Αντιτορπιλλικά κλάσης KIDD για το ΠΝ, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία που τώρα την πληρώνουμε ακριβά;

Στο παρακάτω άρθρο, αναλύεται διεξοδικά η κλάση αντιτορπιλλικών KIDD, που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ενδιέφερε το Πολεμικό Ναυτικό. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά, ποια η ισχύς τους, και τι έχασε τελικά το ΠΝ; Όλα αυτά, σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το, Φλεβάρη του 1998, στο τεύχος 154 της Π&Δ. Αξίζει όμως περαιτέρω σχολιασμού, καθώς όλα αυτά τα χρόνια το ΠΝ στερήθηκε την δυνατότητα αεράμυνας περιοχής.

H ΚΛΑΣΗ KIDD (DDG-993) 

Από: ptisidiastima.com - του Bασίλη Παπακώστα

MIA ΛΥΣΗ IΣXYOΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ;

Η πληροφορία για το ενδιαφέρον του Π.N. για τα τέσσερα σκάφη της κλάσεως Kidd αποτέλεσε έκπληξη. Η πιθανή απόκτησή τους αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την κάλυψη των αναγκών Aμυνας Περιοχής από σκάφη με υψηλές δυνατότητες «αεράμυνας» AAW (Anti-Aircraft Warfare) που θα επιτρέψει την απόσυρση των σκαφών κλάσεως C. F. Adams και την αναβάθμιση των δυνατοτήτων του Π.N. για ευρύτερη κάλυψη του εθνικού χώρου (Αιγαίο-Κύπρος).

Η ιστορία της κλάσης ξεκινά το 1973-’74, όταν το τότε Αυτοκρατορικό Ναυτικό του Ιράν αποφασίζει να αποκτήσει έξι καταδρομικά με διευρυμένες δυνατότητες επιχειρήσεων και έμφαση στον αγώνα AAW. Το σχέδιο βασίστηκε στην κλάση Spruance (DDG-963), με σημαντικές ωστόσο διαφοροποιήσεις όπως θα δούμε παρακάτω, αφού η κλάση DDG-963 στα πλαίσια του δόγματος του Αμερικανικού Ναυτικού (US Navy) περιοριζόταν σε ένα αντιτορπιλικό (Α/Τ) με καθήκοντα κυρίως ASW (Anti-Submarine Warfare).

Το πρώτο σκάφος της κλάσης «Spruance» είχε ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζεται το Νοέμβριο του 1972. Ύστερα από σημαντικές καθυστερήσεις στην υπογραφή της σύμβασης και προσπάθειες συμπίεσης του υψηλού κόστους (αφού τα σκάφη χρησιμοποιούσαν τεχνολογία αιχμής για την εποχή εκείνη), που τελικά ξεπέρασε τα 500 εκ. δολ. ανά σκάφος, τελικά παραγγέλθηκαν τέσσερα μόνο σκάφη τα οποία θα έφεραν τα ονόματα: «Kouroosh», «Dauyush», «Ardeshir», «Nader».
Τελικά μετά την πτώση του Σάχη, τα τέσσερα σκάφη κλάσεως Kidd ή Αγιατολάχ (όπως ονομάστηκαν λόγω των γεγονότων που προηγήθηκαν της πτώσης του) αποφασίστηκε τον Ιούνιο του 1979 (η κατασκευή και των τεσσάρων είχε ήδη ξεκινήσει) να αποκτηθούν από το αμερικανικό ναυτικό, αν και δεν ταίριαζαν απόλυτα στο δόγμα χρήσης του. Αυτό προέβλεπε μία σύνθεση μονάδων επιφανείας (high/low) από μεγαλύτερα σκάφη υψηλής αξίας (καταδρομικά και αεροπλανοφόρα) και σκάφη συνοδείας με αυστηρό επιχειρησιακό προσανατολισμό και κυρίως χαμηλό κόστος.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 το Ναυτικό επιθυμούσε μία νέα κλάση Α/Τ με έμφαση στις δυνατότητες ASW σε αντικατάσταση των παλαιότερων «Gearing» και «Allen M. Sumner» για τη συνοδεία μεγαλύτερων σκαφών υψηλότερης αξίας που θα παρείχαν την Aμυνα Περιοχής. Έτσι η κλάση DDG-963 περιορίζεται σε ένα σύστημα Aμυνας Σημείου. Πάντως, παρά τον πλούσιο εξοπλισμό της η κλάση «Kidd» βασίστηκε στο σχέδιο των «Spruance», δηλαδή στην απλή σχεδίαση του σκάφους με μεγάλο εκτόπισμα (διπλάσιο από τους προκατόχους του), χώρους και υπερκατασκευές ώστε να είναι δυνατή μελλοντικά η αναβάθμιση/εγκατάσταση οπλικών συστημάτων με στόχο την παραμονή τους σε υπηρεσία για τριάντα τουλάχιστον χρόνια.

Για την επίτευξη χαμηλού κόστους όλα τα σκάφη της κλάσης κατασκευάστηκαν στο ίδιο ναυπηγείο (Litton’s Ingalls) με την τεχνική της «σπονδυλωτής» (modular) τεχνικής και εκτεταμένη χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων, χωρίς να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη μείωση του ίχνους που θα παρουσίαζε το σκάφος στους διάφορους αισθητήρες (τεχνολογία «στελθ»). Επίσης έμφαση δόθηκε στην απλότητα και αξιοπιστία του συστήματος πρόωσης, ώστε να είναι εύκολη η συντήρηση και αντικατάσταση των κινητήρων.
Η κλάση KIDD, αν και χαρακτηρίστηκε ως αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων (DDG, A/T), στην πραγματικότητα λόγω μεγέθους και δυνατοτήτων θα ήταν ορθότερο να χαρακτηριστεί καταδρομικό (CG). Η σχεδίαση της νέας κλάσης στηρίχθηκε στην αξιοποίηση κάποιων παλαιότερων σχεδίων (DXG ή κλάση DDG-47) για ένα σκάφος κλάσης «Spruance» με υψηλές δυνατότητες AAW, τα οποία ωστόσο εγκαταλείφθηκαν. Η κατασκευή του πρώτου σκάφους USS Kidd (DDG-993) ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1978 και το σκάφος παραδόθηκε το Mάιο του 1981. Το τελευταίο σκάφος της κλάσης USS Chandler (DDG 996) παραδόθηκε το Μάρτιο του 1982. Το ομώνυμο σκάφος και το USS Scott (DDG-995) που ανήκαν στο Στόλο του Ατλαντικού, έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις του Πολέμου του Κόλπου.

