης ξυλοφόρτωσε έναν Ταγματάρχη, όταν ο τελευταίος του έκανε παρατήρηση για τα κορδόνια των αρβυλών του, που ήταν λυμένα. Μάλιστα ο Ταγματάρχης παρουσιάστηκε στο Διοικητή της Επιλαρχίας μας (Ανχης Λώλης Ευάγγελος) και ζητούσε να μονομαχήσει με τον Κώστα Στεφανίδη, διότι η ντροπή που δέχτηκε δεν ξεπλενόταν με τίποτε άλλο! Ο Στεφανίδης ήταν εξαφανισμένος ενώ ο Ταγματάρχης μάθαμε ότι έλαβε μεγάλη αναρρωτική άδεια λόγω νευρικού κλονισμού!

Η Επιλαρχία είχε πολλές αποστολές αλλά νομίζω ότι δεν τις εκτελούσε όλες αποτελεσματικά. Εκτός από την υπεράσπιση του γειτονικού αεροδρομίου, είχε φρουρές 24ώρου φύλαξης στο Διυλιστήριο ESSO PAPAS και στις γέφυρες της Εθνικής οδού των ποταμών Αξιού και Αλιάκμονα. Οι φρουρές αυτές απείχαν από την έδρα της Επιλαρχίας 20 χλμ. η κοντινότερη και 40 η πιο μακρινή. Που να γίνει έλεγχος και από ποιους.
(Συνεχίζεται)

Δ μέρος
Με την εγκατάστασή μας στο αγρόκτημα προσπαθήσαμε να μάθουμε πως κυλάει η ζωή στη Επιλαρχία πέρα από την αποστολή της. Αυτό έγινε συζητώντας με γνωστούς συναδέλφους αξιωματικούς και παρατηρώντας το κλίμα και γενικά τη ρουτίνα της Μονάδας. Τίποτε δεν υπήρχε στο χώρο που να έδινε την εικόνα στρατοπέδου. Βέβαια υπήρχε κεντρική πύλη αλλά ο χώρος έμπαζε από παντού. Πολλοί επίστρατοι είχαν φέρει τα αυτοκίνητά τους, που τα πάρκαραν ακόμα δίπλα και από το σκηνάκι τους. Μετά την πρωινή αναφορά, όσοι δεν έμπαιναν σε φρουρές, έπαιρναν με το αυτοκίνητό τους άλλους συναδέλφους τους και τραβούσαν για τη Θεσσαλονίκη. Επέστρεφαν αργά το βράδυ ή την άλλη μέρα το πρωί πριν την αναφορά. Την Ίλη μας, επειδή θεώρησαν ότι τόσο καιρό καλοπερνούσαμε στη Νέα Σάντα, την φόρτωσαν αμέσως με Υπηρεσία. Εμένα μαζί με δύο υπαξιωματικούς και δεκατέσσερις οπλίτες μας έστειλαν στο Διυλιστήριο για φύλαξή του. Μείναμε τρεις ημέρες (δύο νύχτες) εκεί και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ποιος ήταν ο λόγος της ύπαρξής μας, αφού είχαμε μόνο μία σκοπιά, αυτή που φύλαγε τους εαυτούς μας. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τις αναθυμιάσεις του Διυλιστηρίου αλλά και από το πολύ λεπτό πριονίδι που αιωρούνταν στον αέρα, προερχόμενο από ένα εργοστάσιο προϊόντων ξύλου που υπήρχε εκεί κοντά.

