Τα 4,5 χρόνια που διέλυσαν τον ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τελειώσει πολύ πριν ξεκινήσει η προεκλογική περίοδος. Τα λάθη που πλήρωσε,το «κόμμα-μπούνκερ». Η πολιτική σχιζοφρένεια: και «μνημονιακός» και «αντιμνημονιακός»,και «νέο ΠΑΣΟΚ» και «βρίζοντας το ΠΑΣΟΚ».Η υποκουλτούρα τύπου Πολάκη και οι «γέφυρες της συμφοράς» με την κεντροαριστερά.Ο πόλεμος με τη μεσαία τάξη.Το εκλογικό αποτέλεσμα της 26ης Μαΐου: ένα κόμμα πολιτικά και κοινωνικά «πτωχευμένο»

Από: protothema.gr - Θανάσης Τσεκούρας

Πώς μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί μια νέα εκλογική αναμέτρηση μόλις 40 μέρες μετά την καθολική ήττα σε όλες τις κάλπες την προηγούμενη Κυριακή; Είναι βέβαιο ότι ουδείς πολιτικός αρχηγός και κανένα κόμμα δεν θα ήθελε να βρεθεί μπροστά σε αυτό το ερώτημα. Για πολλούς λόγους. Αλλά κυρίως για τον εξής: η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε μπροστά σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα που δεν το περίμενε ακόμη και στους χειρότερους εφιάλτες της.

Δεν είχαν άραγε ακούσει καθόλου την υπόκωφη βοή της αποδοκιμασίας; Τέτοια πολιτική βαρηκοΐα; Τους έκλεισε τα μάτια και τα αυτιά ο ναρκισσισμός της Αριστεράς, που παντού και πάντα νομίζει ότι είναι ο μόνιμος συνομιλητής με την Ιστορία; Πάντως ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι στο επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονταν πεισμένοι για το σενάριο της μικρής και «διαχειρίσιμης» ήττας. Μέχρι και την Κυριακή, λίγες ώρες πριν από τα exit polls, οι περισσότεροι εξέφραζαν τη βεβαιότητα της ελεγχόμενης ήττας - «Μη βιάζεστε,η διαφορά θα πέσει κάτω από τις 5 μονάδες». Αρνηση της πραγματικότητας, αλαζονεία και έπαρση, ιδρυματισμός, εγκλωβισμός σε μια κατασκευασμένη και εικονική κατάσταση; Ολες οι ερμηνείες δεκτές.

Αργά το βράδυ, όταν η «μικρή ήττα» είχε γίνει εκλογική συντριβή χωρίς περιθώρια εξωραϊσμού η απόφαση για τον πρωθυπουργό ήταν μονόδρομος: εκλογές. Για έναν απλούστατο λόγο. Η κυβέρνηση βγήκε τόσο στραπατσαρισμένη από τις κάλπες που δεν μπορούσε πλέον να κυβερνήσει.

Αν έχει κάποια αξία τώρα, να προσθέσουμε μια λεπτομέρεια: μπορεί το μέγεθος της ήττας να προκάλεσε τον απόλυτο αιφνιδιασμό, αλλά η σκέψη για άμεσες εκλογές είχε ωριμάσει στο μυαλό αρκετών κυβερνητικών στελεχών. Κορυφαίος υπουργός έλεγε σε συνομιλητή του νωρίς το πρωί την Κυριακή ότι «αν η διαφορά είναι μεγαλύτερη από 6 μονάδες, θα εισηγηθώ στον Αλέξη την προκήρυξη εκλογών». Πολύ περισσότερο όταν η διαφορά άγγιξε τις 10 μονάδες.

Ο πρωθυπουργός, προτού μεταβεί το βράδυ στην Κουμουνδούρου, φέρεται να είχε συνομιλήσει με στενούς συνεργάτες του για τη λύση της άμεσης προσφυγής στις κάλπες. Μετά από μια σύσκεψη λυγμών και αναστεναγμών στην Κουμουνδούρου ο κύβος ερρίφθη: εκλογές το συντομότερο δυνατόν. Οσοι δεν μετέχουν του δράματος, με την άνεση της απόστασης, έχουν το δικαίωμα να εξάγουν ένα πρώτο συμπέρασμα, το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι συνειδητοποιούν και οι πρωταγωνιστές, δηλαδή οι κορυφαίοι του ΣΥΡΙΖΑ.