Το σκάφος έχει εκτόπισμα κενό 6.950 t και μέγιστο 9.575 t σε σύγκριση με τα αντίστοιχα 5.915/8.040 t της κλάσης Spruance. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στα επιπλέον συστήματα αλλά και στην πρόσθετη θωράκιση από κράματα αλουμινίου και κέβλαρ. Κατά τα λοιπά το σκάφος (όπως και η κλάση «Spruance») έχει μήκος 171 μ., πλάτος 16,8 μ. και βύθισμα 7 μ., που αυξάνονται στα 10,1 μ. εάν υπολογιστεί και ο θόλος του σόναρ. Το σκάφος έχει πλήρωμα 334 άνδρες και 23 αξιωματικούς, ενώ είχε ληφθεί ειδική μέριμνα για τις κλιματολογικές συνθήκες του Ιράν με επιπλέον σύστημα κλιματισμού και προστασίας από τη σκόνη. Οι κυριότερες διαφορές σε σχέση με την αρχική διαμόρφωση της κλάσης «Spruance» παρουσιάζονται αναλυτικά στον Πίνακα 1. Τα 31 σκάφη της κλάσης Spruance παραδόθηκαν στο διάστημα 1975-1983.


Η απόφαση του Nαυτικού να διαπραγματευθεί παραχώρηση των σκαφών αυτών δε συνδέεται σε καμία περίπτωση με την παλαιότητά τους ή την απαξίωσή τους, αλλά στις περικοπές στο μέγεθος του στόλου για λόγους εξοικονόμησης πόρων, στο μικρό αριθμό σκαφών της κλάσης και την υπερκάλυψη των AAW δυνατοτήτων τους από αυτές της κλάσεως «Α. Burke DDG-51» που εισέρχονται τώρα σε υπηρεσία. Ήδη από το 1998 και για τα επόμενα χρόνια αναμένεται σταθερά η παράδοση τριών σκαφών ετησίως. (Έχουν ήδη παραδοθεί έως 21/4/97 είκοσι ένα σκάφη από το σύνολο των 35, για τα οποία έως σήμερα έχει εγκριθεί η χρηματοδότηση.)
ΤO ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΚΛΑΣΕΩΣ KIDD 
Στην κλάση διατηρείται η διάταξη COGAG (Combined Gas And Gas-Συνδυασμός στροβίλων και στροβίλων) και οι τέσσερις κινητήρες LM 2500 της κλάσης «Spruance». Οι τέσσερις αυτοί κινητήρες προσδίδουν συνολική ισχύ 86.000 hp και μέγιστη ταχύτητα 30kts. Το σύστημα πρόωσης είναι κατανεμημένο σε δύο «σωρούς» κινητήρων που είναι τοποθετημένοι σε κλιμακοειδή διάταξη στην αριστερή και δεξιά πλευρά του σκάφους και καταλήγουν σε δύο άξονες.
Η μέγιστη εμβέλεια με ταχύτητα 20kts φθάνει τις 6.000 νμ και με τη μέγιστη ταχύτητα τις 3.300 νμ. Οι πρώτοι LM 2500 που προέρχονται από τον κινητήρα turbofan GE TF39 των αεροσκαφών C-5A, χρησιμοποιούνται ήδη από το 1975 στην κλάση «Spruance». Έως σήμερα έχουν τοποθετηθεί (ή θα τοποθετηθούν) σε 186 σκάφη του αμερικανικού ναυτικού (συνολικά 647 κινητήρες), ενώ συνολικά έχουν εγκατασταθεί πάνω από 900 κινητήρες. Ειδικά στο αμερικανικό ναυτικό έχουν συμπληρώσει 6.000.000 ώρες λειτουργίας και ο μέσος χρόνος μεταξύ των γενικών επιθεωρήσεων MTBO (Mean Time Between Overhaul) τις 9.000 h. Η επιλογή του LM2500 είναι άλλωστε αποτέλεσμα του μικρού του μεγέθους (βάρος 21.995 kg), της αξιοπιστίας του, του χαμηλού επιπέδου θορύβου, που είναι απαραίτητο για επιχειρήσεις ASW, και της δυνατότητας αντικατάστασής τους.
ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΘΥΠΟΒΡΥΧΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ASW) 
Παρά τους προσανατολισμούς του εξοπλισμού των σκαφών της κλάσης, οι δυνατότητες για εκτέλεση αποστολών ASW παραμένουν σημαντικές. Έτσι τα σκάφη διαθέτουν τη συσκευή ενεργού/παθητικού sonar SQS-53A, που αποτελεί εξέλιξη της συσκευής SQS-26CX που διαθέτει η κλάση Knox με την προσθήκη ψηφιακού επεξεργαστή που επιτρέπει τη διασύνδεση με το σύστημα Mk116 UWFCS (Underwater Weapon Fire Control System). Το τελευταίο συγκροτείται από 3 Η/Υ AN/UYK-7 και διαχειρίζεται την απεικόνιση των ακουστικών σημάτων και του ελέγχου των οπλικών συστημάτων.
Η παραγωγή της νέας συσκευής ξεκίνησε το 1975 και στη συνέχεια αναπτύχθηκε η έκδοση SQS-53B στην οποία έχει προστεθεί ο ακουστικός επεξεργαστής AN/UYS-1 και ο νέος Η/Υ AN/UYK-44. Στα σκάφη Spruance η έκδοση έχει αναβαθμιστεί στο επίπεδο αυτό. Μία νεότερη έκδοση, το SQS-53C, με 50% μείωση στον όγκο του εξοπλισμού που βρίσκεται πάνω στο σκάφος, με την προσθήκη μονάδας μνήμης UYH-1 και με βελτιωμένους μεταλλάκτες για την παροχή υψηλότερης ισχύος και ευρύτερο πλάτος ζώνης, θα εγκατασταθεί στην κλάση DDG-51.