Άλλη «αποστολές» που μου ανέθεσαν ήταν η περιπολία με ένα ανοιχτό τζιπ στην πόλη της Θεσσαλονίκης για υπηρεσία Στρατιωτικής Αστυνομίας ή Φρουραρχείου. Είχα μαζί μου εκτός από τον οδηγό και ένα υπαξιωματικό και ένα οπλίτη. Εγώ αλλά και ο υπαξιωματικός οπλοφορούσαμε. Η ΕΣΑ τότε είχε διαλυθεί και η παρουσία μας στη πόλη παρατήρησα ότι ενοχλούσε πολλούς πολίτες, που μπορεί είχαν περάσει άσχημα από αυτή τον καιρό της παντοκρατορίας της. Έτσι αποφεύγαμε τα πολυσύχναστα μέρη. Μήπως όμως υπήρχαν και στρατιώτες (με στολή) για να ελέγξουμε την εμφάνιση ή τη συμπεριφορά τους; Άλλη αποστολή μας ήταν η έφοδος στα φυλάκια των ποταμών Αξιού και Αλιάκμονα, που είχαν δημιουργηθεί για αποτροπή υπονόμευσης των γεφυρών τους. Στα φυλάκια αυτά επεδίωκαν να οριστούν Κατερινιώτες οπλίτες, που όντας πλησιέστερα στην πόλη, την κοπανούσαν για να επισκεφτούν τους δικούς τους. Σε πρωινή έφοδο βρήκα μόνον έναν που φύλαγε όχι τη γέφυρα αλλά τον οπλισμό και τα υπάρχοντα των συναδέλφων του. Το βράδυ εύρισκα περισσότερους. Ποτέ όλους. Ένα πρωί κατά την «έφοδό» μου είχα συνάντηση με τον Σωματάρχη του Β΄ ΣΣ Αντιστράτηγο Κόρκα. Παρ’ όλο που προσπάθησα να μπαλώσω τα πράγματα, αυτός κατάλαβε αμέσως το τι συνέβαινε και απευθύνθηκε πολύ νευριασμένα στον Επιτελάρχη που τον συνόδευε. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι του έλεγε αλλά άκουσα και κάποιες λέξεις που δεν γράφονται.

Είχε μπει ο Σεπτέμβριος, όλοι είχαμε αντιληφθεί ότι πόλεμος δεν πρόκειται να γίνει και μαθαίναμε ότι πολλοί επίστρατοι ακόμα και από μονάδες πρώτης γραμμής απολύονταν. Τότε το σλόγκαν «Το ‘πε, ρεεεεεεε!! Το ‘πεεεεε!!!!», που φώναζαν οι επίστρατοι στρατιώτες, είχε επικρατήσει από άκρη σε άκρη του στρατοπέδου. Σήμαινε ότι η τηλεόραση είπε για την έναρξη της απόλυσης των επιστράτων και σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά τους. Το σλόγκαν αυτό ήταν σύνθημα που το φώναζαν όλοι πριν την αναφορά της Επιλαρχίας και όταν το άκουγε ο Διοικητής έβγαζε σπυράκια. Ακόμα και όταν συναντώνταν κάπου δύο επίστρατοι, αντί για χαιρετισμό χρησιμοποιούσαν το «Το ‘πε!». Ήταν ακόμα και ευχή.