Το βράδυ της 26ης Μαΐου δεν καταγράφηκε απλώς μια εκλογική ήττα - έστω μεγάλη. Εκλεισε ένας κύκλος, ο κύκλος που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ από τις παρυφές της πολιτικής ζωής στην κυριαρχία και την ηγεμονία. Μικρές διευθετήσεις που δεν μπορούν να αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα διακυβεύονται στο διάστημα έως τις 7 Ιουλίου. Με αυτή την έννοια πηγαίνουμε στις πιο προεξοφλημένες και προδιαγεγραμμένες εκλογές της Μεταπολίτευσης.
Ο πολιτικός κύκλος που άνοιξε το 2012 χάρισε στον ΣΥΡΙΖΑ έξι νικηφόρες εκλογικές αναμετρήσεις. Από τις διπλές εκλογές του 2012 (Μάιος και Ιούνιος), που τον εκτίναξαν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στις ευρωεκλογές του 2014 και το τριπλό «τζακ ποτ» του 2015 (Ιανουάριος, Σεπτέμβριος και δημοψήφισμα).

Σε αυτόν τον κύκλο πρόλαβαν και διαμορφώθηκαν δύο εκδοχές του ΣΥΡΙΖΑ. Η πρώτη ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ της οργής και της ανατροπής που κράτησε έως και το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησης, το εξάμηνο της αυταπάτης, όπως το έχει χαρακτηρίσει με κάποια δόση αυτογνωσίας ο ίδιος ο Τσίπρας. Ο δεύτερος ΣΥΡΙΖΑ, αυτός της αναγκαστικής και απρόθυμης προσαρμογής, χρειάζεται μεγάλη κουβέντα. Κυρίως για τις αντιφάσεις του. Δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση όλη αυτή η περίοδος να χαρακτηριστεί ως τα 4,5 χρόνια που διέλυσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Προσοχή. Η διαπίστωση δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει με πολιτική εξαέρωση. Κάθε άλλο. Με εκλογική δύναμη της τάξης του 24%, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ο ένας από τους δύο πόλους του νέου δικομματισμού. Ομως αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ του κύκλου που έκλεισε, αν δεν καταφέρει να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο και διαφορετικό, είναι απίθανο να ξανακυβερνήσει.

Πριν από 19 χρόνια, όταν στη Χαριλάου Τρικούπη το ΠΑΣΟΚ γιόρταζε τη δύσκολη νίκη στις εκλογές του 2000 ο Κώστας Σκανδαλίδης είχε τολμήσει μια αιχμηρή πρόβλεψη στον Κώστα Σημίτη: «Πρόεδρε, με αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν ξανακερδίζουμε εκλογές». Μάλλον κανένας συνεργάτης του Αλ. Τσίπρα δεν τόλμησε κάτι ανάλογο στις πρώτες ζαλισμένες συσκέψεις του ΣΥΡΙΖΑ. Ισως να το κάνει μετά τις βουλευτικές εκλογές. Πάντως η διαπίστωση παραμένει αξιόπιστη: αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον απίθανο να ξανακερδίσει εκλογές. Ενας άλλος ΣΥΡΙΖΑ μπορεί…

Πού χάθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια της διακυβέρνησης τραυματίστηκε από μια κρίση υπαρξιακή, μια κρίση ταυτότητας. Εχασε την αρχική, την «ιδρυτική» φυσιογνωμία του και ποτέ δεν κατάφερε να αποκρυσταλλώσει μια νέα φυσιογνωμία.

