Όλη η αλήθεια για την εκκλησιαστική περιουσία

Devanath / pixabay
Η πρώτη εκκλησία του Χριστού ιδρύθηκε από τους Αποστόλους αμέσως μετά την Πεντηκοστή. Οι Άγιοι Απόστολοι δημιούργησαν , πέραν των άλλων, ένα ταμείο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Εκεί συγκεντρώνονταν χρήματα , κυρίως από τις προσφορές των πιστών. Η διαχείριση ήταν χριστή, διαφανής και δίκαιη με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της κοινότητας.
Αντώνης Κρούστης
 Ο Απόστολος Παύλος καθιέρωσε την λεγόμενη «Λογία» που σκοπό είχε τη στήριξη των αναξιοπαθούντων ατόμων της κοινότητας Παράλληλα δε, καθιέρωσε την υλική αμοιβή προς τους ιερείς, που έπρεπε και αυτοί να ζήσουν, αφού σαν αποκλειστική διακονία είχαν την κήρυξη του ευαγγελίου.( Α. Κορινθίους 9,7-14). Το παράδειγμα αυτό ακολούθησαν όλοι οι μεταγενέστεροι Πατέρες της εκκλησίας. Οργάνωσαν φιλανθρωπικό έργο, περίθαλψη ενδεών και απόρων οικογενειών και ατόμων,  καταβολή εξόδων για την αποφυλάκιση ατόμων από τις φυλακές ,  ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ασθενών,  οικονομική ενίσχυση απόρων μαθητών και σπουδαστών και  άμεση παροχή κάθε υλικής ή άλλης βοήθειας σε άτομα και ομάδες που βιώνουν συνθήκες φτώχειας, οικονομικού και κοινωνικού αποκλεισμού. Μερίμνησαν επίσης για την κάλυψη πνευματικών και υλικών αγαθών, ανήγειραν ναούς και ιδρύουν και συντηρούν ορφανοτροφεία, γηροκομεία κ.ο.κ. μέχρι τις μέρες μας.

Στα χρόνια του Βυζαντίου οι δωρεές, η  προσωπική εργασία και οι κληρονομιές μετέπειτα βυζαντινών αξιωματούχων αλλά και πολλών πολιτών που γίνονταν μοναχοί και παραχωρούσαν περιουσιακά τους στοιχεία στην εκκλησία, ήταν οι πρώτες πηγές δημιουργίας της ακίνητης περιουσίας της εκκλησίας
Κατά την περίοδο αυτή η Εκκλησία και το Κράτος ήταν δυο μορφές εξουσίας που στην ουσία συνδιοικούσαν την τότε αυτοκρατορία... Αυτή η μορφή του πολιτεύματος κράτησε μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η πάλε ποτέ κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία αντικαταστάθηκε βιαίως από μια διαφορετικής μορφής εξουσίας , την Οθωμανική αυτοκρατορία και ο ελληνισμός εντάχθηκε κάτω από μια σκληρή κεντρική διοίκηση.
Ο Μωάμεθ ο Πορθητής αναγνώρισε τον τότε Πατριάρχη Γεννάδιο ως τον εκκλησιαστικό ηγέτη των ελλήνων οι οποίοι τον ανέδειξαν ατύπως και ως πολιτικό ηγέτη. Έτσι δημιουργήθηκε η Εθναρχία, δηλ. η δημιουργία άτυπου κράτους μέσα στο κράτος. Έτσι λοιπόν κατά την μακρά περίοδο των 400χρονων υποδούλωσης, η εκκλησία υπήρξε η πολιτική και η θεσμική εξουσία των ελλήνων και αυτή που διέσωσε την ιστορική κληρονομιά του γένους.
Κατά την Οθωμανική κατοχή, η κεντρική διοίκηση των Οθωμανών είχε βγάλει ένα φιρμάνι που υποχρέωνε την κατοχύρωση της περιούσιας στο οθωμανικό κράτος κάθε Έλληνα που απεβίωνε και δεν είχε φυσικούς κληρονόμους. Για να μην μεταβιβασθεί ελληνική περιουσία σε τουρκικά χέρια οι άκληροι έλληνες δώριζαν την περιουσία τους στην εκκλησία. Έτσι λοιπόν η εκκλησία βρέθηκε με μια τεράστια περιουσία που δεν θα την αποκτούσε ποτέ κάτω από άλλες συνθήκες.