Τότε ήλθε η ιδέα σε κάποιους συναδέλφους μου να μου κάνουν μία πλάκα! Πιστεύω ότι συνωμότησαν οι Ανθυπίλαρχοι Φώτης Μοσχονάς, Ηλ. Δεληγιάννης και Θωμάς Παπαδημητρίου που διηύθυνε το Υπασπιστήριο της Επιλαρχίας. Κατασκεύασαν ένα Σήμα που το χαρακτήρισε και ο Διοικητής (εν αγνοία του), με το οποίο διατασσόμουν να αναχωρήσω αμέσως και να παρουσιαστώ σε μια ΕΜΑ στην Ξάνθη όπου Διοικητής της ήταν Ανχης με το επώνυμο Κούκκης. Διεκτραγώδησαν την κατάσταση σ’ αυτή τη Μονάδα από πλευράς αυστηρότητας αυτού του Διοικητή λέγοντάς μου σύσσωμοι : «Τι έχεις να τραβήξεις κακομοίρη μου εκεί που θα πας!». Ώσπου να μου αποκαλύψουν την αλήθεια και να αρχίσουν να με κουρδίζουν, πέρασα αφόρητα δύσκολες ώρες!
Σαν να μη έφταναν όλα αυτά μας ήρθε καπάκι και η αυτοκτονία (;) ενός στρατιώτη. Ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου του ΄74, γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα, μας ξύπνησαν στη σκηνή που κοιμόμασταν και μας είπαν να πάμε αμέσως στο Διοικητήριο. Ο συγκάτοικός μου στη σκηνή Ανθυπίλαρχος Φώτης Μοσχονάς θεώρησε ότι πρόκειται για συναγερμό. Εγώ το είδα διαφορετικά, επειδή δεν ξυπνούσαν τους στρατιώτες και υπήρχε σχετική ησυχία. Στο Διοικητήριο συναντηθήκαμε όλοι οι αξιωματικοί της Μονάδας και πληροφορηθήκαμε ότι πυροβολήθηκε ένας στρατιώτης, μετακομίστηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου και εξέπνευσε! Ο Διοικητής της Επιλαρχίας βογκούσε και καταριόταν το κακό που τον βρήκε! Με τέτοιο συμβάν στη μονάδα του, θα σταματούσε κάθε εξέλιξή του στο στράτευμα! Μάταια ο Υπασπιστής του Ανθυπίλαρχος (τότε) Θωμάς Παπαδημητρίου προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Μας είχαν καλέσει σε συγκέντρωση αξιωματικών αλλά αυτή δεν μπορούσε να γίνει αφού ο Διοικητής ήταν σε κατάσταση νευρικής υπερδιέγερσης. Προσπαθήσαμε να μάθουμε τι έγινε.

Μερικά πράγματα είναι λογικό να μη μπορώ να τα θυμηθώ ακριβώς αλλά θα προσπαθήσω να τα περιγράψω όσο πιο σωστά γίνεται. Το θύμα λεγόταν στο επώνυμο Τζιβένης. ΝΟΜΙΖΩ ότι ήταν κληρωτός, υπαξιωματικός, καταγόταν από χωριό των Τρικάλων ή της Καρδίτσας και ανήκε στην Ίλη Διοικήσεως. Επέστρεψε αργά το βράδυ στην Μονάδα, ύστερα από έξοδο που είχε και συνομίλησε με το σκοπό της Πύλης του στρατοπέδου. Ο σκοπός κατέθεσε ότι τον είδε προβληματισμένο και στεναχωρημένο. Κάποια στιγμή ο σκοπός τον παρακάλεσε να του κρατήσει το όπλο και να μείνει λίγο στη σκοπιά, μέχρι να κάνει την ανάγκη του στο διπλανό χωράφι με τα καλαμπόκια. Στα λίγα λεπτά που διήρκεσε η απουσία του άκουσε ένα υπόκωφο πυροβολισμό και έτρεξε στη σκοπιά όπου είδε τον Τζιβένη πυροβολημένο και πεσμένο στο έδαφος να ψυχομαχά. Ειδοποίησε αμέσως τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Μονάδας για το γεγονός και αυτός έτρεξε αμέσως στην Πύλη. Επιβίβασαν τον εν ζωή ακόμη Τζιβένη σε ένα όχημα και ξεκίνησαν αμέσως για το Νοσοκομείο. Τον συνόδεψε ο Ανθυπίλαρχος (τότε) Φροντιστής Τεθωρακισμένων Ηλίας Δεληγιάννης. Όπως ανέφερα ο άμοιρος άνδρας δεν άντεξε και εξέπνευσε.

