Ελληνιστικοί στρατοί των Επιγόνων: Από την Ελλάδα ως την Ινδία και τη Βακτρία




Η εποχή των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτελεί, εν γένει, μια περίοδο παρακμής σε κάθε έκφανση του Ελληνισμού, χωρίς η στρατιωτική τακτική να αποτελεί εξαίρεση. Μετά την κορύφωση της περιόδου του μεγάλου Έλληνα Μακεδόνα βασιλιά και των άμεσων Διαδόχων του, που ακολούθησαν τα νάματά του, ακολούθησε μια ιδιαίτερα σημαντική πτώση όσον αφορά την συνεργασία των όπλων.

Αναδημοσίευση από: history-point.gr

Στον στρατό του Αλεξάνδρου και των Διαδόχων καταλυτικό ρόλο στη μάχη διαδραμάτιζε το ιππικό αποτελώντας, συνήθως, το όργανο κρίσης του αγώνα με μια δραματική, τελική επέλαση κατά του κέντρου βάρους της αντίπαλης παράταξης. Η φάλαγγα των σαρισσοφόρων είχε ως βασικό ρόλο την αγκίστρωση περισσότερο του αντιπάλου κέντρου παρά τη διάσπασή του.

Σε όλες σχεδόν τις μάχες του Αλεξάνδρου ο κανόνας αυτός εφαρμόστηκε με μόνη εξαίρεση την μάχη κατά του Πόρου λόγω των ινδικών πολεμικών ελεφάντων. Σταδιακά όμως τα πράγματα άλλαξαν και το πεζικό αποτέλεσε το κύριο όπλο κρίσης του αγώνα. Ας δούμε συνοπτικά τους κύριους στρατούς της εποχής, πλην αυτού της Ηπείρου που θα καλυφθεί, λόγω Πύρρου, ξεχωριστά.

Σπάρτη

Η Σπάρτη στους αλεξανδρινούς και στους ελληνιστικούς χρόνους, είχε εκπέσει της παλαιάς ηγεμονικής της θέσης. Η ένδεια είχε πλήξει τη δωρική πόλη σε κάθε επίπεδο, φυσικά και στο στρατιωτικό. Οι Σπαρτιάτες, λόγω και της απομόνωσης τους από τα ελληνικά πράγματα, από την εποχή του Αλεξάνδρου και για τα επόμενα σχεδόν 50 έτη, δεν θεώρησαν σκόπιμο να μεταβάλουν τον παραδοσιακό τρόπο του μάχεσθαι, ο οποίος τόσες νίκες τους είχε άλλωστε χαρίσει.

Έως τις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη, το 224 π.Χ. οι Σπαρτιάτες εξακολουθούσαν να πολεμούν ως οπλίτες, υποστηριζόμενοι από πελταστές, ψιλούς και ιππείς. Ο Κλεομένης, όμως αποφάσισε να εξοπλίσει τον σπαρτιατικό στρατό, στα μακεδονικά πρότυπα.

Έτσι οι οπλιτική φάλαγγα αντικαταστάθηκε από φάλαγγα σαρισσοφόρων, οι πελταστές από θυρεοφόρους (πελταστές εξοπλισμένους με δόρυ, ακόντια και σχήματος οβάλ ασπίδα που ονομάζονταν θυρεός, από όπου πήραν και το όνομά τους, που μπορούσαν να μάχονται σε σχηματισμό φάλαγγας ως βαρύ πεζικό και σε χαλαρή τάξη ως επίλεκτοι πελταστές) και το ιππικό από ταραντινούς (σώματα ελαφρού ιππικού εξοπλισμένα με ακόντια και ασπίδα που συγκροτήθηκαν για πρώτη φορά στην Τάραντα της Κάτω Ιταλίας) ελαφρούς ιππείς και ασπιδοφόρους βαριούς ιππείς οπλισμένους με ακόντια και σπαθιά.

Ο νέος στρατός του Κλεομένη είχε πολλές επιτυχίες στον πόλεμο της Σπάρτης κατά της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Ηττήθηκε όμως και καταστράφηκε από τον ενωμένο αχαϊκό και μακεδονικό στρατό, υπό τον Άρατο και Αντίγονο Δώσωνα, στην μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ.

