Την ώρα που όλες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων εκτιμούσαν ότι πηγαίναμε για σημαντική διαφορά ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος ενημερώνονταν αρμοδίως ότι η διαφορά θα ήταν μικρή.

Από: in.gr

Δεν μιλάμε για τις εικόνες τεχνητής αισιοδοξίας που συχνά επιδιώκουν να δώσουν τα κόμματα για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση του δικού τους ακροατηρίου. Ούτε για τα διάφορα δημοσιεύματα που επικαλούνται έρευνες μόνο και μόνο για να διαμορφωθεί «κλίμα».

Μιλάμε για την επίσημη εσωκομματική ενημέρωση. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι περίπου την τελευταία στιγμή πίστευε ότι η διαφορά θα ήταν μικρή. Η εσφαλμένη αυτή εκτίμηση αποτυπώνει και προβλήματα στην κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και προβλήματα μεθοδολογίας στις έρευνες που χρησιμοποιήθηκαν.

Τα προβλήματα με τις δημοσκοπήσεις

Το τελευταίο διάστημα είχε γίνει μεγάλη συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις. Μάλιστα ήταν συχνά ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ που είχε ασκήσει κατ’ επανάληψη κριτική στις εκτιμήσεις των δημοσκόπων που έπεσαν έξω και για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και για το αποτέλεσμα των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015. Δεν ήταν λίγες φορές που στελέχη του είχαν εντάξει αυτό το φαινόμενο στη συνολικότερη προσπάθεια υπονόμευσης της «κυβερνώσας αριστεράς».

Σε όλα αυτά προστέθηκε και ένα πρόβλημα που αφορούσε συνολικά τις έρευνες κοινής γνώμης, ιδίως σε σχέση με τα πολιτικά ερωτήματα. Μέχρι το 2004 η προτιμώμενη μέθοδος ήταν οι συνεντεύξεις πόρτα – πόρτα, που επέτρεπαν με βάση τη γεωγραφική κατανομή (συμπεριλαμβανομένης και της κατανομής ορόφων) καλύτερη κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα. Όμως, οι άνθρωποι σταδιακά δεν άνοιγαν να υποδεχτούν τους ερευνητές.

Τότε υιοθετήθηκε η μέθοδος των τηλεφωνικών συνεντεύξεων. Αυτές αρχικά απέδωσαν, αλλά μετά είχαν άλλα προβλήματα και κυρίως ότι δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι σταθερό τηλέφωνο, ενώ πολύ συχνά συγκεκριμένες κατηγορίες όπως π.χ. οι νέοι δεν εντοπίζονταν.

Οι δημοσκόποι ούτως ή άλλως χρησιμοποιούσαν την τεχνική της στάθμισης για να αντιμετωπίζουν αυτά τα προβλήματα. Δηλαδή, τα αποτελέσματα σταθμίζονταν ως δημογραφικές παραμέτρους (π.χ. φύλο, ηλικία κ.λπ.) αλλά και ως προς την απάντηση για την ψήφο στις προηγούμενες εκλογές. Όμως, σταδιακά ο βαθμός διόρθωσης στις τηλεφωνικές έρευνες άρχισε να γίνεται υπερβολικά μεγάλος. Η συμπερίληψη και κινητών τηλεφώνων βελτίωσε τα πράγματα αλλά έλυσε τα προβλήματα.

Επιπλέον τα ποσοστά άρνησης απάντησης αυξάνονταν διαρκώς και αυτό δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα, ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα εμφανιζόταν αυξανόμενη τάση άρνησης απάντησης στα ερωτήματα που αφορούσαν την κομματική τοποθέτηση. Αυτό δυσκόλευε πάρα πολύ τη στάθμιση,

Γι’ αυτό αναζητήθηκαν άλλες τεχνικές αντί στάθμισης. Η κυριότερη αφορούσε τη χρήση χρονοσειρών δεδομένων. Σε αυτή τη βάση αντί για στάθμιση, αυτό που γινόταν ήταν κυρίως να εντοπίζονται οι τάσεις σε αλλεπάλληλες έρευνες και από αυτές να προκύπτει εκτίμηση.

Όμως, εμφανίζονταν διαρκώς νέα προβλήματα και αυτά καταγράφονταν και στη δυσκολία πρόβλεψης κρίσιμων εκλογικών μαχών τα τελευταία χρόνια, από τις ελληνικές εκλογές του 2015 έως το Brexit.

Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούσαν μόνο μεθοδολογικά προβλήματα, αλλά και αλλαγές στο πολιτικό τοπίο. Η ρευστοποίηση παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων, οι μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις, οι αλλαγές στις σχέσεις εκπροσώπησης, τα έντονα φαινόμενα αγανάκτησης και δυσαρέσκειας διαμόρφωναν δυναμικές που ήταν δύσκολο να προβλεφθούν, κυρίως γιατί δεν προσέφεραν τα αναγκαία αρχικά σημεία αναφοράς με βάση τα οποία να υπολογιστούν οι δυναμικές και οι τάσεις και να γίνουν οι προβλέψεις.


Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και τα ζητήματα μεθοδολογίας

Πριν εμπλακεί με τη «μάχιμη πολιτική» ο σημερινός υπουργός Επικρατείας Χριστόφορος Βερναρδάκης υπήρξε ένας «μάχιμος δημοσκοπός» και μετά πανεπιστημιακός καθηγητής. Με σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο στη μελέτη των σχέσεων εκπροσώπησης διαχρονικά στην ελληνική κοινωνία, ο Βερναρδάκης είχε σημαντική παρουσία στο χώρο των ερευνών κοινής γνώμης μέσα από τη συνεργασία του με τον Γιάννη Μαυρή στην εταιρεία VPRC, ενώ και όταν μεταβεί στον πανεπιστημιακό χώρο επίσης θα εξακολουθήσει να ασχολείται με αυτά τα ζητήματα.

Ο Βερναρδάκης επιμένει εδώ και καιρό ότι υπάρχουν σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα με τις πολιτικές έρευνες και ότι δεν επαρκεί η παραδοσιακή πρακτική των τηλεφωνικών ερευνών με στάθμιση. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι καλύτερη μέθοδος είναι αυτή της χρήσης χρονοσειράς δεδομένων.

Ωστόσο, το κυριότερο ζήτημα που είχε αναδείξει ήταν ότι πλέον στις τηλεφωνικές έρευνες εντοπίζουμε πολύ έντονες «μεροληψίες». Ειδικότερα, σε άρθρο του το 2015 στην «Κοινωνιολογική Επιθεώρηση» υποστήριξε ότι στην περίοδο των μνημονίων οι δημοσκοπήσεις αποτύπωναν υπεραντιπροσώπευση μεγάλων κομμάτων, αδυναμία καταγραφής της έκτασης της πολιτικής διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας και αποτύπωση στις έρευνες μεγαλύτερου βάρους για τα ισχυρά κόμματα από αυτό που πραγματικά είχαν, κυρίως μέσα από την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στις έρευνες και αυτούς που δεν συμμετείχαν.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Βερναρδάκης πρότεινε μια στροφή προς τις διαδικτυακές έρευνες, υπό την προϋπόθεση σοβαρών μεθοδολογικών εγγυήσεων.

Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικά ερωτήματα, με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι όσοι ασχολούνται με την κοινωνική και πολιτική έρευνα.


Από τη θεωρία στην πράξη

Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να στηριχτεί σε ερευνητικές ομάδες νεώτερων ηλικιακά ερευνητών όπως ήταν η Common View και από ένα σημείο και μετά η VoxPop. Με αφορμή έρευνες της Common View o ίδιος ο Χριστόφορος Βερναρδάκης το είχε παραδεχτεί εμμέσως. Είχε πει χαρακτηριστικά το 2017:

«Κοινωνικές, πολιτικές, εκλογικές ή και άλλες έρευνες δεν διενεργούν μόνο εμπορικές εταιρείες. Αλίμονο, αν η έρευνα ήταν αποκλειστικό δικαίωμα των τελευταίων. Είμαι σε θέση να γνωρίζω, λόγω και της ακαδημαϊκής μου ιδιότητας, ότι ένα πλήθος ερευνητικών ομάδων νέων επιστημόνων, διδακτόρων και μετα-διδακτόρων δραστηριοποιείται σήμερα σε κοινότητες και σχήματα επιδιώκοντας να βελτιώσει τα μεθοδολογικά εργαλεία των κλασικών δημοσκοπήσεων. Μια από τις πολλές τέτοιες ομάδες είναι και το Εργαστήριο της CommonView, στο οποίο συμμετέχουν και παλιοί μου φοιτητές, «άριστοι» μάλιστα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ασκούν εμπορική δραστηριότητα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Την ομάδα αυτή, η οποία συμμετέχει και σε διευρωπαϊκό δίκτυο ερευνητών, την χρησιμοποιήσαμε στην παρακολούθηση των εκλογικών διαδικασιών που έγιναν σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως σήμερα στην Γερμανία, έχοντας μια πλήρη εικόνα των εκεί εξελίξεων»

Συνεργάτης της Common View αλλά και σύμφωνα με δημοσιεύματα πρώην φοιτητής του Βερναρδάκη είναι και ο Γιάννης Σκλιάς, υπεύθυνος της εταιρείας Vox Pop. Η εταιρεία έγινε γνωστή από μια σειρά από δημοσκοπήσεις που όλες είχαν ως βασικό γνώρισμα να δίνουν μικρότερη διαφορά ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ από ό,τι οι άλλες δημοσκοπήσεις.