 Μετά τη επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ελληνικού κράτους μπήκε στο τραπέζι δυο ζητήματα διάκρισης εξουσιών. Το ένα ήταν η σχέση της εκκλησίας με το ελληνικό κράτος και η σχέση της  εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το 1833 τελικά ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της ελλαδικής εκκλησίας με βασιλικό διάταγμα με τρεις βασικούς άξονες . α) Το αυτοκέφαλο, β) Το Καισαροπαπικό σύστημα διοίκησης και γ) τη διάλυση των μοναστηριών.
Όσον αναφορά τον τρίτο άξονα που μας ενδιαφέρει στο παρόν άρθρο, στις 18 Ιανουαρίου 1833 η αντιβασιλεία του Όθωνα  με βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε την κατάργηση 534 ανδρικών μοναστηριών που είχαν κάτω από 6 μοναχούς και σχεδόν όλα τα γυναικεία. Δημεύτηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία τους και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε δωρεά προς αυτά.  Η περιουσία τους περιήλθε στο δημόσιο και τα διατηρούμενα (μοναστήρια) φορολογήθηκαν.
Ομοίως η περιουσία των ενοριακών ναών περιήλθε στους Δήμους. Μέρος της περιουσίας διατέθηκε για την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους. Όσον αναφορά τη μισθοδοσία των κληρικών τα πρακτικά της Επιτροπής αναφέρουν : «Εκρίθησαν επάναγκες, οι μεν επίσκοποι να μισθοδοτώνται αυτάρκως και αναλόγως του χαρακτήρος των κατ’ ευθείαν παρά της Κυβερνήσεως.., οι δε πρεσβύτεροι διάκονοι και λοιποί υπηρέται των Εκκλησιών, κυρίως μεν παρά των Κοινοτήτων. Όταν δε οι πόροι της Κοινότητος δεν εξαρκούν, η Κυβέρνησις να αναπληροί το ελλείπον από των προειρημένων πόρων». (Πρακτικά 26 Απριλίου 1833).
Το αποτέλεσμα αυτού ήταν και ο μοναχισμός να δεχθεί καίριο πλήγμα και η παιδεία να μην καρπωθεί τα αναμενόμενα μιας και οι επιτήδειοι φρόντισαν να ιδιοποιηθούν την τεράστια αυτή περιουσία πουλώντας πολλά από τα ιερά σκεύη και κειμήλια στα παζάρια.
Με το Βασιλικό Διάταγμα της 20.5/1.6.1836 «περί εκκλησιαστικών κτημάτων» έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση (χωρίς καταβολή αντιτίμου) και άλλων τεραστίων σε έκταση κτημάτων και των σε λειτουργία Μονών, δήθεν «χάριν θεαρέστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων» (βλέπε Κων. Μ. Ράλλη, Το αναπαλλοτρίωτον της εκκλησιαστικής περιουσίας, 1903, σσ. 28-30, 51-52). Στην περιουσία που απέμεινε επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία, που όταν αυτή δεν ήταν δυνατόν να καταβληθεί, οδηγούσε σε δημόσιους πλειστηριασμούς!
Στις 29 Απριλίου 1843 με άλλο Διάταγμα η όλη κινητή και ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία περιέρχεται στο Δημόσιο του οποίου η επί των οικονομικών Γραμματεία αναλαμβάνει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι του κλήρου. Γεγονός που δεν τηρήθηκε ούτε κατ’ελάχιστον .
Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, μετά τους βαλκανικούς και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 ("αγροτικός νόμος") και άλλους μεταγενέστερους (π.χ. 2189), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και  πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους "προφανούς ανάγκης και δημόσιας ωφελείας». Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομμύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομμύρια οφείλονται ακόμα! (για το μέγεθος της απαλλοτριωτικής επιβολής του Κράτους βλέπε: (υπ’ αρ. 976/780/18.4.1947 έγγραφο του Ο.Δ.Ε.Π. προς τη Γεν. Διεύθυνση Δημόσιου Λογιστικού του υπουργείου Οικονομικών). Τα περισσότερα μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία! Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργική γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ και η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αδιαλλαξίας του κράτους απέναντι στην εκκλησία ήταν, όταν αντέδρασε ο  Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου Μελέτιος Μεταξάκης, ζητώντας εξηγήσεις για την κατασπατάληση της περιουσίας της εκκλησίας και  τις μη αναληφθείσες υποχρεώσεις του απέναντι της, αναγκάζοντας τον να την ζητήσει πίσω. Η απάντηση του υπουργείου ήταν ότι δεν κατείχε τα βιβλία του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, τα κτηματολόγια και τα λογιστικά της περιουσίας γιατί κάηκαν σε πρόσφατη πυρκαγιά  στο  Υπουργείο.
Αντ’ αυτού το Κράτος με τον νόμο 4684/1931 επέβαλε ουσιαστικά την εκποίηση («ρευστοποίηση») ενός ακόμα μεγάλου τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, παρά τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας. Τα χρήματα τοποθετήθηκαν σε «εθνικά ομόλογα». Ο πόλεμος λίγα χρόνια μετά, η γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος διέλυσαν την εθνική οικονομία μαζί και την αξία των ομολόγων.
Στις 11 Νοεμβρίου 1939 διαβάζουμε στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδας «Εκκλησία», αριθμός φύλλου 44 – 45, ένα κείμενο με τίτλο «Τυχερά και δικαιώματα» από τον Ταλαντίου Προκόπιο. Το κείμενο αυτό αναφέρει την υποχρέωση των πιστών εις την συντήρηση του κλήρου. Οι πιστοί κάθε ενορίας έδιναν μια μικρή βοήθεια υπέρ του ιερέως κάθε φορά που προσέρχονταν στη Θεία Λειτουργία ή πρόσφεραν κάποια αμοιβή για την τέλεση των Αγίων μυστηρίων.  Μετά όλα αυτά εξηγείται πως συντηρείται μέχρι τις μέρες μας το κατάλοιπο  να προσφέρουμε κάτι στον ιερέα κάθε φορά που μας κάνει κάποιο Ευχέλαιο, μνημόσυνο, βάφτιση , γάμο κλπ
Αυτά μέχρι το 1945 που το Κράτος με απόφαση του εκδίδει τον  Α.Ν. 536/1945 «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος, του τρόπου πληρωμής αυτών και περί καλύψεως της σχετικής δαπάνης». Από την 1 Οκτωβρίου 1945 οι ενοριακοί Ναοί απαλλάσσονται από την υποχρέωση της καταβολής της μισθοδοσίας των Ιερέων γιατί αναλαμβάνει πλέον η Πολιτεία την μισθοδοσία αυτών, κατόπιν συμφωνίας που επήλθε μεταξύ αυτής και της Εκκλησίας. Και ενώ τα πράγματα φαίνονταν να αποκαθίστανται η Πολιτεία υποχρεώνει τους ναους να καταβαλουν ανα τρίμηνο το 25% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων στην οικεία Οικονομική Εφορία. Η μη καταβολή του έθετε σε κίνδυνο τη μη πληρωμή των μισθών και συντάξεων των κληρικών. Έτσι εκλύθηκαν και πάλι οι πιστοί να συμβάλουν με τον οβολόν τους τις νέες υποχρεώσεις της εκκλησίας απέναντι στο αφερέγγυο κράτος.
 Η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή (1946-50) και η ειδική Επιτροπή για τη σύνταξη Σχεδίου Συντάγματος, στο άρθρο 143 προέβλεπε την πλήρη απαλλοτρίωση όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς αντάλλαγμα! Το σχέδιο ματαιώθηκε μετά από τη αντίδραση της Ιεραρχίας
Το 1947, εν μέσω εμφυλίου πολέμου , η πολιτεία επανέρχεται και με νομοσχέδιο (Ν.Δ. 327/1947) παραχωρείται η γεωργική και χορτολιβαδική περιουσία της εκκλησίας στους ακτήμονες με υποχρεωτική μίσθωση για δέκα χρόνια. Αργότερα η περιουσία αυτή απαλλοτριώθηκε ολοκληρωτικά και τα μοναστήρια έμειναν τελικά χωρίς περιουσία.
