Ελαφρά μαχητικά: Έχουν θέση στη δύναμη της Πολεμικής Αεροπορίας;

Η Π.Α το προσεχές χρονικό διάστημα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη συρρίκνωση σε επίπεδο οροφής δυνάμεων. Τα 18 Mirage 2000 EGM/ BGM μαζί με τα 34 F-4E PI2000 βρίσκονται στη δύση της επιχειρησιακής τους ζωής. Αναπόφευκτα τα επόμενα χρόνια θα αποσυρθούν. Σήμερα η Π.Α αριθμεί περί τα 230 αεροσκάφη.

Από: defencereview.gr - ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΗΤΑΣ

Πολλάκις έχουμε αναφέρει πως τα 32 F-16C/D Block 30 δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πουληθούν έστω και μερικώς αλλά πρέπει να εκσυγχρονιστούν στο επίπεδο CCIP Lite. Επιπλέον, μια από τις άμεσες ανάγκες είναι να βρεθούν μεταχειρισμένα Mirage 2000-5 ώστε να συμπληρωθεί η δύναμη της Π.Α. Τα δε Block 50 επιβάλλεται να εκσυγχρονιστούν από τα απάρτια των Block 52+ και Block 52+ Adv ώστε να παραμείνουν αξιόμαχα για τα επόμενα 15 χρόνια.

Δεδομένου πως η Π.Α έχει ανάγκη εκτός από ποιότητα και από ποσότητα στο παρόν άρθρο εξετάζουμε πως μπορεί να λάβει χώρα αριθμητική ενίσχυση με έμφαση στα ελαφρά μαχητικά τα οποία δύναται να αναλάβουν επιχειρησιακό έργο από τα κύρια μαχητικά. Και κυρίως γιατί παρουσιάζουν χαμηλό κόστος απόκτησης και μικρό κόστος κύκλου ζωής.

Είναι ένα ζήτημα που οι αεροπορικές δυνάμεις ανά τον κόσμο έχουν αντιμετωπίσει με διαφορετικούς τρόπους κατά καιρούς, ανάλογα με τις επιχειρησιακές τους ανάγκες και φυσικά ανάλογα με τα διαθέσιμα στη διεθνή αγορά προϊόντα. 

Στο ελληνικό επιχειρησιακό περιβάλλον και ιδίως στο νησιωτικό, ελαφρά μαχητικά αεροσκάφη θα ήταν πραγματικά χρήσιμα, δεδομένου ότι κάτω από το επίπεδο των 15.000 ποδών μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες σε πλειάδα ρόλων. Μπορούν επί παραδείγματι να αναλάβουν την προσβολή αποβατικών μονάδων του αντιπάλου, αποτρέποντας με πολλούς τρόπους τη δημιουργία προγεφυρωμάτων ή αεροπρογεφυρωμάτων. Έχουν επίσης της δυνατότητα να εκτελέσουν αποτελεσματικά αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστήριξης (CAS), αποστολές εντοπισμού και κατάρριψης επιθετικών και μεταφορικών ελικοπτέρων και UAV/UCAV, αεράμυνα σημείου, προστασία αεροπορικών μονάδων υψηλής αξίας όπως τα ΑΣΕΠΕ αλλά και αποστολές αεροπορικής κάλυψης εχθρικών επιθετικών ενεργειών σε συγκεκριμένες περιοχές. Απαλλάσσοντας έτσι μεγαλύτερα και βαρύτερα οπλισμένα μαχητικά από αυτές τις επιχειρησιακές υποχρεώσεις… Οι οποίες δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι απαιτούν σημαντική δύναμη εναέριων μέσων. 