Η αρχική φυσιογνωμία χάθηκε όταν εκτροχιάστηκε ο πρώτος ΣΥΡΙΖΑ της αυταπάτης, λίγο πριν η χώρα πέσει στον γκρεμό, το καλοκαίρι του 2015.Ο ιδρυτικός μύθος, ο ΣΥΡΙΖΑ που θα άλλαζε την Ελλάδα και την Ευρώπη, κατέρρευσε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως τα προηγούμενα «συστημικά» κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., έμπαινε στον χορό των μνημονίων. Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός και τα στελέχη του ανακάλυπταν τις αρετές του κυβερνητισμού.
Στέρευαν δηλαδή παράλληλα και οι δύο δεξαμενές που τροφοδότησαν την εκτόξευσή του στην εξουσία. Τόσο η αντιμνημονιακή, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ αναλάμβανε τη διαχείριση του «δικού του» τρίτου μνημονίου, όσο και η αντισυστημική δεξαμενή, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά και με ιδιομορφίες βίωνε τη μεταμόρφωση σε νέο «σύστημα εξουσίας».

Ο πρώτος ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωσε λοιπόν τον βίο του ως το καλοκαίρι του 2015 και την αναγκαστική προσαρμογή στα μνημόνια. Εμενε μια σημαντική εκκρεμότητα, η «διαδοχή» του από κάτι άλλο, συγκροτημένο και διαφορετικό. Ο μετασχηματισμός του, η επανατοποθέτησή του ως κυβερνητικής δύναμης με συνεκτικά χαρακτηριστικά.

Αυτή η επανατοποθέτηση δεν αποτελεί καμιά παγκόσμια μοναδικότητα. Πολλά κόμματα κατάφεραν να αλλάξουν κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας τους. Το έκανε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όταν επέστρεψε στην κυβέρνηση το 1993 -και με μεγαλύτερη σαφήνεια στην οκταετία Σημίτη- δεν είχε μεγάλη σχέση με το ΠΑΣΟΚ του 1981. Δείχνουν να το καταφέρνουν αυτή την περίοδο οι σοσιαλιστές του Αντόνιο Κόστα στην Πορτογαλία και οι Ισπανοί σοσιαλιστές του Πέδρο Σάντσεθ. Γιατί δεν το κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ;

Ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ τέλειωσε, ο νέος;

Το τέλος της μεγάλης χίμαιρας επέβαλλε στον ΣΥΡΙΖΑ μια στρατηγική στροφή: από τις ιδεοληψίες στην τροχιά της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς. Το σκέφτηκαν, το επιχείρησαν, κυρίως ο ίδιος ο Τσίπρας, το φλέρταραν, αλλά τελικά ποτέ δεν το ολοκλήρωσαν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βυθιζόταν σε έναν διαρκή μετεωρισμό ανάμεσα στο παλιό και στο νέο πρόσωπο που του επέβαλλε η ευρωπαϊκή προσαρμογή. Το παιχνίδι «ο Αρης Βελουχιώτης στο Eurogroup» συνιστά μια πολιτική σχιζοφρένεια. Ενας υπουργός που υπογράφει ιδιωτικοποιήσεις και «κλαίει», επίσης, αποτελεί σχιζοφρένεια. Ενας πρωθυπουργός που γοητεύεται από τα θετικά σχόλια των Ευρωπαίων ηγετών, που επενδύει στη στρατηγική σχέση με την Αμερική του Τραμπ και το Ισραήλ του Νετανιάχου και την ίδια ώρα ψάχνει το «Ιερό Δισκοπότηρο» της Αριστεράς είναι η επιτομή της πολιτικής σχιζοφρένειας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ της διακυβέρνησης, αντί να διαμορφώσει με θετικό και καταφατικό τρόπο μια νέα ταυτότητα και φυσιογνωμία, να αποδυναμώσει τα παλιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, να προσαρμόστεί στη νέα εποχή και να αλλάξει φυσιογνωμία, έκλαιγε στα «εικονίσματα».