Το 1949 μετά τον εμφύλιο η κυβέρνηση κάλεσε τους πάντες να συμμετέχουν στην αποκατάσταση των πληγέντων από τον πόλεμο και παίρνοντας την Εκκλησιαστική Περιουσία για τρίτη φορά συμφώνησε να επιβαρυνθεί αυτό τους μισθούς των ιερέων.
Οι αφόρητες πιέσεις του Κράτους είχαν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την υπογραφή της από 18.9.1952 «Συμβάσεως περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων», που κυρώθηκε με το Β.Δ. της 26.9/8.10.1952 (ΦΕΚ 299 Α΄). Η Σύμβαση αυτή ήταν επαχθής για την Εκκλησία, αφού υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της και τα 2/3 των βοσκοτόπων. Το αντάλλαγμα; Μόλις το 1/3 της πραγματικής αξίας και κάποια αστικά ακίνητα/οικόπεδα. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980- ως υποχρέωση του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο -όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932- συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού. Κατά τη διάρκεια των ετών αυτών η εκκλησία κατέβαλε εισφορές( 25% -35%  ) από τα ακαθάριστα έσοδα των ενοριακών ναών.  Διευκρινίζουμε ότι η μισθοδοσία του κλήρου καλύπτει μόνο τους ιερείς και όχι τους μοναχούς ή μοναχές. Πού λοιπόν τα αναφερόμενα για –δήθεν- «δημόσιους υπαλλήλους" ; Μόνο οι τόκοι από την δημευθείσα εκκλησιαστική περιουσία φθάνουν για να θρέψουν γενιές κληρικών.
Το 1953, ένα χρόνο μετά η πολιτεία αλλάζει τον νόμο και χαρακτηρίζει τα κτήματα της εκκλησίας ως «διακατεχόμενα» (κτήματα χωρίς νόμιμους τίτλους) έως εμφανισθεί ο έχων την κυριότητα.  Τι σημαίνει αυτό; Αμφισβήτηση της κυριότητας της περιουσίας. Όταν το ελληνικό κράτος δεν υπήρχε, οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήταν τα αυτοκρατορικά έγγραφα, τα σουλτανικά φιρμάνια, τα χρυσόβουλα, τα πατριαρχικά σιγίλια κ.ο.κ.. αυτά έθεσαν προς αμφισβήτηση με αποτέλεσμα η εναπομείνασα εκκλησιαστική περιουσία να μην μπορεί να αξιοποιηθεί.  
Το 1976 ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων (Γεώργιος Ράλλης) κατάρτισε σχέδιο για την παραχώρηση στο Κράτος των 3/4 (75%) της περιουσίας και η Εκκλησία να κρατούσε το υπόλοιπο 1/4 (25%). Η προσπάθειά του ναυάγησε .
Το 1977, διάδοχός του στον υπουργικό θώκο (Ιωάν. Βαρβιτσιώτης) πρότεινε πιο σκληρό σχέδιο : Το Κράτος να πάρει τα 4/5 (80%) και στην Εκκλησία να μείνει το 1/5 (20%). Κι αυτό δεν υλοποιήθηκε.
 Το 1985 ο υπουργός Παιδείας (Απ. Κακλαμάνης) κατάρτισε νομοσχέδιο με θέμα «Ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας». Ούτε αυτό δεν προχώρησε.
Το 1986 ο υπουργός (Αντ. Τρίτσης) εμφάνισε σχέδιο Συμφωνίας διάρκειας 100 χρόνων για ανάπτυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας και αξιοποίησή της από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, που θα απέδιδαν 10% στην Εκκλησία και 5% στο Κράτος.