To Nαυτικό σχεδίαζε την αναβάθμιση των παλαιότερων συσκευών της κλάσης «Kidd» στο επίπεδο αυτό, αλλά πιθανότατα το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Aγνωστη είναι επίσης η κατάληξη του προγράμματος εγκατάστασης του Σόναρ Συρόμενης διάταξης SQR-19 TACTAS (TACtical Towed Array Sonar) που έχει εγκατασταθεί στην κλάση Spruance, αλλά σε κάθε περίπτωση το υπάρχον σύστημα είναι επαρκές για τις αποστολές στις οποίες προσανατολίζεται το σκάφος. Συνήθως το σκάφος μεταφέρει ένα ή δύο ελικόπτερα SH-2F ή ένα SH-60B LAMPS III, αλλά υπάρχει η δυνατότητα μεταφοράς και δεύτερου. Ο εξοπλισμός συμπληρώνεται από τη συσκευή παραπλάνησης τορπιλών SLQ-25 Nixie.
ΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ο βασικός οπλισμός του σκάφους είναι οι δύο διπλοί εκτοξευτές Μκ26 Mod 3/4 που φέρει στην πλώρη και πρύμνη αντίστοιχα. Ο πρώτος είναι χωρητικότητας 24 βλημάτων με βάρος (με τα βλήματα) 87,5 t και ο δεύτερος 44 βλημάτων με βάρος 120,1 t. Από το δεύτερο εκτοξεύονται και τα βλήματα RUR-5A ASROC από τα οποία φέρονται συνήθως 16, ενώ τα υπόλοιπα 52 βλήματα είναι της έκδοσης SM-2MR (RIM-66C). Ο θεωρητικός ρυθμός βολής φθάνει το 1 βλήματα ανά 5 sec, αλλά σε ρεαλιστικές συνθήκες αυτός μειώνεται σε 1 βλήμα ανά 7-8 sec. Ο ρυθμός κίνησης του εκτοξευτή σε αζιμούθιο και ανύψωση φθάνει τις 90° και 50° ανά sec. Οι εκτοξευτές αυτοί μπορούν να βάλλουν και βλήματα RGM-84 Harpoon, αλλά τα σκάφη φέρουν τον 8πλό εκτοξευτή Μk141.

Η έκδοση SM-2MR Block I μήκους 4,4 μ. και βάρους 613 kg με κινητήρα Mk 56 Mod 2 επιτυγχάνει μέγιστη εμβέλεια 74 ΚΜ. Η κύρια διαφορά με την έκδοση SM-1MR είναι η χρήση καθοδήγησης Διακοπτόμενης Kαταύγασης Συνεχούς Κύματος (ICWI-Interrupted Continuous Wave Illumination), σύμφωνα με την οποία το βλήμα κατευθύνεται αδρανειακά στο στόχο με τη χρήση αυτόματου πιλότου ο οποίος ενημερώνεται κατά τη διάρκεια της πτήσης και το ραντάρ καταύγασης καθοδηγεί το βλήμα μόνο στο τελευταίο στάδιο της πτήσης προς το στόχο. Στις βελτιώσεις περιλαμβάνεται και η χρήση μονοπαλμικού ημιενεργού ερευνητή. Παράλληλα προσφέρονται και οι εκδόσεις SM-2MR Block II/III με το νέο κινητήρα δύο σταδίων Mk104 και αυξημένες διαστάσεις (μήκος 4,72 μ. και βάρος 706 kg), των οποίων η μέγιστη εμβέλεια υπερβαίνει τα 140 χλμ. και κατά άλλες πηγές προσεγγίζει τα 167 χλμ. (!).

Για την εμπλοκή εναέριων στόχων υπάρχουν επίσης και τα δύο πυροβόλα των 127mm Mk45/54 με ταχυβολία 16-20rpm. Η εμβέλειά τους για εναέριους στόχους φτάνει τα 14,4 χλμ. και για στόχους επιφανείας τα 22 χλμ. Το πυροβόλο Μk45 είναι βάρους 22.226 kg με δυνατότητα κίνησης σε αζιμούθιο και ανύψωση 170° και -15°/+ 65°, πλήρωμα 6 ανδρών. Ο οπλισμός συμπληρώνεται από δύο πυροβόλα CIWS Mk15 Phalanx Block I που είναι τοποθετημένα πάνω στη γέφυρα και το υπόστεγο του ελικοπτέρου (και προσφέρουν σχεδόν ολοσφαιρική κάλυψη) και 2X3 τορπιλοσωλήνες Mk32 των 12,75 in.

HΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ/ΣΥΣΤΗΜΑ C²

Ο εξοπλισμός περιλαμβάνει: α) Το 2D ραντάρ έρευνας αέρος SPS-49(V)2 C ζώνης συχνοτήτων (0,851 – 0,942 GHz) μέγιστης ισχύος 280 Kw και μέσης 10 Kw με πομπό τύπου Klystron. Πρόκειται για τυπικό ραντάρ έρευνας συμπίεσης παλμών (λόγος συμπίεσης 83:1) μεγάλης εμβέλειας (μέγιστη 457 χλμ.) με παραβολικό τύπο κεραίας. Λειτουργεί σε ποικιλία Συχνότητας Eπανάληψης Παλμών PRF (Pulse Repetition Frequency) : 280/800/1.000 Hz και ρυθμούς σάρωσης 6-12 rpm. Το τυπικό εύρος παλμού είναι 127 msec και για τη διαμόρφωση εντοπισμού σε μικρή εμβέλεια 2 msec. Το βάρος της κεραίας φτάνει τα 1.465 kg και του εξοπλισμού στο σκάφος τα 6.255 kg. Αρχικά τοποθετήθηκε στα σκάφη κλάσεως O. H. Perry το 1977 (SPS-49(V)1), αλλά στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε μεγάλο αριθμό σκαφών επιφανείας.