Ο σπαρτιατικός στρατός όμως αναγεννήθηκε από τους τυράννους Νάβη και Μαχανίδα. Και τώρα αποτελείτο από σαρισσοφόρους πεζούς, θυρεοφόρους, ψιλούς και ιππείς. Ο Μαχανίδας όμως ενέταξε στον στρατό του και πολλούς καταπέλτες, τους οποίους χρησιμοποίησε ως «πεδινό πυροβολικό» στη μάχη της Μαντινείας το 207 π.Χ. χωρίς όμως ευτυχή για αυτόν αποτελέσματα.

Αχαϊκής Συμπολιτείας

Ο στρατός της Αχαϊκής Συμπολιτείας αποτελείτο αρχικώς από τμήματα οπλιτών, συμβατικού ιππικού, πελταστών και ψιλών. Περί το 275 π.Χ. όμως ο στρατός αναδιοργανώθηκε σε νέες βάσεις. Οι Αχαιοί πολίτες παρέδωσαν τις οπλιτικές τους εξαρτήσεις και επανεξοπλίστηκαν ως θυρεοφόροι, με θυρεό, μακρύ δόρυ, ακόντια και σπαθί.

Οι επίλεκτοι έφεραν και θώρακες. Το ιππικό, ελαφρύ και βαρύ, εξοπλίστηκε με ακόντια και ασπίδα. Έτσι συγκροτημένος ο στρατός της Συμπολιτείας, υπό τον Άρατο, υπέστη σειρά ηττών από τον Κλεομένη της Σπάρτης. Το 207 π.Χ. στρατηγός της Συμπολιτείας ανέλαβε ο Φιλοποίμην. Αυτός αναδιοργάνωσε εκ νέου τον στρατό εξοπλίζοντας τον όγκο του πεζικού με σάρισσες.

Το βαρύ ιππικό επίσης εγκατέλειψε τις ασπίδες και τα ακόντια και εφοδιάστηκε με μακριά λόγχη (ξυστόν), αλλάζοντας ταυτοχρόνως και τον ρόλο του, από ιππικό μάχης σε ιππικό κρούσης. Το ελαφρύ ιππικό ήταν ταραντινικού τύπου. Έτσι συγκροτημένος ο στρατός της συμπολιτείας πολέμησε κατά των Σπαρτιατών τυράννων Μαχανίδα και Νάβη και κατά των Ρωμαίων.

Το 148 π.Χ. ο στρατός των Αχαιών διαλύθηκε από τους Ρωμαίους στα Σκάρφια της Φθιώτιδας και ο διοικητής του Κριτόλαος έπεσε στη μάχη. Οι Ρωμαίοι συνέχισαν την προέλαση τους και το 146 π.Χ. βρέθηκαν έξω από την Κόρινθο. Εκεί στην τοποθεσία Λευκόπετρα δόθηκε η ύστατη μάχη μεταξύ 14.000 Ελλήνων, υπό τον Δίαιο και 25.000 Ρωμαίων και Ελλήνων συμμάχων τους (δυστυχώς ούτε την ύστατη ώρα οι Έλληνες κατόρθωσαν να ενωθούν).

Οι Έλληνες πολέμησαν με αφάνταστο ηρωισμό. Οι Αχαιοί σαρισσοφόροι ιδιαιτέρως τσάκισαν τους λεγεωνάριους. Η μάχη όμως κρίθηκε όταν οι 2.500 Ρωμαίοι ιππείς νίκησαν τους μόλις 500 Έλληνες. Κατόπιν οι Ρωμαίοι πλαγιοκόπησαν τη φάλαγγα και τελικά τη συνέτριψαν. Ο Δίαιος, δεν άντεξε την συντριβή και την επερχόμενη σκλαβιά και αυτοκτόνησε. Η ελευθερία της Ελλάδας καταλύθηκε.

Αιτωλικής Συμπολιτείας

Ο στρατός της Αιτωλικής Συμπολιτείας ήταν ο ελαφρότερος ίσως ελληνικός στρατός όλων των εποχών. Και στους κλασικούς ακόμα χρόνους οι Αιτωλοί παρέτασσαν ελάχιστους οπλίτες. Ο κύριος όγκος του πεζικού τους αποτελείτο από γηγενείς πελταστές και ψιλούς.