Το 1987 το σχέδιο αυτό ψηφίστηκε ως νόμος 1700/1987 χαρακτηρίζοντας τον ως το αποκορύφωμα της κρατικής επιβολής σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας που είχε απομείνει. Ο νόμος αυτός εκτός από τα περιουσιακά επέβαλλε και κανόνες διοίκησης διαχείρισης και εκπροσώπησης της μοναστηριακής περιουσίας. Το Κράτος θα διόριζε το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Δ.Ε.Π., για να διοικεί την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ γινόταν επέμβαση και στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης των ενοριακών ναών. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Πράξη συγκρότησης του Συμβουλίου του Ο.Δ.Ε.Π. (απόφαση 5057/1987) και το Κράτος δεν τόλμησε να εφαρμόσει τους Νόμους 1700/1987 και 1811/1988. Κάποια μοναστήρια  προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση με τους Νόμους αυτούς άρθρων της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της και δικαιώθηκαν. Το Δικαστήριο με την απόφασή του 10/1993/405/483/484/9.12.1994 :
(α) Διαπίστωσε ότι ο Νόμος 1700 παραβίασε θεμελιώδη δικαιώματα των ιερών Μονών για τα περιουσιακά τους δικαιώματα
(β) Ανέτρεψε τη μέχρι τότε υπέρ του Κράτους νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων και επέβαλε σ’ αυτά πλήρη συμμόρφωση προς τη Σύμβαση της Ρώμης
(γ) Διακήρυξε ότι οι Μονές –και άρα η Εκκλησία της Ελλάδος– δεν είναι κρατικοί οργανισμοί, έστω κι αν χαρακτηρίζονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
 (δ) Διασαφήνισε ότι οι Μονές μπορούν να επικαλούνται κάθε τρόπο κτήσεως της κυριότητας της περιουσίας τους (και με χρησικτησία), αφού «δεν υπάρχει κτηματολόγιο στην Ελλάδα», και διότι ήταν αδύνατη η μεταγραφή τίτλων προ του 1856 και η μεταγραφή κληροδοσιών και κληρονομιών προ του 1846, και
(ε) Επέλυσε την αμφισβήτηση, υπέρ των ιερών Μονών, του θέματος των «διακατεχομένων» (κτημάτων χωρίς νόμιμους τίτλους) τα οποία νέμεται η Εκκλησία, με το τεκμήριο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.*
Με αφορμή την αναταραχή που έφερε ο Νόμος Τρίτση το 1987 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εκκλησία»  άρθρο με τίτλο "ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα" Τα στοιχεία που παρατέθηκαν υπό  των μελετητών Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα εκδόθηκαν επισήμως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποκαλύπτοντας ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν:
ΔΗΜΟΣΙΟ
43.598.000 στρέμματα
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
15.553.200 στρέμματα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ
1.282.300 στρέμματα
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ
1.098.400 στρέμματα

Το ερώτημα λοιπόν είναι αμείλικτο. Γιατί το κράτος δεν αξιοποιεί τη δική του περιουσία πρώτα που είναι περιπου 60εκ. στρέμματα και μετά να συζητήσει για την περιουσία της εκκλησίας που είναι λιγότερο από 1,3 εκ. στρέμματα; Ποια σκοπιμότητα κρύβεται πίσω από αυτές τις ενέργειες; Στις μέρες μας η εκκλησία κατέχει μόνο το 4% της αρχικής της περιουσίας του 1830. Τα 1,3 εκ. στρέμματα που υπολογίζουν ότι της ανήκουν , είτε είναι καταπατημένα, είτε είναι δασικές εκτάσεις ,είτε είναι στρέμματα μη καλλιεργήσιμα. Μόνο τα 169.000 στρέμματα αποτελούν καλλιεργήσιμη γη, και ανήκουν σε 10.000 ΝΠΔΔ που είναι Μητροπόλεις, ναοί, μοναστήρια, προσκυνήματα, ιδρύματα, κληροδοτήματα κ.α., το καθένα από τα οποία αγωνίζεται να αυτοσυντηρηθεί και παράλληλα να τα αξιοποιήσει προς όφελος του χριστεπώνυμου πληρώματος της εκκλησιάς.