Στα σκάφη κλάσης «Kidd» εγκαταστάθηκε στα πλαίσια του προγράμματος NTU (New Threat Upgrade) που υλοποιήθηκε στο διάστημα 1987-1990. Με την προσθήκη του αυξάνονται οι πιθανότητες εντοπισμού εναέριων στόχων (ειδικότερα σε μεγάλη εμβέλεια). Τοποθετήθηκε στον πρωραίο ιστό πάνω από το ραντάρ SPQ-9A με αποτέλεσμα τη μετακίνηση του ραντάρ καταύγασης SPG-60 στον κύριο ιστό.

β) Το 3D ραντάρ έρευνας αέρος SPS-48E που χρησιμοποιείται για την ένδειξη στόχων. Πρόκειται για ραντάρ συμπίεσης παλμών (λόγος 9:1) E/F ζώνης συχνοτήτων (2,9-3,1 GHz) μέγιστης ισχύος 2,2 MW και μέσης ισχύος 35 Kw (15 kw SPS-48C). Η κεραία του εκτελεί ηλεκτρονική σάρωση σε ανύψωση με μέγιστη κάλυψη +65° (+45° SPS-48C) και μηχανική σε αζιμούθιο και αποτελείται από 95 γραμμικές διατάξεις. Η μέγιστη εμβέλεια που παρέχει φθάνει τα 407 χλμ. και σε ύψος τα 30.480 μ. Παρέχει τη δυνατότητα λειτουργίας σε οκτώ διαφορετικές διαμορφώσεις, διαφορετικές PRF (1.250-2.000 Hz) και ρυθμούς σάρωσης 7,5-15 rpm.
Το βάρος της κεραίας φθάνει τα 2.578 kg και του συστήματος στο σκάφος τα 10.897 kg. Η συσκευή εμφανίζει υψηλή αξιοπιστία με MTBF 586 h (268h SPS-48C). Η αναβάθμιση στο επίπεδο «Ε» έγινε και αυτή στα πλαίσια του προγράμματος NTU και το πρώτο ραντάρ εγκαταστάθηκε τον Ιούλιο του 1987. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της νέας έκδοσης σε σχέση με την SPS-48C, πέραν των ανωτέρω, είναι η αύξηση αντοχής στα ECM και μείωση του επιπέδου των πλευρικών λοβών (-33db/-23db SPS-48C), καλύτερη απόδοση όταν αντιμετωπίζει στόχους υψηλής ταχύτητας σε χαμηλό ύψος και δυνατότητα ένδειξης στόχων στα βλήματα SM-2MR.

γ) Το ραντάρ έρευνας επιφανείας SPS-55 «I» ζώνης συχνοτήτων (9,05-10 GHz) βάρους κεραίας μόλις 90 kg, μέγιστης ισχύος 130 Kw, με ρυθμό σάρωσης 16 rpm και λειτουργία σε PRF (750/2.250 Hz). Επίσης χρησιμοποιείται το ραντάρ επιφανείας για πλοήγηση SPS-64.
Για την καθοδήγηση των βλημάτων SM-2MR χρησιμοποιούνται δύο συστήματα Ελέγχου Πυρός (FCS) Mk74 mod 6 Tartar D με δυνατότητα ιχνηλάτησης σε εμβέλεια 182 χλμ. και εγκλωβισμό στα 110 χλμ. σε συνδυασμό με δύο ραντάρ ιχνηλάτησης/καταύγασης SPG-51D.

Το σύστημα Μk74 είναι ψηφιακό και αναπτύχθηκε στη δεκαετία του ’60 για τον έλεγχο των βλημάτων Tartar και αργότερα των SM-1MR. Το SPG-51 είναι ήδη γνωστό στο Π.N., αφού η έκδοση SPG-51C χρησιμοποιείται στα A/T «C. F. Adams». Πρόκειται για παλμικό ντόπλερ ραντάρ μέσων PRF (9.500-17.700 Hz) που λειτουργεί στη ζώνη συχνοτήτων «G» για ιχνηλάτηση (4-6 GHz) και «Ι» για καταύγαση (8-10 GHz). Η έκδοση «D» διαθέτει επιπλέον το χαρακτηριστικό της ευελιξίας συχνοτήτων (4 αλλαγές/sec), βελτιωμένη κεραία για αυξημένη απόδοση, ισχυρότερο πομπό (ιχνηλάτηση 81 KW/καταύγαση 5KW) και καλύπτει ανύψωση -30°/+83°. Η διαδικασία ιχνηλάτησης/καταύγασης είναι αυτόματη.

Η συνήθης διαμόρφωση είναι δύο ραντάρ ανά εκτοξευτή, αλλά στην κλάση Kidd περιορίζεται σε ένα. Στα σκάφη κλάσης «Kidd» πέραν των τριών διαύλων καθοδήγησης που επιτρέπουν την ταυτόχρονη εμπλοκή τριών στόχων, αξιοποιείται και η δυνατότητα ICWI των βλημάτων SM-2MR, με αποτέλεσμα να επεκτείνεται η δυνατότητα (ανάλογα με το επιχειρησιακό περιβάλλον) ταυτόχρονης εμπλοκής στόχων σε δύο ή τρεις επιπλέον στόχους.