Οι εξελίξεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η αλλαγή των δεδομένων

Μετά το τέλος του Β΄Π.Π. και την σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικράτηση του στροβιλοκινητήρα στα μαχητικά, τα εμβολοφόρα συνέχισαν να έχουν κυρίαρχο ρόλο σε αποστολές οι οποίες έπρεπε να διεξαχθούν πετώντας σε μικρό ύψος, πάνω από το θέατρο επιχειρήσεων. Στις τάξεις μεγάλων αεροπορικών δυνάμεων όπως η USAF και η RAF, παρά το γεγονός ότι τα αεριωθούμενα αντικατέστησαν πλήρως τα εμβολοφόρα μαχητικά μετά το τέλος του πολέμου στην Κορέα (1950-1953), τόσο σε ρόλους αέρος-αέρος αρχικά, όσο και σε ρόλους προσβολής επίγειων στόχων αλλά και στο στάδιο της προκεχωρημένης και επιχειρησιακής εκπαίδευσης, τα εμβολοφόρα εξακολούθησαν να διατηρούν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγγύς αεροπορική υποστήριξη και γενικά σε ρόλους στρατιωτικής συνεργασίας. Σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτής της γενιάς εμβολοφόρων αεροσκαφών με καθαρά επιθετικό χαρακτήρα, ήταν το A-1 Skyraider της Douglas που έμεινε σε υπηρεσία από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50 μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘70. Αξιοποιήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο στον πόλεμο της Κορέας λοιπόν όσο και στις επιχειρήσεις του πολέμου στο Βιετνάμ. Επίσης μακρόχρονη υπηρεσία είχαν και τα βρετανικά Fairey Firefly και Fairey Gannet, χωρίς βέβαια να καταγράψουν το ίδιο επιχειρησιακό ιστορικό. 

Στη δεκαετία του ‘60, παρά το ότι η ανάπτυξη εξειδικευμένων επιθετικών αεροπλάνων δεν σταμάτησε (Α-4, Α-6, Α-7) και συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 (Α-10), εμφανίστηκαν τα πρώτα εκπαιδευτικά αεριωθούμενα προκεχωρημένου-επιχειρησιακού σταδίου, με δυνατότητες μεταφοράς οπλικού φορτίου αέρος-εδάφους (Fouga Magister, A-37 Dragonfly, Aermacchi MB-326, Alpha Jet, BAC 167 Strikemaster, Aero L-39). Σε κάθε περίπτωση, η απόπειρα ήταν να μειωθεί το κόστος, μέσω του συγκερασμού δύο σημαντικών επιχειρησιακών αναγκών, δεδομένου ότι πολλές αεροπορικές δυνάμεις είτε δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, είτε δεν ήθελαν να επενδύσουν τα μεγάλα ποσά που απαιτούσε η προμήθεια εξειδικευμένων επιθετικών αεροπλάνων. Τέλος δε, υπήρχαν και αεροπορικές δυνάμεις με επιχειρησιακή φιλοσοφία τέτοια που δεν περιλάμβανε την ύπαρξη επιθετικών αεροσκαφών.

Σε σύγκριση με τα εκπαιδευτικά/ελαφρά επιθετικά αεροπλάνα που προαναφέραμε, τα εξειδικευμένα επιθετικά, από το Α-1 μέχρι και το Α-10, είχαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που φυσικά αύξαναν το κόστος κτήσης και υποστήριξής τους. Ισχυροί κινητήρες, μεγάλη μεταφορική ικανότητα σε καύσιμο και οπλικό φορτίο, συστήματα ναυτιλίας και άφεσης οπλισμού μεγάλης ακρίβειας και θωράκιση από πυρά όπλων μικρού διαμετρήματος, ήταν τα σημαντικότερα από αυτά. Αυτός ήταν βέβαια και ο σημαντικότερος λόγος που αξιοποιήθηκαν από πολύ λίγες αεροπορικές δυνάμεις… Ακόμη και η USAF είχε αποφασίσει να αποσύρει οριστικά το Α-10 στη δεκαετία του ‘90, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 της προέκυψε το νέο επιχειρησιακό δεδομένο του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας… 

Προβληματισμοί και νέα δεδομένα για την Πολεμική Αεροπορία

Μπροστά σε μία παρόμοια ανάγκη βρίσκεται και η Πολεμική Αεροπορία την τελευταία δεκαετία. Όχι αυτή του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας φυσικά… Αλλά αυτή της αναπλήρωσης του κενού που άφησαν πίσω τους τα Α-7Ε και θα αφήσουν σε λίγα χρόνια και τα F-4E AUP μαζί με τα Mirage 2000EG και κατόπιν και τα F-16C/D Block 30. Τι ευνοούμε με όλα αυτά… 

Η Πολεμική Αεροπορία καλείται εδώ και αρκετά χρόνια να καλύψει το κενό του ρόλου του A-7 και μάλιστα με στόλο μαχητικών ο οποίος απομειώνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Ποσοτικά και ποιοτικά. 