Ο Τσίπρας το καλοκαίρι του 2015,λίγο πριν η χώρα γίνει «λιώμα στον γκρεμό», πήρε την απόφαση να μη διακινδυνεύσει την παραμονή της στην Ευρώπη και το ευρώ. Γιατί δεν ολοκλήρωσε τη στροφή; Ισως φταίει ο κομματικός μικρόκοσμος που του σιγοψιθύριζε στο αυτί «να μην προδώσουμε τις αρχές μας», μια συμβουλή εξασφαλισμένης πολιτικής αυτοκτονίας. Ισως τα δικά του πολιτικά όρια δεν επαρκούσαν για την υπέρβαση.
Σε μια ανάλογη συγκυρία ο κορυφαίος Ιταλός δημοσιογράφος Εουτζένιο Σκάλφαρι κατέληξε σε μια διορατική διάγνωση για τα αίτια της παρακμής της ιταλικής Αριστεράς. Εφταιγαν οι «δύο ψυχές» της, η μία που την έσπρωχνε προς το παρελθόν του κομμουνισμού και η δεύτερη προς το μέλλον της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο δεν κατάφερε να ολοκληρώσει γρήγορα και έγκαιρα τον μετασχηματισμό της και όταν πια ξεπέρασε την αντίφαση ήταν αργά - είχε έρθει η ώρα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Η χαμένη ευκαιρία του Μακεδονικού

Δεν υπάρχει πιο ενδεικτική αποτύπωση της πολιτικής σχιζοφρένειας του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της επώασης της πρωτοβουλίας για το Μακεδονικό. Είναι γνωστό ότι όλες οι κυβερνήσεις έχουν κομβικά σημεία που σφραγίζουν τη μοίρα τους. Δυστυχώς η συνειδητοποίηση έρχεται πάντοτε με καθυστέρηση, εκεί που πλέον πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Μια τέτοια κομβική στιγμή ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ η ανακίνηση του Μακεδονικού στις αρχές του 2018. Η πρωτοβουλία έσπαγε για πρώτη φορά το τείχος της απομόνωσης του ΣΥΡΙΖΑ από ευρύτερα τμήματα του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, με δημόσια δήλωσή του, την αντιμετώπιζε θετικά. Δημιουργούσε ευήκοο ακροατήριο ακόμη και σε δυνάμεις της Κεντροδεξιάς που προσέβλεπαν σε μια λύση με σύνθετη ονομασία. Προετοίμαζε παράλληλα το διαζύγιο με την «ψεκασμένη» Δεξιά του Πάνου Καμμένου. Το Μακεδονικό ήταν μια πρωτοβουλία που διέθετε όλες τις προδιαγραφές για μια ευρύτερη ανασύνθεση του πολιτικού τοπίου, όπως ευφυώς διαπίστωνε ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης.

Σε επίπεδο πολιτικών συμμαχιών επίσης χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία της ανασύνθεσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας με άξονα το Μακεδονικό. Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, από τη στιγμή που το κόμμα του Καμμένου εξελισσόταν σε μια «παράφρων μεταβλητή», θα μπορούσε να αποτελέσει τον νέο κυβερνητικό εταίρο. Με αυτή την κίνηση και το άνοιγμα στην Κεντροαριστερά θα έπαιρνε σάρκα και οστά χωρίς να χρειάζεται την οπερέτα της κυβέρνησης-κουρελού και το ΚΙΝ.ΑΛ. θα ερχόταν σε δύσκολη θέση.

Τι έγινε στη συνέχεια; Πρώτον, η Novartis, μια δικαστική και πολιτική σαπουνόφουσκα και, δεύτερον, η στοχοποίηση του Σημίτη με το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών όχι μόνο του ιδίου, αλλά και της οικογένειάς του. Είναι δύσκολο να βρεθεί στην Ιστορία ανάλογο παράδειγμα πολιτικής σχιζοφρένειας. Από τη μια, πρωτοβουλία ανασύνταξης της κυβέρνησης, διεύρυνση προς την Κεντροαριστερά και δημιουργία νέων συμμαχιών και από την άλλη ο… Παπαγγελόπουλος που θέλει να τους κλείσει φυλακή. Ακόμη και κάποιους από τους εν δυνάμει συμμάχους! Τρέλα…