Αντίθετα, για τα πυροβόλα χρησιμοποιείται το FCS Mk86 Mod 5 με δυνατότητα εμπλοκής τεσσάρων στόχων επιφανείας, ενός εναερίου στόχου ή επιπλέον ενός ακόμη διαύλου καθοδήγησης για τα βλήματα SM-2MR και τη διαχείριση 120 ιχνών. Αρχικά στο Μk 86 χρησιμοποιήθηκε ο Η/Υ UYK-7, αλλά από το 1988 στα καταδρομικά αυτός αντικαταστάθηκε από τον UYK-44. Σε συνδυασμό με το Μk86 χρησιμοποιείται το ραντάρ ένδειξης στόχων SPQ-9A I/J ζώνης συχνοτήτων, ισχύος 1,2 KW με επίπεδα εμβέλειας 137 μ. – 37 χλμ. Για επίτευξη υψηλών επιδόσεων για στόχους υψηλής ταχύτητας χρησιμοποιεί σχετικές υψηλές PRF (3.000 Hz) και υψηλό ρυθμό σάρωσης (60 rpm). Διαθέτει δυνατότητα συμπίεσης παλμών και ευελιξίας συχνοτήτων με διαθέσιμες πέντε διαφορετικές συχνότητες στη ζώνη«I/J».

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου των αντανακλάσεων (clutter) χρησιμοποιείται η τεχνική DMTI (Digital Moving Target Indicator). Ως ραντάρ καταύγασης χρησιμοποιείται το SPG-60. Πρόκειται για μονοπαλμικό ραντάρ ντόπλερ που λειτουργεί στη ζώνη I (8-10 GHz) με μέγιστη ισχύ 5,5 Kw. Αντίθετα, με το SPG-51D χρησιμοποιεί υψηλές PRF (25.000-30.000 Hz), με αποτέλεσμα να επιτυγχάνει ικανοποιητικές επιδόσεις ιχνηλάτησης με χαμηλή ισχύ, αλλά και περιορισμένη εμβέλειας καταύγασης. Η μέγιστη θεωρητική εμβέλεια ιχνηλάτησης φθάνει τα 91,4 χλμ., αλλά πρακτικά για στόχο 1τ. μ. περιορίζεται στα 77,7 χλμ. και η εμβέλεια παροχής καταύγασης CW για στόχο 1 τ. μ. στα 18,3 χλμ.

Η καρδιά του συστήματος μάχης είναι το ολοκληρωμένο σύστημα NTDS (Naval Tactical Data System) σε συνδυασμό με το αναβαθμισμένο στα πλαίσια του NTU αυτόματο σύστημα WDS (Weapon Direction System) Mk14 που ελέγχει το FCS και εκτελεί τις διαδικασίες εκτίμησης των απειλών και ανάθεσης όπλων TEWA (Threat Evaluation Weapon Assignment). Στα πλαίσια του συστήματος NTDS είναι διαθέσιμες και οι ζεύξεις Link 11 και 14 που χρησιμοποιεί και το Π.N. στις μεγάλες μονάδες επιφανείας και στις πυραυλακάτους. Η ακριβής σύνθεση του συστήματος NTDS στην κλάση «Kidd» δεν είναι γνωστή, αλλά τα συγγενή σκάφη κλάσεως «Spruance» έχουν μία εκτενή διάταξη που αποτελείται από 3 Η/Υ UYK-7 και 10 κονσόλες UYA-4.

Δεν αποκλείεται τα σκάφη κλάσης DDG-993 να διαθέτουν μία ανάλογη διάταξη ή ακόμη εκτενέστερη λόγω των αυξημένων λειτουργιών AAW. Μία ακόμη σημαντική προσθήκη στα πλαίσια του NTU ήταν η προσθήκη του συστήματος ΑΝ/SYS-2(V)2 IADT (Integrated Automatic Detection Tracking) που εκτελεί τις διαδικασίες συγχώνευσης (data fusion) των δεδομένων των ραντάρ έρευνας αέρος SPS-48E/SPS-49(V)2 σε ένα αρχείο για κάθε ίχνος, με αποτέλεσμα τη μείωση των ψευδοσυναγερμών και επιτάχυνση διαδικασιών εμπλοκής. Τα αρχεία ιχνών μεταδίδονται στον Η/Υ του NTDS ή για ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα απευθείας στο σύστημα WDS.

Σύμφωνα με το US Navy η ενσωμάτωση ενός συστήματος IADT μειώνει τους χρόνους αντίδρασης περίπου στο ήμισυ (!). Η έκδοση SYS-2 στηρίζεται στον Η/Υ UYK-44 και επίσης διαθέτει το φίλτρο ιχνηλάτησης Kalman της Norden για την παρακολούθηση ελιγμών μεγάλης φόρτισης που εκτελεί ο στόχος. Η εγκατάσταση ενός συστήματος data fusion ήταν αναγκαστική επιλογή στα πλαίσια της ενσωμάτωσης του νέου ραντάρ SPS-49(V)2 με αρκετές διαφορές στα χαρακτηριστικά σε σχέση με αυτά του SPS-48 που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στο διπλό ρόλο έρευνας/ένδειξης στόχων.
Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης το ολοκληρωμένο σύστημα SLQ-32(V)3 που αποτελεί στην ουσία μία έκδοση του SLQ-32(V)2 που χρησιμοποιούν και τα σκάφη κλάσης «C. F. Adams» με κάλυψη στις ζώνες συχνοτήτων «B-J» (0,25-20 GHz) με την επέκταση της μνήμης του UYK-19 στα 80Κ από 64Κ και την προσθήκη ενεργού παρεμβολέα εξαπάτησης (deception). O τελευταίος με αυτόματη ή ημιαυτόματη λειτουργία καλύπτει τις ζώνες συχνοτήτων «H-J» (6-20 GHz) και παρεμβάλλει τόσο παλμικά ραντάρ όσο και συνεχούς κύματος με ταυτόχρονη εμπλοκή 75 απειλών.