Στο τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, μετά από 15 ολόκληρα χρόνια εγκληματικής απραξίας, έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε και πάλι… Αφού επί μία σχεδόν δεκαετία προσπαθούμε να πουλήσουμε τα Block 30 και δεν “μας βγαίνει”, οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές λένε ότι το πρώτο F-16 που θα αποσταλεί στις ΗΠΑ “γυμνό” από εξοπλισμό και συστήματα, προκειμένου να γίνουν επάνω σε αυτό οι εργασίες εγκατάστασης, ολοκλήρωσης και πιστοποίησης των συστημάτων που θα περιλαμβάνει η διαμόρφωση F-16V, θα φύγει από τη χώρα μας σε ένα περίπου χρόνο από σήμερα! ΔΥΟ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΧΡΟΝΙΑ δηλαδή θα περάσουν από την υπογραφή της σύμβασης για τον εκσυγχρονισμό των 84 F-16C/D Block 52+ και Block 52+ Advanced για να φύγει το πρωτότυπο από την Ελλάδα!!! Όχι να παραδοθεί έτοιμο προς έναρξη των εργασιών εκσυγχρονισμού στα υπόλοιπα 83 αεροσκάφη…  

Εν τω μεταξύ το 145, το τελευταίο F-16C Block 50 που κατασκευάστηκε και είχε κατά τον ίδιο τρόπο αξιοποιηθεί πριν από 20 περίπου χρόνια, λειτουργώντας ως πρωτότυπο (Τ1) για την ενσωμάτωση, ολοκλήρωση και πιστοποίηση των συστημάτων του Block 52+, το έχουμε και το “κοιτάμε”… Πρόκειται για ένα αεροσκάφος που κόστισε πολλά εκατομμύρια δολάρια στην Ελλάδα (το κόστος της τροποποίησής του βάρυνε τον προϋπολογισμό του προγράμματος PX III-Block 52+), το οποίο σήμερα μπορεί ΑΜΕΣΑ να χρησιμοποιηθεί για τον εκσυγχρονισμό των Block 50 σε Block 50+ (με τα απάρτια και τα συστήματα που θα προκύψουν από τα Block 52+). Αντί να συμπεριλάβουμε λοιπόν τουλάχιστον και τα Block 50 στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των 84 νεότερων Block, “αναλωνόμαστε” στην εξέταση “λύσεων” τύπου MH-60R και λιγοστών MQ-9 Reaper… 

Επί του προκειμένου, είναι ευρύτερα γνωστό ότι έχουμε φτάσει και στο “μη περαιτέρω” και στο κομμάτι της προκεχωρημένης-επιχειρησιακής εκπαίδευσης των Ικάρων. Το Τ-2Ε πέρα από το γεγονός ότι είναι ένα εκπαιδευτικό αεροπλάνο μίας άλλης εποχής, με εξαιρετικά περιορισμένη δυνατότητα μεταφοράς οπλικού φορτίου και χωρίς τον παραμικρό εξοπλισμό πτήσης και αποστολής που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος σε έναν εκπαιδευόμενο ιπτάμενο που προορίζεται να ενταχθεί σε Μοίρα F-16 ή Mirage 2000, έχει σταματήσει να υποστηρίζεται από το μεγαλύτερο χρήστη του, το USN, εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια… 

Η Πολεμική Αεροπορία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα κατόρθωνε να καλύπτει τις ανάγκες υποστήριξης (προμήθειας ανταλλακτικών) του συγκεκριμένου τύπου αεροσκάφους, τόσο λόγω του ότι φορά τον ίδιο κινητήρα (J65 χωρίς μετάκαυση), με το F-5A/B Freedom Fighter, όσο και λόγω του ότι με την απόσυρση του T-2C από το USN, είχε παραλάβει ικανό απόθεμα ανταλλακτικών. Με την πάροδο του χρόνου βέβαια, το κόστος συντήρησης και υποστήριξης των Buckeye αυξήθηκε σε βαθμό τέτοιο που είναι ασύμφορη πλέον η αξιοποίησή του στο προκεχωρημένο και επιχειρησιακό στάδιο. Και καθίσταται ακόμα πιο ασύμφορη ακριβώς επειδή από πλευράς εξοπλισμού το αεροπλάνο δεν έχει τίποτα να δείξει στον εκπαιδευόμενο… 