Οι ανακρίσεις άρχισαν την άλλη μέρα το πρωί και κράτησαν πολλές ημέρες. Κατέληξαν στο γεγονός ότι ο Τζιβένης αυτοπυροβολήθηκε, ύστερα από κάποια ερωτική απογοήτευση που είχε. Τραγική φιγούρα υπήρξε ο πατέρας του, ο οποίος τριγύριζε για πολλές ημέρες τη Μονάδα μας, ρωτώντας και ψάχνοντας να βρει την αλήθεια, αφού δεν πίστευε ότι ο γιός του αυτοκτόνησε. Θεωρούσε ότι του «έφαγαν» το γιό κάποιοι για εκδίκηση, επειδή τους είχε κάνει κάτι στο παρελθόν.

Ε μέρος
Στα μέσα Σεπτεμβρίου ήρθε η Διαταγή να επιστρέψει η Επιλαρχία με όλη τη δύναμή της στο στρατόπεδό της, στη Νεοκαισάρεια Κατερίνης.
Η Διαταγή για της επιστροφή της Επιλαρχίας στη βάση της δεν καθόριζε το πότε θα γινόταν. Οι ετοιμασίες για την επάνοδο και γενικά το συμμάζεμα άρχισε σιγά σιγά. Στο διάστημα αυτό, για να υπάρχει κάποια απασχόληση, η Διοίκηση αποφάσισε τη δραστηριοποίηση σε πεδίο βολής με βολές φορητών όπλων. Ήταν ένα πεδίο βολής κοντά στη Θέρμη. Δίπλα από το πεδίο βολής ήταν ένα σχετικά βαθύ ξερό ρέμα. Σ’ αυτό το ρέμα δοκίμασαν όσοι ήθελαν να πραγματοποιήσουν βολές με Bazooka. Έριξα κι εγώ για πρώτη φορά. Πλησίασα αρκετά το στόχο, που ήταν στα 120 μέτρα. Νομίζω ότι αν ο στόχος ήταν άρμα και όχι ένα πλαίσιο με λευκό πανί διαστάσεων 2Χ2 μ. θα το είχα πετύχει κάπου στο σκάφος.

Η επιστροφή της Επιλαρχίας πραγματοποιήθηκε στο τέλος Σεπτεμβρίου. Υπήρξε πάλι ένα αλαλούμ, αφού αυτοί που είχαν τα αυτοκίνητά τους στο Πανεπιστημιακό αγρόκτημα δεν την ακολούθησαν αλλά γύρισαν μ’ αυτά στο στρατόπεδο! Πήραν μάλιστα μαζί τους και συναδέλφους! Έτσι η Επιλαρχία γύρισε πίσω με τα οχήματά της και τους οδηγούς των χωρίς σχεδόν άλλο προσωπικό!

Με την επανεγκατάσταση της Επιλαρχίας στο αρχικό στρατόπεδό της, έγιναν και μετακινήσεις μόνιμων αξιωματικών. Κάποιοι έφυγαν και κάποιοι νέοι ήρθαν. Στους τελευταίους περιλαμβανόταν και ο Ίλαρχος (τότε) Χαραλάμπους Κωνσταντίνος και ο Υπίλαρχος (τότε) Αρχιμανδρίτης Νικόλαος (Τεχν. Υπασπιστής) με το μπαρούτι των μαχών στην Κύπρο νωπό επάνω τους.

