Λίγοι πολιτικοί ανέβηκαν στην εξουσία στην Ελλάδα με το πολιτικό κεφάλαιο που είχε ο Αλέξης Τσίπρας τον Ιανουάριο του 2015. Δεν έχει σημασία ότι το ποσοστό που πήρε ήταν σαφώς μικρότερο από αυτό που είχαν πετύχει άλλα κόμματα στο παρελθόν. Για την εποχή των μνημονίων και της πλήρους ρευστοποίησης των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης, το εκλογικό του ποσοστό ήταν ένας εντυπωσιακός θρίαμβος.

Από: in.gr

Όμως, το βασικό δεν ήταν το ποσοστό που είχε κερδίσει. Αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν ότι ανέβαινε στην εξουσία εκπροσωπώντας ένα αίτημα αλλαγής και μία ελπίδα που υπερέβαινε κατά πολύ την εκλογική επιρροή. Για πρώτη φορά ανέβαινε στην εξουσία μια κυβέρνηση που απολάμβανε ένα είδος θετικής συναίνεσης, την ώρα που η αντιπολίτευση θα πλήρωνε για καιρό το κόστος της εφαρμογής των προηγούμενων μνημονίων.

Δεν είναι τυχαίο που ακόμη και όταν η κυβέρνηση έκανε τους πρώτους οδυνηρούς συμβιβασμούς στις 20 Φεβρουαρίου 2015, η λαϊκή υποστήριξη διατηρήθηκε, παρά τις πρώτες φωνές διαμαρτυρίας στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. 

Αποκορύφωμα της υποστήριξης που είχε ο Αλέξης Τσίπρας ήταν το καλοκαίρι του 2015. Η νίκη στο δημοψήφισμα, που δεν ήταν καθόλου προδιαγεγραμμένη, ήταν ένας πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης που της έδινε μια χωρίς προηγούμενο νομιμοποίηση ακόμη και να προχωρήσει σε μια ρήξη με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Μάλιστα, το βάθος αυτής της υποστήριξης αποτυπώθηκε και στο πώς παρά τη συνθηκολόγηση και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μία από τις μεγαλύτερες αποχωρήσεις στελεχών που έχει υποστεί κυβερνητικό κόμμα (πάνω από 30 βουλευτές, πολλοί υπουργοί, η Πρόεδρος της Βουλής), τελικά κατάφερε να κερδίσει καθαρά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.
Προφανώς και τώρα δεν υπήρχε ο ίδιος ενθουσιασμός που υπήρχε έξι μήνες πριν, όμως είχε κερδίσει το στοίχημα ότι θεωρήθηκε προτιμότερη επιλογή για την εφαρμογή του μνημονίου από τα κόμματα που είχαν κυριαρχήσει τα προηγούμενα χρόνια.
Και τότε ήταν που άρχισαν τα δύσκολα

Η δύσκολη αναμέτρηση με την εφαρμογή του μνημονίου

Ο Αλέξης Τσίπρας κατά βάση υποσχέθηκε ότι θα εφάρμοζε το μνημόνιο αλλά με τέτοιο τρόπο που θα μείωνε το κόστος για την κοινωνία και ταυτόχρονα θα εφάρμοζε και ένα είδος «παράλληλου προγράμματος» κοινωνικών μέτρων.
Ωστόσο, η πραγματική άσκηση πολιτικής ήταν αρκετά διαφορετική. Καταρχάς τα ίδια τα μέτρα που θέσπισε ήταν ιδιαίτερα επιθετικά. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο νομοσχέδιο Κατρούγκαλου δηλαδή μια από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις που έγιναν στο ασφαλιστικό σύστημα. Η μεταρρύθμιση αυτή βιώθηκε ως επιθετική ενέργεια σε ένα ευρύτερο φάσμα κοινωνικών στρωμάτων, καθώς και οι μισθωτοί είδαν την αναπλήρωσή τους να επιδεινώνεται, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες  είδαν υψηλές εισφορές να προστίθενται στην αυξημένη φορολογία.
Το νομοσχέδιο αυτό ήταν ένα πρώτο κρίσιμο ρήγμα με σημαντικό μέρος της εκλογικής βάσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε ήταν που είδαμε και για πρώτη φορά μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια σε μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι ανέβηκε στην εξουσία ως εκπρόσωπος των κινημάτων. Εδώ συναντάμε και την πρώτη ρήξη με αυτό που συνηθίσαμε να παρουσιάζουμε ως «μεσαία τάξη».

Η επίθεση της λιτότητας

Η κυβέρνηση Τσίπρα επέμεινε σε μια πολιτική λιτότητας. Αυτή εκφράστηκε και με τη συνεχή προσπάθεια να περικόπτονται δημόσιες δαπάνες αλλά και με μια εντυπωσιακή αύξηση της φορολογίας, που συνέχισε πάνω στο μοτίβο των προηγούμενων κυβερνήσεων. Οι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους, η αύξηση και των άμεσων φόρων με τις αναπροσαρμογές στο αφορολόγητο και τους συντελεστές, η επιμονή σε φόρους όπως ο ΕΝΦΙΑ, όλα αυτά σήμαιναν για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας μια διαρκή συνθήκη επιδείνωσης.
Όμως, δεν ήταν μόνο τα συγκεκριμένα μέτρα. Ήταν και μια συνολική αίσθηση οικονομικής πίεσης όπου ακόμη και εάν δεν επιδεινώνεται η κατάσταση, δεν γίνεται και καλύτερη. Αυτό διαμόρφωνε ένα συσσωρευμένο αίσθημα δυσαρέσκεια γιατί δεν φαινόταν μια διέξοδος.
Μπορεί να δημιουργούνταν θέσεις εργασίας αλλά αυτές ήταν ελαστικές και συνήθως κακοπληρωμένες. Οι αποδοχές παρέμειναν στάσιμες και αυτό σήμαινε ότι τα νοικοκυριά τα έφερναν βόλτα δύσκολα. Οι νέοι συνέχισαν να μεταναστεύουν. Την ίδια ώρα η υπόθεση με τους πλειστηριασμούς διαμόρφωνε μια ανησυχία σε πολλά νοικοκυριά.
Με όλους αυτούς τους τρόπους η πραγματική κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ συρρικνωνόταν και δεσμοί με κρίσιμα στρώματα διαρρηγνύονταν.