Το δε ιππικό τους ήταν αποκλειστικά ελαφρύ. Σε όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. οι Αιτωλοί ήταν αιτία προβλημάτων. Συνεχώς βρίσκονταν σε πόλεμο, είτε με τους Μακεδόνες, είτε με τους Αχαιούς. Από την στιγμή δε που οι Ρωμαίοι άρχισαν να αναμειγνύονται ενεργά στα ελληνικά πράγματα, οι Αιτωλοί ήταν οι μόνιμοι σχεδόν σύμμαχοί τους. Το βαρύτερο πεζικό των Αιτωλών στην περίοδο αυτή ήταν οι γηγενείς ή μισθοφόροι θυρεοφόροι πελταστές.

Το ιππικό τους ήταν ταραντινικού τύπου και το λοιπό πεζικό αποτελείτο από τμήματα ψιλών ακοντιστών και σφενδονητών. Οι Αιτωλοί συμπολέμησαν με τους Ρωμαίους στις μάχες των Κυνός Κεφαλών και της Πύδνας, εναντίον των Μακεδόνων και πήραν μέρος στον πόλεμο της Ρώμης κατά των Αχαιών. Υπηρέτησαν επίσης σε μεγάλους αριθμούς ως μισθοφόροι, κυρίως στον πτολεμαϊκό στρατό.

Μακεδονικός των Αντιγονιδών

Ο μακεδονικός στρατός της περιόδου των Αντιγονιδών (277 – 167 π.Χ.) αποτελούσε απλώς την ανάμνηση του πανίσχυρου στρατού του Φιλίππου Β’ και του Αλεξάνδρου. Οι συνεχείς πόλεμοι είχαν εξαντλήσει το ανθρώπινο δυναμικό και τις οικονομικές δυνατότητες του μακεδονικού βασιλείου.

Όταν ο Αντίγονος Γονατάς ανέλαβε τον θρόνο το 277 π.Χ. βρήκε το κράτος κατεστραμμένο από την επιδρομή των Γαλατών, την οποία ο ίδιος απέκρουσε. Η μεγάλη πληγή του μακεδονικού στρατού της εποχής ήταν η έλλειψη αξιόλογου και πολυάριθμου ιππικού. Η αδυναμία αυτή καλύφθηκε για ένα διάστημα από τους πολεμικούς ελέφαντες που είχε έρθει από την Ασία.

Οι τελευταίοι όμως ελέφαντες πέθαναν περί το 260 π.Χ. και έκτοτε δεν επανεντάχθηκαν στον μακεδονικό στρατό. Στα 110 περίπου χρόνια που οι Αντιγονίδες βασίλευσαν στη Μακεδονία δεν σημειώθηκαν σοβαρές μεταβολές στην οργάνωση του στρατού. Ο όγκος του πεζικού αποτελείτο από τους σαρισσοφόρους πεζέταιρους. Το παλαιό άγημα των υπασπιστών εξακολουθούσε να υφίσταται, τώρα όμως οι άνδρες του πολεμούσαν ως επίλεκτοι σαρισσοφόροι. Τη φάλαγγα πλαισίωναν θυρεοφόροι και Θράκες πελταστές, ψιλοί και Γαλάτες μισθοφόροι.

Το ιππικό, βαρύ και ελαφρύ, ήταν οπλισμένο με ακόντια και ασπίδες. Οι άνδρες του βαρέως έφεραν θώρακες. Ο μακεδονικός στρατός της περιόδου ήταν σχετικά μικρός σε αριθμό – ποτέ δεν ξεπέρασε τους 60.000 άνδρες.
Σύγκρουση μεταξύ αντιπάλων φαλαγγών.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο στρατός αυτός αποτελούσε την τελευταία ικμάδα δυνάμεως του μακεδονικού βασιλείου. Αντίθετα οι Ρωμαίοι διέθεταν ανεξάντλητο δυναμικό και πόρους. Αποφασιστικό πάντως ρόλο στην ήττα και στην υποταγή των Μακεδόνων στη Ρώμη έπαιξε η προδοτική στάση των Αιτωλών και των Περγαμνηνών Ελλήνων.

Περγάμου

Το κράτος της Περγάμου (του Περγάμου σωστότερα) δεν ήταν παρά μια επαρχία που αποσπάστηκε από του βασίλειο των Σελευκιδών. Με την υποστήριξη όμως της Ρώμης το βασίλειο επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη δυτική Μικρά Ασία. Οι βασιλείς της Περγάμου αποτέλεσαν, μαζί με τους Αιτωλούς και, κατά θάλασσα, τους Ροδίους, τους πιστότερους συμμάχους της Ρώμης. Ο στρατός της Περγάμου ήταν εν πολλοίς μισθοφορικός.