Ο Χαραλάμπους ήταν βλοσυρός, λιγομίλητος και καχύποπτος με όλους. Καταλάβαινες ότι είχε πολεμήσει και είχαν δεί πολλά τα μάτια του! Στις λιγοστές διηγήσεις που έκανε σε άλλους μόνιμους αξιωματικούς (τους εφέδρους και τους επίστρατους τους απέφευγε) ύστερα από πιέσεις τους, τον άκουσα να διηγείται για τις συνθήκες των μαχών στην Κύπρο. Οι σφαίρες των πολυβόλων του «Αττίλα» σφύριζαν δίπλα του, τα βλήματα των τουρκικών Μ47 έσκαγαν πολύ κοντά στο Μ113 που επέβαινε διοικώντας τους Ουλαμούς του και τίποτε δεν τον πετύχαινε. Αυτό το Μ113 ήταν ΤΟΜΠ που κατέλαβαν οι Ελληνοκύπριοι από τους Τούρκους. Οι συνάδελφοί του, που τον άκουγαν, του έλεγαν ότι είχε Άγιο και αυτός απαντούσε ότι αυτό οφειλόταν ότι οι Τούρκοι ήταν πολύ ατζαμήδες στα όπλα τους! Το νησί δεν το κατέβαλε η ισχύς πυρός των Τούρκων αλλά ο μεγάλος αριθμός τους, που έφτανε τους 40.000 άνδρες!
Κάποια στιγμή της μάχης, διηγήθηκε, ένα άρμα του Μ47 (επίσης καταληφθέν τουρκικό) τον ειδοποίησε με τον ασύρματο ότι το γάντι αμιάντου που φορούσε ο γεμιστής του πιάστηκε στο πηγαίο κατά την οπισθοδρόμηση του πυροβόλου στην προηγούμενη βολή, με αποτέλεσμα όταν δοκίμασε να βάλει νέο βλήμα, το χοντρό γάντι δεν επέτρεπε στο κλείστρο να κλείσει, έτσι το πυροβόλο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Ο μόνος τρόπος να ξαναλειτουργήσει το πυροβόλο ήταν να γίνει τεχνητή οπισθοδρόμηση, δηλαδή το πυροβόλο έπρεπε να ακουμπήσει σ’ ένα σταθερό σημείο και να κινηθεί μηχανικά προς τα πίσω, όπως την κίνηση που κάνει όταν εκτελείται βολή. Δέντρα στην περιοχή δεν υπήρχαν για να γίνει η οπισθοδρόμηση και έτσι ο Χαραλάμπους αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το Μ-113 που επέβαινε ως σταθερό σημείο. Τα τουρκικά Μ-47 καταδίωξαν το Μ-47, όμως συνάντησαν ένα ρέμα που ανέκοψε την ταχύτητα της πορείας τους, δίνοντας χρόνο στο Ελληνοκυπριακό Μ-47 να ακουμπήσει το πυροβόλο του στο Μ-113 του Ιλάρχου και να πραγματοποιήσει την τεχνητή οπισθοδρόμηση, ώστε το πυροβόλο να λειτουργεί και πάλι κανονικά. Έτσι το άρμα συνέχισε τη μάχη!

Τα περισσότερα άρματα της Εθνοφρουράς, έλεγε, είχαν προλάβει να ρίξουν όλο το βασικό φόρτο των βλημάτων τους και σε μερικά το πλήρωμά τους τα εγκατέλειψε, λόγω αδυναμίας ανεφοδιασμού τους σε πυρομαχικά!

Μία μελανή σελίδα στις μάχες των τεθωρακισμένων στην Κύπρο, μας διηγήθηκε ότι, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ένας Υπίλαρχος στη θέση αρχηγού πληρώματος άρματος, προσπάθησε να προστατευθεί από τα εχθρικά πυρά, όταν ήταν όρθιος στον πύργο. Είχε κρεμάσει στο στήθος και στην πλάτη του σιδερένιες πλάκες πάχους ενός εκατοστού! Ο στρατιωτικός αυτός, για λόγους που τους αντιλαμβάνεστε όλοι, αργότερα απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του αλλά δεν αποστρατεύτηκε. Το όνομά του δυστυχώς δεν το θυμάμαι. Διαφορετικά θα το μνημόνευα οπωσδήποτε. Πάντως άκουσα ότι έφτασε στο βαθμό του Αντιστρατήγου.