Η Vox Pop επέλεξε εξαρχής να πάει στη διαδικτυακή έρευνα και να συγκεντρώσει ερωτηματολόγια από το διαδίκτυο με τη μέθοδο του river sampling χωρίς χρήση στάθμισης. Οι έρευνές της αμφισβητήθηκαν ως προς τη μεθοδολογία, ιδίως μετά τη διαπίστωση ότι δεν μπόρεσαν να πιάσουν την έκταση της διαφοράς. Ο ίδιος ο Σκλιάς μιλώντας την ΕΡΤ μετά τις εκλογές επικαλέστηκε τάσεις που δεν μπόρεσαν να πιάσουν με τις τεχνικές που χρησιμοποιήσουν.


Γιατί δεν εντόπισαν τις πραγματικές τάσεις;

Από όλα αυτά συνάγεται η εικόνα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να στηριχτεί πάνω σε τεχνικές άλλες από αυτές που χρησιμοποιούσαν οι υπόλοιπες εταιρείες.

Η επιλογή αυτή δεν είναι αδόκιμη, δεδομένων των προβλημάτων που υπάρχουν με τις παραδοσιακές μεθόδους και την αδυναμία να εντοπίσουν τις τάσεις ενός πολιτικού σώματος σε μεταβατική συνθήκη.

Μόνο που σε τέτοιες τεχνικές, που κυρίως προσπαθούν να εντοπίσουν τις τάσεις και τις δυναμικές μέσα στην χρονική τους εξέλιξη, παρά να εμπιστευτούν τη στάθμιση ενός δείγματος, έχουν μεγάλη σημασία όχι μόνο οι συνεχείς συγκεντρώσεις ερωτηματολογίων (κάτι το οποίο όντως διευκολύνεται από τη χρήση του διαδικτύου) αλλά και οι αρχικές παραδοχές, τα σημεία αφετηρίας.

Το που θα θεωρήσεις ότι βρίσκεται αρχικά το δυνάμει εκλογικό σώμα για να υπολογίσεις μετά τις τάσεις παίζει μεγάλο ρόλο. Εάν ξεκινήσεις με αφετηρία χαμηλότερη διαφορά, θα βγάλεις και μικρότερη διαφορά στο τέλος.

Για παράδειγμα, ο παλιός συνεργάτης του Βερναρδάκη, Γιάννης Μαυρής, που χρησιμοποιεί τηλεφωνικές έρευνες μεν αλλά στηρίζεται στην ανάλυση χρονοσειρών και όχι στη στάθμιση, υποστήριζε σε όλη την προηγούμενη περίοδο σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα, με αφετηρία την πτώση της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από τις αρχές του 2016.

Αντίθετα, έρευνες όπως της Vox Pop εξαρχής εντόπιζαν πολύ μικρότερες διαφορές, χωρίς να εξηγούν πώς κατέληγαν σε αυτό το συμπέρασμα και από ποια αφετηρία.

Γιατί σε αυτό το είδος ερευνών όσο μεγαλύτερο βάθος έχουν τα στοιχεία που χρησιμοποιείς τόσο συγκριτικά πιο ασφαλής είναι η εκτίμηση τάσεων.

Προφανώς και υπάρχει ο αντίλογος του κινδύνου υπεραντιπροσώπευσης των ισχυρών δυνάμεων και υποεκπροσώπησης άλλων δυναμικών στα δείγματα που συλλέγουν οι παραδοσιακές έρευνες, το πρόβλημα που ο Βερναρδάκης εντόπιζε στο άρθρο του 2015 που ήδη σχολιάσαμε. Όμως, είναι ένα ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, κόμμα που κυβερνά εδώ και πάνω από τέσσερα χρόνια, εντάσσεται σε δυναμικές διαμαρτυρίας που δεν αποτυπώνονται στις κλασικές έρευνες.

Επιπλέον, είναι προφανές ότι τελικά υπήρξε και λανθασμένη εκτίμηση για την ψήφο των αναποφάσιστων. Εδώ το πρόβλημα το είχαν όλες οι έρευνες, καθώς κατέγραφαν μέχρι και την τελευταία εκτίμηση χαμηλή συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ και υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στους αναποφάσιστους. Η δυσκολία για την εκτίμηση της συμπεριφοράς αυτού του κομματιού ήταν υπαρκτή και στο τέλος οι επιλογές ήταν είτε η παράθεση διαφορετικών σεναρίων, είτε προβλέψεις που είχαν και το στοιχείο της πολιτικής εκτίμησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όντως ήλπιζε ότι θα μπορούσε να κερδίσει εκεί κρίσιμα τμήματα έστω και την τελευταία στιγμή. Αποδείχτηκε ότι δεν τα κατάφερε. Ουσιαστικά, η αισιόδοξη πολιτική εκτίμηση φαίνεται ότι έγινε και υπεραισιόδοξη πρόβλεψη στο έδαφος ερευνών που ούτως ή άλλως δεν είχαν καταγράψει τις προηγούμενες δυναμικές. Και αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί ακόμη και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πολύ αργά εκτιμούσαν αισιόδοξες προβλέψεις για σχετικά μικρή διαφορά.