Οι δύο διατάξεις του παρεμβολέα βρίσκονται στην ίδια κεραία με τις διατάξεις του συστήματος ESM, αντίθετα με το μεταγενέστερο παρεμβολέα Sidekick και το SLQ-32(V)2 που συγκροτούν το SLQ-32(V)5 των «O. H. Perry», που βρίσκονται σε διαφορετική κεραία. Καθεμία από τις διατάξεις παρέχει κάλυψη 90° και αποτελείται από 35 στοιχεία, που το καθένα διαθέτει πομπό TWT με συνολική ισχύ και των τεσσάρων διατάξεων (2 κεραίες ESMx2) 1 MW. Ο εξοπλισμός συμπληρώνεται από τέσσερις εξαπλούς εκτοξευτές αεροφύλλων και φωτοβολίδων Mk36 SRBOC.

Κάποιες πληροφορίες επίσης αναφέρουν ότι τα σκάφη της κλάσης έχουν εφοδιασθεί με το σύστημα MMS (Mast Mounted Sight) της McDonnell Douglas. Το Nαυτικό απέκτησε έναν αριθμό συστημάτων κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράν-Ιράκ και στη συνέχεια κατά την διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου με στόχο τον ευχερέστερο οπτικό εντοπισμό ναρκών ή άλλων απειλών (βλημάτων κ.ά.) καθώς και για τη διευκόλυνση της πλοήγησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο Ε/Ο σύστημα που περιλαμβάνει κάμερα TV, συσκευή FLIR, μονάδα video για αυτόματη ιχνηλάτηση και αποστασιόμετρο laser. Η εικόνα του MMS παρέχει τη δυνατότητα μεγέθυνσης 12X. Όλα τα συστήματα είναι εγκαταστημένα σε ένα σταθεροποιημένο θόλο με δυνατότητα περιστροφής 360° και ανύψωσης 30°. Ο εξοπλισμός συμπληρώνεται από τρεις τερματικές κεραίες δορυφορικών επικοινωνιών WSC-3.
Η ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΑΠΟ ΤΟ Π.N. 
Πριν σχολιάσουμε την επιχειρησιακή αξία της απόκτησης των σκαφών αυτών, κρίνουμε σκόπιμο να διατυπώσουμε κάποιους προβληματισμούς μας που αφορούν γενικότερα την αποδοχή μεταχειρισμένων σκαφών. Η εμπειρία από την παραχώρηση των σκαφών κλάσεως «Knox» και ιδιαίτερα των «C. F. Adams» δεν είναι πολύ καλή, αφού παρά το μεγάλο κόστος του πακέτου παραχώρησης (υπολογίζεται περί τα 180 εκ. δολ. μόνο για τα Adams), συναντήσαμε πολλά προβλήματα (με ευθύνη κυρίως της αμερικανικής πλευράς) στην εκπαίδευση και υποστήριξη των σκαφών αυτών αλλά και στην παλαιότητα του υλικού.

Αντίθετα, η εμπειρία από την περίπτωση των σκαφών κλάσεως «S» είναι καλύτερη, αλλά τα σκάφη ήδη υπηρετούσαν στο Π.N. Πριν λοιπόν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση, θα πρέπει το Π.N. να εξασφαλίσει:

α) Αγορά των σκαφών υπό όρους ή μίσθωση με μεγάλο χρονικό ορίζοντα (10-15 ετών) που να δικαιολογεί την επένδυση. Οι όροι παραχώρησης είναι μία πολύ σημαντική παράμετρος, καθώς για την παραχώρηση σκαφών με εκτόπισμα μεγαλύτερο των 3.000 t ή ηλικίας μικρότερης των ετών (η κλάση εμπίπτει και στα δύο) απαιτείται άδεια από το Κογκρέσο σε συνεννόηση με τα Υπουργεία Εξωτερικών, το Πεντάγωνο και το Γραφείο του Ναυτικού. Εδώ υπάρχει η περίπτωση να παρουσιασθούν «κωλύματα» ή διαμαρτυρίες για σκάφη τέτοιων δυνατοτήτων. Πιθανή παραχώρηση τέτοιων σκαφών στο τουρκικό ναυτικό είναι απίθανη, καθώς αυτό προσανατολίζεται σταθερά στο πρόγραμμα TF-2000. Η πρόσφατη απόφαση παραχώρησης των σκαφών κλάσεως Perry θα είναι ένα καλό επιχείρημα υπέρ της παραχώρησης των σκαφών στο Π.N.

β) Η παράδοση των σκαφών με πλήρη εξοπλισμό εκτός ίσως από μετατροπές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών συστημάτων, που ούτως ή άλλως απαιτεί αλλαγές για τις οποίες πρέπει έγκαιρα να κινηθεί το Π.N., ώστε αυτό να προσαρμοσθεί στις ανάγκες του. Ο λεπτομερής έλεγχος της κατάστασης των σκαφών είναι απαραίτητος, αν και σημειώνουμε ότι πρόκειται για ενεργές μονάδες και όχι σκάφη σε εφεδρεία.

γ) Η εκπαίδευση του προσωπικού και η παραχώρηση των σχετικών εγχειριδίων των συστημάτων και αρχική υποστήριξη των σκαφών. Σημειώνουμε ότι ένας σημαντικός αριθμός συστημάτων πανομοιότυπος ή με μικρές παραλλαγές υπηρετεί ήδη στο Π.N. [πυροβόλα Mk45/127mmm, σύστημα CIWS Mk15 Phalanx, κινητήρες LM2500, σύστημα ESM SLQ-32(V), εκτοξευτής Mk141 και βλήμα RGM-84A, ραντάρ SPG-51D και το σόναρ SQS-53A που αποτελεί εξέλιξη του SQS-26CX των Knox]. Η ενδεχόμενη μάλιστα απόσυρση των σκαφών κλάσεως Adams/Knox με τα σκάφη κλάσεως «Kidd» θα απλοποιήσει την κατάσταση, αφού θα μειώσει τους τύπους μεγάλων μονάδων επιφανείας σε τρεις (με κοινά μάλιστα συστήματα) και στην οριστική απόσυρση των προβληματικών και ενεργοβόρων συστημάτων πρόωσης των «Knox» και κυρίως των «Adams».