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ

Ωστόσο η «μεγάλη εικόνα» της πολιτικής σχιζοφρένειας εστιάζεται σε κάτι άλλο: στη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ. Ακόμη και επιπόλαιοι παρατηρητές της πολιτικής κατανοούν ότι η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2012 συνδέεται άρρηκτα με την παρακμή του ΠΑΣΟΚ. Λόγω της πολιτικής γεωγραφίας, την εποχή των μνημονίων οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκαν άνετα και μαζικά στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ και του έδωσαν την κυβερνητική πλειοψηφία. Εκτοτε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βιώνει διαρκώς ένα σπαραξικάρδιο δράμα. Από τη μια καμαρώνει ότι είναι το «νέο ΠΑΣΟΚ» και από την άλλη διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι «δεν θα καταντήσουμε το νέο ΠΑΣΟΚ». Μια κατάφαση - ο ΣΥΡΙΖΑ λεηλατεί ακομπλεξάριστα τους ψηφοφόρους, τα συνθήματα, τον πολυσυλλεκτισμό της δημοκρατικής παράταξης, ο Τσίπρας μπαίνει «στο σώμα» του Ανδρέα. Και την ίδια στιγμή, μια πεισματική άρνηση - «Οχι, είμαστε αριστεροί, δεν είμαστε κεντροαριστεροί». Αν ζούσε ο μακαρίτης ο Λακάν,θα τους είχε ξαπλώσει στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης.

Συνοψίζουμε. Οι πολιτικές συνθήκες μεταμορφώνουν τον ΣΥΡΙΖΑ στο «φυσικό κόμμα εξουσίας» της δημοκρατικής παράταξης, αλλά η ηγεσία του ξορκίζει το «κακό». Αν η εξήγηση βρισκόταν στην ανοησία, τότε τα πράγματα θα ήταν απλά. Δυστυχώς είναι χειρότερα. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να απελευθερωθεί ολοκληρωτικά από τις ιδεοληψίες, τις αγκυλώσεις και τις εμμονές του μικρού κόμματος της Αριστεράς. Εκλογίκευσε τη στροφή προς την Ευρώπη και τον ρεαλισμό ως μια «δεξιά υποχώρηση», μια υποστολή των αξιών και των ιδανικών της Αριστεράς. Γι’ αυτό, αντί να διαμορφώσει με θετικό τρόπο μια νέα πολιτική φυσιογνωμία, έψαχνε για «άλλοθι» και «αριστερά τοτέμ».

Ακόμη και αυτονόητες κινήσεις, όπως το να καταδικάσει την δικτατορία του Μαδούρο, ακυρώθηκαν. Το «φαινόμενο Πολάκης» ανήκει στην ίδια κατηγορία. Γιατί ο πρωθυπουργός τον διατηρεί στην κυβέρνηση όταν ακόμη και κορυφαίοι υπουργοί εισηγήθηκαν αρκετές φορές την αποπομπή του; Οταν προσφέρει συνεχώς πολιτικά δώρα στη Ν.Δ., όπως έγινε στην περίπτωση του Στέλιου Κυμπουρόπουλου, για να εισπράξει στη συνέχεια την ανταμοιβή του: ένα τριήμερο με τον Τσίπρα στην Κρήτη; Η απάντηση είναι απλή. Κυρίως ψυχολογικά, ο Τσίπρας νιώθει δίπλα στον Πολάκη ότι «επιστρέφει στις ρίζες», «δεν προδίδει τις αριστερές αξίες», ότι δεν έγινε ένας «άλλος Τσίπρας» μέσα από τους συμβιβασμούς της εξουσίας. Μια πολιτική βγαλμένη από τη συνταγή του «τρία πουλάκια κάθονται…».

Ο πόλεμος με τη μεσαία τάξη και ο Τσακαλώτος

Χρειάζεται όμως και μια κοινωνιολογική επισήμανση για τις αντιφάσεις του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, αυτές δηλαδή που οδήγησαν σε μια υπαρξιακή κρίση ταυτότητας και φυσιογνωμίας και τελικά στην εκλογική συντριβή: ο πόλεμος με τη μεσαία τάξη.