Όσον αφορά τις εκτάσεις που βρίσκονται σε αστικές περιοχές οι περισσότερες έχουν δεσμευθεί από τους ΟΤΑ για πλατείες, παιδικές χαρές ή χώρους αναψυχής.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα 257 στρέμματα που ανήκουν στην εκκλησία στη περιοχή της Βουλιαγμένης. Από αυτά τα 238 είναι δεσμευμένα από το Δήμο, και ότι έχει πολεοδομηθεί έχει γίνει με παραχώρηση της εκκλησίας.
Η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, η οποία έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα (όταν η Αθήνα δεν ήταν καν η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους) με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), δώρισε τα ακίνητα επί των οποίων έχουν ανεγερθεί η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθηνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο "Ευαγγελισμός", το Αρεταίειο νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαϊκό Νοσοκομείο "Σωτηρία", το Ασκληπείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΠΚΑ Βούλας, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το Γηροκομείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο Αθηνών. 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής, είναι μερικά από τα κτήρια που παραχωρήθηκαν ή ανεγέρθησαν κτήρια σε ακίνητα που δωρίθηκαν από την εκκλησία.  Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού.
Το ίδιο συνέβη και για ολόκληρες περιοχές όπως το Πέραμα, τη Καισαριανή, το Γουδί, ο Καρέας και το μισό Κολωνάκι, καθιστώντας την εκκλησία επάξια σαν τον μεγαλύτερο ευεργέτη του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΚΥΟ (Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών της εκκλησίας της Ελλάδος) τα έσοδα από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας ανήλθαν σε 19εκ ευρώ το 2008 και 12εκ ευρώ το 2009, αντίστοιχα, όταν ο ετήσιος προϋπολογισμός της κεντρικής διοίκησης φθάνει τα 20εκ ευρώ. Με τα χρήματα αυτά συντηρεί  χιλιάδες ιερούς ναούς, πλήθος γηροκομείων, προσφέρει πάνω από 10εκ μερίδες/έτος σε απόρους, επιχορηγεί  βρεφονηπιακούς σταθμούς, ενισχύει, συντηρεί και επισκευάζει εκατοντάδες ιερές μονές, χρηματοδοτεί την ασφάλιση των μοναχών και δαπανά εκατομμύρια ευρώ  για κοινωνικούς, θρησκευτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Τα στοιχεία αυτά τα παραθέτω για αυτούς που πιστεύουν ότι η εκκλησία , χωρίς την περιουσία της, μπορεί να αναλάβει αποκλειστικά και τη μισθοδοσία των ιερέων, όταν αυτή σήμερα  αγγίζει ετησίως τα 200 εκ. Σε περίπτωση αποκοπής τους από τις υποχρεώσεις του κράτους και πληρωμή τους από τα ταμεία της εκκλησίας θα στερήσει πολύ απλά την εκκλησία από το φιλανθρωπικό της έργο.
Η εκκλησία είναι ο οργανισμός με την μεγαλύτερη προσφορά στο ελληνικό κράτος (ανεξαρτήτως οικονομικής κρίσης), σε πείσμα εκείνων που την λοιδορούν με κάθε ευκαιρία.
Το απέδειξε εν έτη 2013 με την παραχώρηση 500.000 στρεμμάτων σε ακτήμονες άνεργους με μακροχρόνια μίσθωση με μηδενικό ενοίκιο, και φορολογική απαλλαγή για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους που θα ενταχτούν στο πρόγραμμα.
*Μισθοί κληρικών, εκκλησιαστική περιουσία, μερικές αλήθειες. Αντώνιος Κασιμάτης. Νομικός σύμβουλος  Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς
Γιατί η εκκλησία δεν θέλει να φορολογείται;
Εδώ η παραπληροφόρηση οργιάζει. Αρκεί να αριθμήσουμε μερικούς από τους φόρους που επιβάλλονται στην εκκλησία.
1.        Φόρος 20% στα εισοδήματα από τις εκμισθώσεις οικοδομών των ιερών ναών, μητροπόλεων κλπ
2.        Έκτακτο ειδικό τέλος  ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών για οικιστική και εμπορική χρήση (εξαιρούνται οι ναοί, ευτυχώς!!!)