Lead In Fighter-Trainers: Αναζητώντας τη χρυσή τομή κόστους-απόδοσης για την κάλυψη περισσότερων του ενός ρόλων 
 
Η Πολεμική Αεροπορία στράφηκε και εξακολουθεί να υιοθετεί τη λύση της αξιοποίησης του T-6A Texan II για την κάλυψη μέρους των αναγκών της στο προκεχωρημένο-επιχειρησιακό στάδιο. Ανταλλάσοντας το τελευταίο με το αρχικό-βασικό στάδιο εκπαίδευσης που έχει “στήσει” στην 120 ΠΕΑ στην Καλαμάτα, με άλλες αεροπορικές δυνάμεις και συγκεκριμένα με την Ιταλική Αεροπορία. Πολλοί Έλληνες Ίκαροι έχουν ολοκληρώσει το προκεχωρημένο-επιχειρησιακό στάδιο της εκπαίδευσής τους στο MB-339C/D της Ιταλικής Αεροπορίας, ενώ Ιταλοί συνάδελφοί τους έχουν αντίστοιχα ολοκληρώσει το αρχικό-βασικό στάδιο με το T-6A στην 120 ΠΕΑ. Η ανταλλαγή αυτή βέβαια δεν συμπεριέλαβε το σύνολο των Ελλήνων Ικάρων δεδομένου ότι δεν επιλέγονται όλοι για να επανδρώσουν μαχητικά… Το ζήτημα όμως της αντικατάστασης των T-2E εξακολουθεί να υφίσταται. Δεν έχει προκύψει πρόσφατα αλλά είναι ζητούμενο τα τελευταία 15 με 20 χρόνια… Σε κάθε περίπτωση το Μ-346 είναι κάτι που θέλει η ίδια η Π.Α και το έχει αξιολογήσει ως το ιδανικό εκπαιδευτικό αεροσκάφος (δείτε εδώ).

Με δεδομένο πλέον τον σημαντικά μικρότερο αριθμό εκπαιδευόμενων ιπταμένων στις τάξεις της Σχολής Ικάρων, αλλά και την αποτυχία της απόπειρας δημιουργίας ενός κοινού ευρωπαϊκού προγράμματος εκπαίδευσης ιπταμένων την προηγούμενη δεκαετία, η ανάγκη προμήθειας ενός νέου εκπαιδευτικού LIFT για την Ελλάδα παραμένει… Και εδώ είναι που ερχόμαστε στο “δια ταύτα”. Το οποίο στο αφιέρωμα αυτό είναι η λύση της υιοθέτησης συνδυασμού εκπαιδευτικού LIFT και ελαφρού μαχητικού. Η αναγκαιότητα λοιπόν μίας τέτοιας λύσης είναι μεγάλη για πολλούς λόγους. Αφήνουμε στην άκρη τους αμιγώς εκπαιδευτικούς γιατί έχουν αναλυθεί κατ΄ επανάληψη, σε βαθμό που να είναι πλέον ευνόητοι…  

Εν τάχει, ένα σύγχρονο LIFT παρέχει, σε συνδυασμό με το επίγειο πακέτο εκπαιδευτικών βοηθημάτων που το συνοδεύει, δυνατότητες οικονομικής και ρεαλιστικής εκπαίδευσης σε πλειάδα ρόλων. Για τους δύο βασικούς (αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους), ο εκπαιδευόμενος μπορεί να γνωρίσει και να εξασκηθεί σε τακτικές εντοπισμού και εγκλωβισμού στόχων, είτε με τη χρήση ραντάρ, είτε ατρακτιδίου στοχοποίησης. Μπορεί να εφαρμόσει τακτικές άφεσης όπλων και κανονικούς κανόνες εμπλοκής, αξιοποιώντας παράλληλα συστήματα παρεμβολής και ηλεκτρονικών αντιμέτρων. Πράγματα που φυσικά με το T-2E ούτε κατά διάνοια δεν μπορούν να γίνουν… Κάτι που με τη σειρά του συνεπάγεται ότι όλες αυτές τις διαδικασίες θα τις δει για πρώτη φορά όταν θα ενταχθεί σε κάποια πολεμική Μοίρα, με κόστος εκπαίδευσης όμως τριπλάσιο ή και τετραπλάσιο!