To «αρχιπέλαγος» της μεσαίας τάξης ιστορικά αποτελεί τον κοινωνικό ιστό της Κεντροαριστεράς. Η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, είτε με την παραδοσιακή εκδοχή της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας της «Golden Age», είτε με τη σύγχρονη μορφή της στη δεκαετία του ’90 (ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία, ο Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, ο Κώστας Σημίτης στην Ελλάδα) εξέφρασε πολιτικά τις προσδοκίες και τα συμφέροντα των μεσαίων τάξεων. Η συντριβή της μεσαίας τάξης από την οικονομική κρίση του 2009 συμπίπτει με την παρακμή των πολιτικών δυνάμεων της Κεντροαριστεράς.

Τι έκανε λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ; Από μια μοναδική συγκυρία κέρδισε στις εκλογές του 2015 μια διευρυμένη υποστήριξη από τις μεσαίες τάξεις. Η συνέχεια; Κήρυξε έναν οικονομικό πόλεμο κατά της μεσαίας τάξης με την υπερφορολόγηση, την εκτίναξη των ασφαλιστικών εισφορών και την αδιαφορία για αναπτυξιακές πολιτικές. Μάλιστα ο οικονομικός πόλεμος επενδύθηκε και με ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Η αφαίμαξη της μεσαίας τάξης εμφανίστηκε ως «δίκαιη» πολιτική προκειμένου με τα πλεονάσματα των δημοσίων ταμείων να χρηματοδοτηθεί η «τάξη των επιδοματούχων». Γιατί, σύμφωνα με τα ιδεολογήματα κάποιων μεταμαρξιστών στοχαστών της λατινοαμερικανικής Αριστεράς, όπως ο Ερνέστο Λακλάου, ο «λαός» ταυτίζεται με τα πιο φτωχοποιημένα στρώματα της κοινωνίας και η μεσαία τάξη εντάσσεται στο «αστικό σύστημα» και τις ελίτ.

Αυτό το περίεργο υβρίδιο απεικονίζει καλύτερα απ’ όλους ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος τη μια στιγμή ως υπουργός Οικονομικών επέβαλε αυστηρά μέτρα περιοριστικής πολιτικής και την άλλη εμφανιζόταν ως η «αριστερή συνείδηση» του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρωί Ευκλείδης, το βράδυ Τσακαλώτος…

Η σύνθλιψη των ενδιάμεσων στρωμάτων της κοινωνίας, η επίθεση εναντίον του κόσμου της παραγωγικής εργασίας, η διάρρηξη των σχέσεων με ανθρώπους μορφωμένους, εξωστρεφείς, κοινωνικά φιλόδοξους, που ασπάζονται την οικονομία της αγοράς αλλά ταυτόχρονα επιμένουν στο μέτρο και την κοινωνική ευαισθησία, ολόκληρο δηλαδή το «αρχιπέλαγος» της μεσαίας τάξης, χαρίστηκε στο «σύστημα των ελίτ» και αποδομήθηκε οικονομικά για να μοιράζει ο ΣΥΡΙΖΑ επιδόματα τις μέρες των Χριστουγέννων. Αν αυτή είναι αριστερή οικονομική πολιτική, τότε και ο συμπαθής Ευκλείδης μπορεί να είναι η μετενσάρκωση του Μαρξ. Αν και το μόνο που φαίνεται να τους συνδέει είναι ότι και οι δύο γνωρίζουν πολύ καλά αγγλικά και πολύ κακά ελληνικά…