ΣΤ’ μέρος
Η επιστροφή της Επιλαρχίας στο στρατόπεδό της είχε δώσει σε όλους τους επίστρατους ελπίδες ότι όπου να ΄ναι η ημέρα της επιστροφής στα σπίτια τους ήταν κοντά. Πάρα πολλές προκεχωρημένες μονάδες είχαν απολύσει τους δικούς τους επίστρατους. Πολλοί απ’ αυτούς, που κατάγονταν από χωριά της Ελασσόνας και πηγαίνοντας προς αυτά, περνούσαν από τη Νεοκαισάρεια (ήταν στο δρόμο τους) και σταματούσαν στο στρατόπεδο της Β΄ΕΑΝ για να συναντήσουν πατριώτες τους, για τους οποίους γνώριζαν ότι είναι επιστρατευμένοι εκεί. Το σλόγκαν «Το ΄πε!» είχε ξεφτίσει πλέον και ένα καινούριο υιοθετήθηκε γρήγορα : «Ακόμα;;;;;;».

Η ανησυχία των επιστράτων για την απόλυσή τους είχε μετατραπεί σε αγανάκτηση και σε λίγο σε εξαγρίωση. Τα κρούσματα απειθαρχίας ήταν καθημερινά, το αντιλαμβάνεται ο καθένας, δεν χρειάζεται να τα περιγράψω. Θα αναφερθώ μόνο σε ένα, που είναι και πολύ σημαντικό!

Το πρωί της 17ηςΟκτωβρίου 1974, μία μέρα μετά τον εορτασμό για την επέτειο απελευθέρωσης της Κατερίνης από τον τουρκικό ζυγό, όλοι οι επίστρατοι πήραν το πρωινό τους στο ΤΟΛ του εστιατορίου της μονάδας και ακολούθως αρνήθηκαν να βγούν έξω και να παρουσιαστούν στην Αναφορά της Επιλαρχίας! Στην Αναφορά παρουσιάστηκαν μόνο οι κληρωτοί στρατιώτες. Στο σοβαρό αυτό θέμα ο Διοικητής άρχισε να ουρλιάζει: «Στάση! Στάση!». Κάλεσε συγκέντρωση αξιωματικών, ενημερώθηκε για την κατάσταση και αποφάσισε να γνωρίσει το γεγονός τηλεφωνικά στο Στρατηγείο Β΄ ΣΣ στη Βέροια, όπου είχε επιστρέψει πλέον. Ο Υπασπιστής του, Ανθυπίλαρχος (τότε) Θωμάς Παπαδημητρίου, τον συμβούλεψε να μην το κάνει, πριν διαπιστωθούν σαφώς οι προθέσεις των αρνητών επιστράτων.

Εγώ προσωπικά είχα έλθει σε επαφή μαζί τους, πριν τη συγκέντρωση αξιωματικών και αυτό που συναπεκόμισα ήταν η απαίτησή τους : «Υποσχεθείτε ότι θα απολυθούμε αύριο και ερχόμαστε στην Αναφορά!». Οι επίστρατοι ήταν πολλοί, 180 άνδρες. Συγνώμη που παρέλειψα να το αναφέρω στην αρχή. Δεν μπορούσα λοιπόν να διακρίνω αν υπήρχαν υποκινητές ή η πράξη τους ήταν πηγαία και καθολική αντίδραση. Το ανέφερα στο Διοικητή και προς έκπληξή μου πήρα την απάντηση : «Εσύ φταίς! Τους ξεσήκωσες! Καλά μου μετέφεραν ότι είσαι φανταροπατέρας! Μόλις λήξει το θέμα θα δεις τι θα πάθεις!» Θεώρησα, όπως και όλοι οι άλλοι συνάδελφοι αξιωματικοί μόνιμοι και επιστρατευμένοι, ότι ήταν λόγια βρασμού ψυχής. Δεν μπορώ να πω όμως ότι δεν με έβαλαν σε σκέψεις.