Αποτελείτο από τμήματα ιππικού κρούσης (ξυστοφόρων), ελαφρού ταραντινικού ιππικού, από θυρεοφόρους πελταστές και από ελαφρά οπλισμένους ψιλούς. Μετά τη μάχη της Μαγνησίας (190 π.Χ.), στην οποία συμπολέμησε με τους Ρωμαίους κατά του Αντιόχου Γ’ των Σελευκιδών, στον στρατό εντάχθηκαν και πρώην σελευκιδικές μονάδες, από τις νεοενταγμένες στο κράτος της Περγάμου περιοχές.

Έτσι ο στρατός παρέτασσε κατάφρακτο ιππικό, ελέφαντες και σαρισσοφόρους. Στον στρατό της Περγάμου υπηρετούσε και σεβαστός αριθμός Γαλατών μισθοφόρων. Το κράτος της Περγάμου αυτοπαραδόθηκε τελικά στους Ρωμαίους το 129 π.Χ.

Σελευκιδών

Ο σελευκιδικός στρατός ήταν ένας από τους ισχυρότερους στρατούς των ελληνιστικών χρόνων. Η περίοδος δράσης του διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη αρχίζει το 320 π.Χ. και ολοκληρώνεται με τις μεταρρυθμίσεις του Αντιόχου Γ΄ το 205 – 204 π.Χ. και η δεύτερη ξεκινά το 204 και ολοκληρώνεται με την ουσιαστική υποταγή του βασιλείου στους Ρωμαίους το 83 π.Χ.

Αρχικώς ο σελευκιδικός στρατός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αντίγραφο του ύστερου αλεξανδρινού στρατού. Διέθετε πολύ και εκλεκτό ιππικό κρούσης (ξυστοφόροι ιππείς) και μάζες ελαφρού ελληνικού και ανατολίτικου ιππικού.

Τον πυρήνα του πεζικού αποτελούσε η φάλαγγα των σαρισσοφόρων. Οι Αργυράσπιδες αποτελούσαν το επίλεκτο τμήμα της φάλαγγας. Την βασιλική φρουρά αποτελούσε το άγημα των ιππέων και τμήμα Αργυρασπιδών.
Κατάφρακτος ιππέας θωρακισμένος από κορυφής μέχρις ονύχων, όπως και το άλογό του.

Ο στρατός παρέτασσε πλήθος ελεφάντων – αναφέρονται 400 στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. – και δρεπανηφόρων αρμάτων. Αργότερα, μετά την μεγάλη νίκη ων «ελεφάντων» κατά των Γαλατών, πολλοί από τους ηττημένους εντάχθηκαν, ως μισθοφόροι, στον στρατό των νικητών.

Η μεγάλη αλλαγή σημειώθηκε περί το 204 π.Χ. από τον Αντίοχο Γ’. Αυτός αναδιοργάνωσε τον όγκο του βαρέως ιππικού, σχηματίζοντας τμήματα καταφράκτων, στα πρότυπα των Πάρθων.

Οι ιππείς αυτοί ήταν θωρακισμένοι από το κεφάλι μέχρι α πόδια, όπως και τα άλογά τους. Ήταν εξοπλισμένοι με μακριά λόγχη (ξυστόν) και σπαθί αλλά δεν έφεραν ασπίδα. Πολεμούσαν δε σε πολύ πυκνούς σχηματισμούς, σχηματίζοντας ένα κινητό τείχος μετάλλου που έπεφτε πάνω στον αντίπαλο με σκοπό να τον καταπατήσει, κυριολεκτικά. Μόνο το άγημα παρέμεινε όπως πριν. Ο Αντίοχος φέρεται να χρησιμοποίησε και τμήματα καμηλοβατών στους πολέμους του κατά των Πάρθων.

Μετά την ήττα του από τους Ρωμαίους στη Μαγνησία εξόπλισε και εκπαίδευσε ένα μέρος των Αργυρασπιδών βάση του ρωμαϊκού συστήματος μάχης. Οι άνδρες αυτοί ονομάστηκαν ψευδολεγεωνάριοι και ήταν οπλισμένοι ακριβώς όπως και οι Ρωμαίοι αντίστοιχοί τους με ασπίδα τύπου θυρεού, ισπανικό σπαθί και βαρύ ακόντιο τύπου pilum.