δ) Η εξέταση του παράγοντα κόστος. Σε κάθε περίπτωση πιστεύουμε ότι το συνολικό πακέτο παραχώρησης δε θα πρέπει να υπερβεί τα 700 εκ. δολ., όσο είναι δηλαδή περίπου το κονδύλι του ΕΜΠΑΕ που έχει υπολογίσει το Π.N. για την απόκτηση επιπλέον 2 Φ/Γ κλάσεως ΜΕΚΟ-200ΗΝ.

ε) Οι υψηλές απαιτήσεις επάνδρωσης (1.428 άνδρες συνολικά) δε θα πρέπει να απασχολούν το Π.N., καθώς ο παροπλισμός των «Knox» και «Adams» θα απαγκιστρώσει πάνω από 2.200 άνδρες. Αντίθετα, θα πρέπει να εξεταστεί η υποδομή του Π.N. για την υποστήριξη σκαφών τέτοιου μεγέθους και οι απαραίτητες μετασκευές, αν και πιστεύεται ότι ο Ναύσταθμος Σούδας λόγω των απαιτήσεων στα πλαίσια του N.A.T.O. παρέχει ανάλογη δυνατότητα. Aλλωστε το πρώτο βήμα έγινε ήδη με τα «C. F. Adams» με εκτόπισμα 4.825 t, ενώ σε όλες τις νέες σχεδιάσεις σκαφών (LCF, F124) AAW/C² το εκτόπισμα προσεγγίζει τους 6.000 t, όσο αναμένεται να φθάσει και στην περίπτωση του προγράμματος TF-2000 του Π.N. Τα τελευταία χρόνια εξάλλου έχουν εκλείψει οι αφορισμοί για τα σκάφη μεγάλου εκτοπίσματος στο Αιγαίο, αφού πέραν των άλλων επιχειρημάτων (οπλικό φορτίο, αυτονομία, δράση σε κακές καιρικές συνθήκες) έχει προστεθεί και το Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και η συνεχής αυξανόμενη απειλή από την THK.

στ) Ο χρόνος παράδοσης και αξιοποίησης (υπολογίζεται με βάση την εμπειρία των «Adams» σε δύο περίπου έτη) των σκαφών να είναι ο συντομότερος δυνατός χωρίς παλινωδίες, αφού τα σκάφη είναι ήδη ηλικίας 15-16 ετών. Σε ό,τι αφορά το επιχειρησιακό σκέλος, αρχικά θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η 5ετής των A/T «C. F. Adams» είχε αποτέλεσμα το Π.N. να «εθιστεί» στην ενσωμάτωση μονάδων AAW στο στόλο, αντίθετα με τη διάρθρωση του στόλου στη δεκαετία του ’80. Έτσι η ένταξη των σκαφών αυτών στον επιχειρησιακό σχεδιασμό θα είναι απλούστερη.

Η σύγκριση της κλάσης «Kidd» με κάποιες από τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις (αναβάθμιση/διατήρηση «C. F. Adams», κλάση «O. H. Perry» και κλάση «L») στο θέμα κάλυψης των αναγκών AAW, όπως παρουσιάστηκαν στα τεύχη 150 και 151 της «Π», θα ήταν άδικη. Οι δυνατότητες της κλάσης στον τομέα αυτό αλλά και στη διεξαγωγή των λοιπών επιχειρήσεων είναι πολύ υψηλότερες. Η υπεροχή εστιάζεται τόσο στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό όσο και στα οπλικά συστήματα. Κάποιες συγκρίσεις θα μπορούσαν να γίνουν μόνο με την κλάση «L» στην περίπτωση που αυτή εφοδιαζόταν με ένα σύγχρονο 3D ραντάρ ένδειξης στόχων, αλλά διατηρεί ως κύριο οπλικό σύστημα το παλαιότερο βλήμα και εκτοξευτή SM-1MR/Μk 13 έναντι του συνδυασμού SM-2MR και των δύο Μk26.
Στην περίπτωση αντικατάστασης της κλάσης «Knox» οι ASW δυνατότητες δε θα μειωθούν, αφού η κλάση «Kidd» διαθέτει ανάλογο sonar με αναβαθμισμένες δυνατότητες σε σχέση με το SQS-26CX, καλύτερο σύστημα UWFCS και τη δυνατότητα υποδοχής των ελικοπτέρων S-70B-6 «Aegean Hawk».
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο τεύχος 150, η καλύτερη επιλογή θα ήταν η έναρξη ενός προγράμματος νέων ναυπηγήσεων 2+2 σκαφών AAW/C² με την αξιοποίηση της τεχνολογίας των Ενεργών ραντάρ διάταξης φάσης των εκτοξευτών VLS κ.ά. Αυτή τη στιγμή και στο άμεσο μέλλον η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος είναι μάλλον ανέφικτη, καθώς το κόστος ανά μονάδα φαίνεται να υπερβαίνει τα 600 εκ. δολ. Στο ΕΜΠΑΕ υπάρχει ένα κονδύλι περίπου 700 εκ. δολ. που αφορά τη συνέχιση του προγράμματος ναυπηγήσεων των ΜΕΚΟ-200ΗΝ με δύο ακόμη σκάφη. Το πρόγραμμα, όμως, αυτό επιχειρησιακά δε δίνει λύσεις στον τομέα της AAW.