Ο προεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ

Οι εκλογές ποτέ δεν κρίνονται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Συνήθως οι συσχετισμοί είναι διαμορφωμένοι αρκετά πριν και απλώς σταθμίζονται οριακά την προεκλογική περίοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν εισήλθε στη μάχη των εκλογών της 26ης Μαΐου στρατηγικά, πολιτικά και κοινωνικά διαλυμένος. Χωρίς συνεκτική φυσιογνωμία, αφού πλέον δεν ήταν ούτε μνημονιακός, ούτε αντιμνημονιακός. Χωρίς φρεσκάδα και διαφορετικότητα, καθώς για 4,5 χρόνια υπέκυψε στη νόσο του κυβερνητισμού. Με διαλυμένες κοινωνικές συμμαχίες, γιατί διευρυμένα τμήματα της μεσαίας τάξης είχαν πηδήξει προ καιρού από το τρένο. Χωρίς συμμάχους και εφεδρείες, γιατί είχε φροντίσει να τους εξορίσει με την αριστερίστικη υποκουλτούρα τύπου Πολάκη. Με κομμένες τις επικοινωνίες προς το ακροατήριο της Κεντροαριστεράς - εκτός από κάποιους πρώην «κηπουρούς του Γιώργου» με τους οποίους έστησε την τελευταία στιγμή μια «γέφυρα» της συμφοράς. Χωρίς ΜΜΕ, γιατί ο ίδιος είχε φροντίσει να τα τοποθετήσει όλα απέναντι ως «συστημικά».

Η προεκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε αποκλειστικά και μονότονα στο όπλο της καλλιέργειας του «φόβου», στήνοντας πρόχειρα και καθόλου πειστικά δύο φαντάσματα, τον κίνδυνο της Ακροδεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού της Ν.Δ. Το παιχνίδι είχε χαθεί προτού σφυρίξει ο διαιτητής την έναρξη. Το μόνο που απέμενε να κριθεί ήταν το μέγεθος της ήττας. Κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο δυνατό. Ολόκληρη η συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ, τα αίτια, τα πολιτικά και κοινωνικά τους αποτυπώματα φωτογραφίζονται ανάγλυφα στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ηλία Νικολακόπουλου, ενός ειδικού που ποτέ δεν έκρυψε τη συμπάθειά του στον ΣΥΡΙΖΑ, η κοινωνική φωτογραφία του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει ένα κόμμα-πολυτραυματία. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει δραματική υστέρηση σε σχέση με τη Ν.Δ. στους αποφοίτους πανεπιστημίων. Χάνει το προβάδισμα που είχε στις ηλικίες των νέων ψηφοφόρων. Καταποντίζεται στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στις μεσαίες ηλικίες 35-54 ετών. Διατηρεί σημαντικά ποσοστά μόνο στις νοικοκυρές, στους συνταξιούχους και τους ανέργους. Παρουσιάζει δηλαδή μια κοινωνική δομή που βασίζεται κυρίως στον μη ενεργό πληθυσμό, ενώ τα ποσοστά του στις δυναμικές κοινωνικές ομάδες βρίσκονται πέριξ του 20%. Ενα κόμμα «πτωχευμένο».

Για να τελειώσουμε λίγο ευχάριστα. Στην Ελλάδα των μνημονίων οι πολιτικές ανατροπές είναι τόσο βίαιες, σύντομες και απότομες που ζαλίζουν. Ο Κώστας Καραμανλής, ετοιμάζοντας τον «πρόλογο» στην εποχή της χρεοκοπίας, βρέθηκε από την κορυφή το 2007 στα τάρταρα το 2009. Ο Γιώργος Παπανδρέου μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια έριξε κατά 30 μονάδες το εκλογικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη και η Ν.Δ. στις εκλογές του 2012 άγγιξε την άβυσσο με ποσοστό 19%. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε 4,5 χρόνια έχασε το 1/3 της εκλογικής του δύναμης. Ο,τι ανεβαίνει, λοιπόν, κατεβαίνει και vice versa.
Αυτή την περίοδο η μοναδική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να είναι η αδυναμία των αντιπάλων του στη διεκδίκηση του ζωτικού χώρου της Κεντροαριστεράς, δηλαδή του ΚΙΝ.ΑΛ. Αρα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του μια δεύτερη ευκαιρία πολιτικής ανασύνταξης, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των επικείμενων βουλευτικών εκλογών. Αναγκαία διευκρίνιση: όχι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ένας νέος που μένει να αποδειχθεί αν μπορεί να υπάρξει…
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.