Ο σελευκιδικός στρατός είχε να αντιμετωπίσει πληθώρα διαφορετικών αντιπάλων, τους Ρωμαίους με το πολύ και εκλεκτό βαρύ πεζικό, τους Πάρθους με τις μάζες του ιππικού τους, τους Πτολεμαίους με τον μακεδονικό στρατό και τέλος τους Μακκαβαίους, οι οποίοι επίσης είχαν οργανώσει τον στρατό τους επάνω στα μακεδονικά πρότυπα.

Πτολεμαίων

Ο στρατός των Πτολεμαίων έμεινε πολύ πιο κοντά στα πρότυπα του αλεξανδρινού τουλάχιστον ως την εποχή της απολύτου παρακμής του. Το βαρύ ιππικό ακολούθησε έως το τέλος τα πρότυπα των εταίρων του Αλεξάνδρου. Ο πυρήνας του πεζικού εξακολουθούσε, έως τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. να αποτελείτε από τη φάλαγγα των σαρισσοφόρων, υποστηριζόμενη από πελταστές και ψιλούς.

Γύρω στο 166 π.Χ. και οι Πτολεμαίοι συγκρότησαν τμήματα ψευδολεγεωναρίων, ενώ στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. είχαν συγκροτηθεί και τμήματα Αιγυπτίων σαρισσοφόρων. Στην τελευταία περίοδο της ανεξαρτησίας ο στρατός συγκροτείτο από λίγες μονάδες άσχημα εκπαιδευμένων σαρισσοφόρων, από λιγοστούς ξυστοφόρους και ελαφρούς ιππείς και από Γαλάτες και Έλληνες μισθοφόρους. Ο στρατός διέθετε και λίγους αφρικανικούς ελέφαντες.

Ινδίας – Βακτριανής

Τα ελληνικά βασίλεια της Βακτριανής και της Ινδικής αποτελούσαν αρχικά επαρχίες του κράτους του Σέλευκου που αποσπάστηκαν από αυτό. Άντεξαν στην εξωτερική πίεση έως το 55 π.Χ. περίπου. Οι στρατοί τους αποτελούσαν μίξη ελληνικών και εντοπίων μονάδων.

Το βασίλειο της Βακτρίας διέθετε πολύ και άριστο ιππικό, κυρίως γηγενών, Έλληνες σαρισσοφόρους και θυρεοφόρους, εντόπιους ψιλούς, τοξότες και ελέφαντες. Στο βασίλειο της Ινδικής το μόνο ελληνικό στοιχείο ήταν η παρουσία μονάδων σαρισσοφόρων. Κατά τα άλλα το ιππικό και το πεζικό ήταν οργανωμένο στα ινδικά πρότυπα. Παρατάσσονταν μονάδες τοξοτών κυρίως και ελεφάντων. Το ιππικό ήταν λίγο.

Βασίλειο Κομμαγηνής

Το βασίλειο της Κομμαγηνής, στα σύνορα σημερινής Τουρκίας και Συρίας, ήταν άλλη μια επαρχία που αποσπάστηκε από το κράτος των Σελευκιδών, περί το 163 π.Χ. Διατηρήθηκε έως το 72 μ.Χ. Ο στρατός του ήταν μια μικρογραφία του σελευκιδικού.

Το πεζικό διέθετε μονάδες Eλλήνων σαρισσοφόρων, θυρεοφόρων και Θρακών πελταστών. Ο όγκος του όμως αποτελείτο από γηγενείς Σύρους τοξότες. Το ιππικό επίσης διέθετε τμήματα Ελλήνων καταφράκτων και μεγάλο αριθμό Σύρων ελαφρών ιπποτοξοτών. Υπήρχαν όμως και Έλληνες ελαφροί ιππείς ταραντινικού τύπου καθώς και λίγοι Γαλάτες μισθοφόροι.

Το βασίλειο της Κομμαγηνής κατόρθωσε να επιζήσει τόσο πολύ συμμαχώντας πότε με τους Ρωμαίους κατά των Πάρθων και πότε με τους Πάρθους κατά των Ρωμαίων. Ο στρατός της Κομμαγηνής συνεισέφερε καταλυτικά στη νίκη των Ρωμαίων κατά των εξεγερμένων Ιουδαίων επί Τίτου. Ο βασιλιάς Αντίοχος Δ’ τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής της φάλαγγας και των αφιππευμένων καταφράκτων του και αφού συνέτριψε την ιουδαϊκή άμυνα εισήλθε πρώτος στα Ιεροσόλυμα.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...