Λόγω εκτοπίσματος η κλάση ΜΕΚΟ-200ΗΝ δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το νέο εξοπλισμό παρά το ότι θεωρητικά θα μπορούσε να εγκατασταθεί το ραντάρ SPY-1F και μια ελαφριά έκδοση του AEGIS, όπως σχεδιάζει η Αυστραλία για την κλάση ANZAC. Και αυτό γιατί θα παρουσιαστούν άλλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα η εγκατάσταση εκτοξευτή VLS με επαρκή χωρητικότητα βλημάτων Aμυνας Περιοχής για την αξιοποίηση της δυνατότητας πολλαπλών εμπλοκών. Ακόμη και στην περίπτωση που θα μπορούσαν να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά, το κόστος δε θα περιοριζόταν φυσικά στα 350 εκ. δολ. ανά σκάφος, αλλά θα ήταν σημαντικά υψηλότερο.
Αυτό που απομένει λοιπόν είναι να εκτιμήσει το Π.N. την πορεία του προγράμματος TF-2000. Το τελευταίο έχει ήδη καθυστερήσει αρκετά, καθώς ήδη από τον Αύγουστο του 1996 οι εταιρίες έχουν απαντήσει στην αίτηση για πληροφορίες RFI και ο σχετικός διαγωνισμός δεν έχει ακόμη προκηρυχθεί. Έτσι το αρχικό χρονοδιάγραμμα, που προέβλεπε παράδοση του πρώτου σκάφους το 2003 και ολοκλήρωση του προγράμματος έως το 2008, είναι μάλλον ανέφικτο και έτσι η πρώτη παράδοση μετατίθεται για το δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας, με την προϋπόθεση ότι το πρόγραμμα θα ξεκινήσει άμεσα.

Επίσης θεωρούμε ότι το κονδύλι των 2,5 δισ. δολ. για έξι σκάφη (περίπου 420 εκ. δολ. ανά σκάφος) είναι αρκετά αισιόδοξο. Η υπεροχή της κλάσης TF-2000 έναντι της κλάσης «Kidd» εστιάζεται κυρίως στο Ενεργό Ραντάρ διάταξης φάσης και το σύγχρονο Σύστημα Διαχείρισης (Tactical Data System). Οι δυνατότητες των SPY-1D/F και APAR (κυρίως του δεύτερου) είναι εντυπωσιακές στη διατήρηση ιχνών (128 και 250 αντίστοιχα), αλλά κυρίως στην ακρίβεια και εμβέλεια ιχνηλάτησης, με αποτέλεσμα να αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες του SM-2MR επιτρέποντάς του την προσέγγιση σε ακόμη μικρότερη απόσταση από το στόχο (σε σχέση με τα συμβατικά ραντάρ) και την ελαχιστοποίηση του χρόνου καταύγασης.

Έτσι το AEGIS μπορεί να υποστηρίξει έως και 3 εμπλοκές ανά ραντάρ καταύγασης (9 συνολικά στην κλάση DDG-51 και 12 στην κλάση CG-47), ενώ το APAR εκτελεί και τη λειτουργία αυτή, χωρίς να απαιτεί επιπλέον ραντάρ καταύγασης με αποτέλεσμα ο αριθμός των εμπλεκόμενων στόχων να φθάνει τους 16 (!). Οι αριθμοί αυτοί φυσικά περιορίζονται από τη μέγιστη χωρητικότητα για βλήματα SM-2MR των συστημάτων VLS που στις κλάσεις F-124 και LCF φθάνει τα 32 και 40 κελιά. Εδώ οι δυνατότητες της κλάσης «Kidd», παρά το γεγονός ότι δε διαθέτουν VLS, είναι συγκρίσιμες με τέσσερα βλήματα έτοιμα προς βολή και 52 βλήματα απόθεμα, αλλά δε διαθέτουν δυνατότητα μεταφοράς βλημάτων άμυνας σημείου όπως το ESSM. Το ESSM λόγω της συμπαγούς αποθήκευσης στο κάνιστρο Μk25 επιτρέπει την τοποθέτηση τεσσάρων βλημάτων ανά κελί.

Ακόμη και στην περίπτωση υλοποίησης του προγράμματος TF-2000, η κλάση «Kidd» εμφανίζεται ως μία εξαιρετικά αποδοτική λύση σε σχέση με το κόστος και εξασφαλίζει μεσοπρόθεσμα συντριπτική υπεροχή στο Π.N. στο περιβάλλον του Αιγαίου. Και αυτό, όπως προκύπτει από τις προτεραιότητες του Π.N. ή ναυπήγησης νέων Φ/Γ με χαρακτηριστικά ανάλογα των κλάσεων TF-2000/F-124 ή LCF (που θα ήταν και η ορθότερη λύση), μετατίθεται χρονικά για τα τέλη της επόμενης δεκαετίας, καθώς έχει δοθεί προτεραιότητα στα προγράμματα των υποβρυχίων, κορβετών και μικρότερων κλάσεων (περιπολικά και πυραυλακάτους) που αναμένεται να καταναλώσουν σημαντικούς πόρους (ποσό μεγαλύτερο των 420 δισ. δρχ.) όχι μόνο του τρέχοντος ΕΜΠΑΕ, αλλά να επιβαρύνουν και τους αμυντικούς προϋπολογισμούς έως το 2010. Επίσης να σημειώσουμε τη δυνατότητα του σκάφους μελλοντικά να ενσωματώσει αναβαθμίσεις και βελτιωμένο εξοπλισμό που να παρέχει ανάλογη αποτελεσματικότητα με νεότερες κλάσεις όπως η σχεδιαζόμενη TF-2000.
Επεξηγήσεις

1. Πυροβόλο 127mm Mk45DP, 2. διπλός εκτοξευτής κατευθυνόμενων βλημάτων Mk26, 3. τριπλός εκτοξευτής ανθυποβρυχιακών τορπιλών Mk 32 (πίσω από καλύμματα), 4. ελικόπτερο SH-2G/SH-60B, 5. κεραία δ OE-82ορυφορικού συστήματος WSC-3 UHF SATCOMM, 6. σύστημα Mk 15 CIWS (πίσω από την υπερκατασκευή της εξαγωγής), 7. καταυγαστήρας SPG-51D, 8. ραντάρ SPG-60, 9. ραντάρ έρευνας SPS-48E 3D, 10. βλήματα Harpoon, 11. SQL-32(V)3 EW, 12. ραντάρ SPG-55 έρευνας επιφανείας, 13. ραντάρ SPS-49(V)5 έρευνας αέρος, 14. SPQ-9A ραντάρ ελέγχου βολής πυροβόλων.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...