Τα όρια των επιδομάτων

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι μπορεί να έπληξε τμήματα της μεσαίας τάξης, όμως πήρε μέτρα υπέρ των φτωχών στρωμάτων, κυρίως μέσα από την ενίσχυση των επιδομάτων αλλά και μέσα από τα διάφορα «κοινωνικά μερίσματα».
Όμως, παρότι τέτοια στρώματα όντως φάνηκε να στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια στιγμή ούτε αυτά είχαν μια «θετική συναίνεση». Αυτή απαιτεί μέτρα που να δίνουν προοπτική, όπως είναι τα μέτρα και οι πολιτικές που δημιουργούν νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε μέτρα που απλώς διευκολύνουν την επιβίωση και αποτρέπουν τον πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό.

Η υποτίμηση των επιπτώσεων της Συμφωνίας των Πρεσπών

Καθεαυτό το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να πάρει ο κόστος μιας αντιδημοφιλούς αλλά ώριμης επίλυσης ενός θέματος που χρόνιζε, θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να αποτελέσει ακόμη και στοιχείο ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ, μια που η ιστορία έχει δείξει στο τέλος το εκλογικό σώμα εκτιμά αυτό που προσλαμβάνει ως «υπεύθυνη στάση».
Μόνο που στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η συγκεκριμένη λύση που προκρίθηκε αλλά και η μεθόδευση. Η διαπραγμάτευση κατά βάση με όρους «μυστικής διπλωματίας», η απροθυμία να ανοίξει έγκαιρα το θέμα στην κοινωνία, η μεθόδευση με την «ιδιοτέλεια» της διάσπασης της κεντροδεξιάς, όλα αυτά διαμόρφωσαν ένα αρνητικό κλίμα.
Ως αποτέλεσμα, η Συμφωνία των Πρεσπών, παρότι δεν ήταν από τους καθοριστικούς παράγοντες στο εκλογικό αποτέλεσμα, σίγουρα ήρθε να επιτείνει και να βαθύνει στοιχεία δυσαρέσκειας που είχαν προηγηθεί.

Το τέλος του «ηθικού πλεονεκτήματος»

Την ώρα που μέσα στην κοινωνία η ίδια η πραγματικότητα ευρύτερων στρωμάτων συγκρουόταν με τις όποιες διακηρύξεις της κυβέρνησης, η κυβέρνηση έχανε και μια άλλη κρίσιμη μάχη: αυτή του να πείσει ότι εκπροσωπεί ένα άλλο ήθος και ύφος διακυβέρνησης.
Το σημείο αυτό υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό στην απεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ προς το εκλογικό σώμα, τόσο πριν το 2015 όσο και ειδικά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι μπορεί να ψήφισε το μνημόνιο όμως θα το εφάρμοζε με άλλο τρόπο ακριβώς επειδή ήταν ένα κόμμα διαφορετικό από τα διεφθαρμένα και διαπλεκόμενα συστημικά κόμματα.
Όμως, οι διακηρύξεις αυτές γρήγορα άρχισαν να ξεθωριάζουν. Η όλη υπόθεση με το διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες έδειξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητούσε φιλικούς ολιγάρχες και δεν επεδίωκε πραγματικά να βάλει σε τάξη το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Χρ. Καλογρίτσα και τους περίφημους βοσκοτόπους του;
Το ίδιο έγινε όταν φάνηκε ότι η κυβέρνηση μπορεί να στοχοποιούσε συγκεκριμένους επιχειρηματίες, όμως την ίδια ώρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να συνεργάζεται με άλλους. Αποκορύφωμα όλων αυτών τα όσα έγιναν γνωστά για τις διαδρομές του κ. Πετσίτη, που για ένα διάστημα τουλάχιστον υπήρξε συνεργάτης του κ. Παππά.
Σε όλα αυτά προστέθηκαν τις τελευταίες μέρες και η απόπειρα μαζικών μετατάξεων συγγενών και ημετέρων που απλώς έδωσαν τη χαριστική βουλή στο αφήγημα περί του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Η δύσκολη αναζήτηση αφηγήματος

Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την περίοδο που προηγήθηκε δοκίμασε διάφορα «αφηγήματα», τώρα έχει μια πραγματική δυσκολία. Γιατί πλέον ένα χρόνο μετά το τυπικό τέλος των μνημονίων η κοινωνία δεν περιμένει γενικόλογες περιγραφές, αλλά συγκεκριμένες προτάσεις και σχέδια όπως και πραγματικό απολογισμό και αυτοκριτική που να εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθούν οι ίδιες προβληματικές καταστάσεις. Μόνο που αυτά αποδεικνύονται όλο και πιο δύσκολα για τον ΣΥΡΙΖΑ.