Η προμήθεια 25 τουλάχιστον αεροσκαφών LIFT τα οποία θα παρέχουν παράλληλα τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν ως ελαφρά μαχητικά, πέρα από την τεράστια εξοικονόμηση οικονομικών πόρων με παράλληλη κατακόρυφη αύξηση της απόδοσης στο κομμάτι της εκπαίδευσης, θα αποδώσει και σημαντικό επιχειρησιακό όφελος. Με άλλα λόγια μία ενισχυμένη Μοίρα τέτοιων αεροπλάνων θα μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση εξόδων εγγύς αεροπορικής υποστήριξης (CAS-Close Air Support) επ’ ωφελεία των φίλων επίγειων δυνάμεων, προσβάλλοντας εχθρικούς στόχους στο πεδίο της μάχης από μικρά ή και μέσα ύψη. Με καλάθους ρουκετών, αντιαρματικούς πυραύλους, πυροβόλα σε ατρακτίδια, συμβατικές βόμβες και βόμβες καθοδήγησης λέιζερ ή GPS, πυραύλους αέρος-εδάφους με αισθητήρες IR κ.ο.κ.

Θα μπορούσε επίσης να αναλάβει την εκτέλεση αποστολών προσβολής αποβατικών δυνάμεων, επιχειρώντας από τμήματα του εθνικού οδικού δικτύου, ακόμη και από νησιωτικές περιοχές… Κάτι απόλυτα εφικτό λόγω της των σύγχρονων LIFT να επιχειρούν από διαδρόμους μικρού μήκους (STOL-Short take Off & Landing). 

Οπλισμένα με πυραύλους αέρος-αέρος μικρής και μέσης ακτίνας, τα LIFT/ελαφρά μαχητικά μπορούν να λειτουργήσουν ως ιδανικές πλατφόρμες εναντίον επιθετικών και μεταφορικών ελικοπτέρων. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα UAV/UCAV, τα οποία στο ελληνικό επιχειρησιακό περιβάλλον αποτελούν πλέον θανάσιμο κίνδυνο. Η τουρκική υπεροπλία στο κομμάτι αυτό επιβάλλει την υιοθέτηση οικονομικών και αποτελεσματικών λύσεων. Δεν μπορούμε, ακόμη και σε περίοδο πραγματικών επιχειρήσεων, να δεσμεύουμε κανονικά μαχητικά για την αναχαίτιση και την κατάρριψη των πολυάριθμων τουρκικών UAV. Tα Τ-6Α Texan II της Πολεμικής Αεροπορίας σε συνδυασμό με ένα νέο ελαφρύ μαχητικό θα πρέπει να αποτελέσουν τον κορμό μίας τέτοιας δύναμης αποτροπής για τον τουρκικό στόλο των UAV/UCAV.

Δεδομένου ότι τα αεροπλάνα LIFT/ελαφρά μαχητικά, δεν έχουν τις επιδόσεις που απαιτούν οι εμπλοκές αέρος-αέρος πέραν του οπτικού ορίζοντα (BVR), όπου πρωτεύουσα σημασία δεν έχει η ευελιξία αλλά η ικανότητα ταχείας ανόδου και επιτάχυνσης ακόμη και σε μεγάλα ύψη, δεν είναι κατάλληλα για την ανάληψη καθηκόντων συνοδείας-προστασίας στόχων υψηλής αξίας (High Value Units) όπως τα ιπτάμενα κέντρα διοίκησης και ελέγχου (C4I aircraft) ή τα ιπτάμενα τάνκερ. Ακόμα και για αεροσκάφη όπως το κορεατικό FA-50 οι περιορισμοί είναι σημαντικοί έναντι ενός κανονικού μαχητικού σε αυτό το ρόλο, ενώ παράλληλα το κόστος κτήσης και υποστήριξης είναι σημαντικά μεγαλύτερο από αυτό ενός LIFT/ελαφρού μαχητικού. 

Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα… 
 
Η αναγκαιότητα της απόκτησης μικρού αριθμού αεροσκαφών LIFT που θα μπορούν παράλληλα να λειτουργήσουν και ως ελαφρά μαχητικά, είναι άλλη μία απόδειξη του ότι θα πρέπει ΑΜΕΣΑ να καταβληθούν προσπάθειες αποτελεσματικής και πλήρους υποστήριξης του ήδη υπάρχοντος υλικού με μικρές και στοχευμένες προσθήκες. Προκειμένου να καλυφθούν επείγουσες επιχειρησιακές ανάγκες, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Στο στόλο των 45 T-6A Texan II που απέκτησε η Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ο οποίος εδώ και χρόνια παραμένει αναξιοποίητος επιχειρησιακά ενώ θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά, θα αναφερθούμε σε ειδικό ξεχωριστό αφιέρωμα.

Το κόστος της απόκτησης LIFT/ελαφρών μαχητικών δεν είναι μικρό, αλλά δεν είναι και άπιαστο… Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Πολωνία έχει καταβάλει το ποσό των 395 εκατομμυρίων ευρώ (500 εκατομμύρια δολάρια κατά προσέγγιση…) για 12 αεροσκάφη M-346. Σε αυτό περιλαμβάνεται υποστήριξη (δεν έχει διευκρινιστεί για ποιο χρονικό διάστημα), αλλά και το σύνολο των εκπαιδευτικών υποδομών και εκπαιδευτικού εξοπλισμού στο έδαφος (προσομοιωτές και CBTI/Computer Based Training Instruction). Το Ισραήλ από την άλλη πλευρά κατέβαλλε ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την προμήθεια 30 Μ-346. Με βάση στοιχεία που έχει δώσει στη δημοσιότητα, το μερίδιο της Finnmecanica από αυτή τη συμφωνία, ανήλθε σε 600 εκατομμύρια δολάρια, δεδομένου ότι στη συμφωνία περιλήφθηκε η παράδοση δύο αεροσκαφών G550 CAEW Eitam, στην Ιταλική Αεροπορία…  

Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση των Φιλιππίνων κατέβαλε 361 εκατομμύρια δολάρια (τιμές 2014) για την προμήθεια 12 LIFT/ελαφρών μαχητικών, χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί αν στη συμφωνία υπάρχει πρόβλεψη και για υποστήριξη και εκπαιδεύσεις προσωπικού. Ενώ δε, υπήρχε εκφρασμένη πρόθεση από την πλευρά των Φιλιππίνων για την απόκτηση 12 ακόμη τέτοιων αεροσκαφών, δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί… Τέλος, το Ιράκ είχε προβεί σε αρχική παραγγελία ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2013 για την προμήθεια 24 Τ-50IQ. Τα αεροσκάφη της συγκεκριμένης έκδοσης σύμφωνα με την κατασκευάστρια ΚΑΙ, είναι FA-50. Aργότερα, το Ιράκ επανήλθε με μία συμπληρωματική συμφωνία για υποστήριξη διάρκειας 25 ετών, η οποία ανέβασε το συνολικό κόστος του προγράμματος στα 2,65 εκατομμύρια δολάρια… 

Η λογική υποδεικνύει επομένως ότι υπάρχει η δυνατότητα μίας αρχικής επένδυσης της τάξης του μισού δισεκατομμυρίου ευρώ για την απόκτηση 15 τουλάχιστον αεροσκαφών LIFT/ελαφρών μαχητικών. Η περίληψη προαίρεσης στη σύμβαση, για την απόκτηση περισσότερων μονάδων, μπορεί να είναι μία από τις λύσεις επιμήκυνσης της κάλυψης του κόστους ενός τέτοιου προγράμματος. Όσο παραμένουμε άπρακτοι οι ανάγκες συσσωρεύονται και οι ένοπλες δυνάμεις οδηγούνται ταχύτερα στην κατάρρευση… 
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.