Ο Διοικητής δεν άκουσε τη συμβουλή του Υπασπιστή του και τηλεφώνησε στο Στρατηγείο για το γεγονός. Του απάντησαν ότι θα ενεργήσουν καταλλήλως, όχι όμως πως. Με τους συναδέλφους μου επίστρατους Ανθυπιλάρχους Μοσχονά και Βαρσαμόπουλο, που ήταν Δικηγόροι, επισκεφθήκαμε το ΤΟΛ των αρνητών επιστράτων. Εκεί οι δύο Δικηγόροι, προσπάθησαν με επιχειρήματα και υπαινιγμούς (όχι απειλές) για Στρατοδικείο, να τους μεταπείσουν, αλλά όλοι ήταν ανένδοτοι! Δεν πέρασε μία ώρα από την επίσκεψή μας στο ΤΟΛ και ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στο στρατόπεδο! Από αυτό αποβιβάστηκαν τρεις αξιωματικοί του Δικαστικού, με διακριτικό τη Ζυγαριά στους γιακάδες τους. Κατευθύνθηκαν γοργά στο Διοικητήριο. Έγινε μία μίνι συγκέντρωση αξιωματικών και σε λίγο εστάλη μήνυμα στο ΤΟΛ ότι αν οι επίστρατοι δεν παρουσιαστούν αμέσως και χωρίς όρους στην Αναφορά της Επιλαρχίας, η οποία δεν είχε πραγματοποιηθεί, θα άρχιζαν τις ανακρίσεις και τις συλλήψεις. Ήδη ένα κλιμάκιο της Στρατιωτικής Αστυνομίας ήταν καθ’ οδόν από τη Βέροια για την Κατερίνη.

Το μήνυμα αυτό θορύβησε τους επίστρατους και κάποιες φωνές για αλλαγή της στάσης τους άρχισαν να ακούγονται από μερικούς. Κάποιοι ζήτησαν να απομακρυνθούν για λίγο οι αξιωματικοί από το ΤΟΛ και φυσικά δεν το δεχτήκαμε. Επικράτησε μία αμηχανία και ακολούθως μερικοί επίστρατοι άρχισαν να βγαίνουν από το ΤΟΛ και να πηγαίνουν στο χώρο της αναφοράς Επιλαρχίας. Τελικά τους ακολούθησαν όλοι.

Για την ιστορία η απόλυση των επιστράτων της Β΄ ΕΑΝ έγινε πραγματικότητα πέντε μέρες αργότερα, στις 22 Οκτωβρίου 1974. Τρεις μήνες ταλαιπωρίας που τελικά δεν μάθαμε αν την αξίζαμε!

ΤΕΛΟΣ

~~~~

Η τουρκική εισβολή πραγματοποιήθηκε τελικά στις 20 Ιουλίου με αφορμή το πραξικόπημα εις βάρος του Μακαρίου. Μία δεύτερη εισβολή πραγματοποιήθηκε στις 14 Αυγούστου, που οδήγησε και στην κατοχή του 40% του νησιού κι έπειτα και την εγκαθίδρυση ενός ψευδοκράτους.

Σήμερα, 45 χρόνια μετά η Τουρκία έχει καταδικαστεί άπειρες φορές από τον ΟΗΕ και την διεθνή κοινότητα για τις ενέργειές της αυτές. Εν τω μεταξύ η Κύπρος έχει γίνει δεκτή ως ισότιμος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που όμως ανέχεται το έδαφος ένος κράτους μέλους της να είναι κατεχόμενο.

Η Τουρκία σε καμία περίπτωση δεν έχει μετανιώσει ούτε φυσικά δείχνει την παραμικρή πρόθεση να επανορθώσει για τις πράξεις της αυτές αλλά απεναντίας όπως αφήνει να διαρρεύσει σε πολλαπλά επίπεδα, η προσφυγή στα όπλα και πολεμικές επιχειρήσεις θα είναι ξανά η πρώτη της επιλογή αν το κρίνει η ίδια απαραίτητο.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.