3.        Με 3% φορολογικό συντελεστή για την ακίνητη περιουσία της, βάση της αντικειμενικής αξίας. (ευτυχώς εξαιρέθηκαν πάλι  οι ναοί)
4.        Φόρος 0.5% στις κληρονομιές και δωρεές
5.        Τέλος χαρτοσήμου και δικαιώματα ΟΓΑ (2,4%) στις χρηματικές παροχές των χριστιανών προς τους ιερούς ναούς για ιεροπραξίες (γάμοι- βαφτίσεις κλπ.)
6.        Φόρος μισθωτών υπηρεσιών των εκκλησιαστικών υπαλλήλων
7.        ΦΠΑ για υπηρεσίες και αγαθά
8.        Φόρος 8% στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών
9.        Φόρος εισοδήματος 4%  για όλα τα δελτία αποστολής αγαθών.
10.      Φόρος 1% για υγρά καύσιμα
11.      Ταχυδρομικά τέλη
Παρά τους 11 φόρους που επιβάλλονται στην εκκλησία, η Ιερά Σύνοδος με δήλωση της (15-9-2011) δηλώνει ότι δεν επιθυμεί καμία εξαίρεση σε σχέση με τους άλλους μη κερδοσκοπικούς και κοινωφελείς οργανισμούς.
Ο ορθόδοξος ναός αποτελεί το κέντρο της ενοριακής ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά κανόνα, κτίζεται στο κέντρο της συνοικίας, ή του χωριού και οι τρούλοι και το καμπαναριό προεξέχουν των παρακείμενων κτιρίων. Μπορείτε να φανταστείτε τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης , με τα αυτοκρατορικά παλάτια, τα αναγενησιακά κτήρια και τις πιο σύγχρονες υποδομές , κάπου σε μια γωνιά να υπήρχε μια εκκλησία σαν παράπηγμα από ευτελή οικοδομικά υλικά, με κατασκευαστικά λάθη , με αρχιτεκτονική κακογουστιά; Τι θα σκεπτόταν κανείς; Ότι οι άνθρωποι δεν έχουν σαν επίκεντρο της ζωής τους τον Θεό, αλλά ότι επενδύουν μόνο στην κοσμική τους φιλαρέσκεια .Παλαιότερα όταν υπήρχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικότητας και δεν είχε υπεισέλθει το μικρόβιο της αστικής απομόνωσης, ο περίβολος του ναού ήταν τόπος συγκέντρωσης και επίλυσης των προβλημάτων των ενοριτών με κοινή συμμετοχή όλων
Ο ναός είναι το δεύτερο σπίτι του πιστού. Βρέφος όντας εκεί οδηγείται για τον σαραντισμό. Στο ναό λαμβάνει το άγιο Βάπτισμα και αναγεννάται σε νέα εν Χριστώ ύπαρξη. Εκεί στεφανώνεται και μοιράζεται τη χάρα του γάμου του με όλη την τοπική εκκλησία. Εκεί απολαμβάνει τις χαρές των μεγάλων γιορτινών ημερών. Στο ναό χαίρεται τη βάπτιση των παιδιών του. Εκεί μετέχει των ιερών μυστηρίων και λαμβάνει τη λυτρωτική χάρη του Θεού. Μέσα σ’ αυτόν σπεύδει να προσευχηθεί για τις δυσκολίες της ζωής και να αντλήσει δύναμη για την πορεία της ζωής του. Εκεί οδηγείται με το πέρας της επί γης ζωής του, για την εξόδιο ακολουθία του. Στο ναό θα αναπέμπονται εσαεί επιμνημόσυνες δεήσεις γι’ αυτόν και για όλους τους κεκοιμημένους πιστούς.
Τα εισοδήματα της εκκλησίας πηγάζουν από τον λαό και σ’αυτόν διατίθενται. Πολλά οικονομικά συστήματα και θεωρίες θα ζήλευαν τον τρόπο «αναδιανομής της αγάπης» προς τα μέλη τους. Ίσως για το λόγο αυτό να δικαιολογείται και η πολεμική εναντίον της. Η οικονομία είναι κλάδος της ηθικής και η εκκλησία, σε πείσμα κάποιων, διαχειρίζεται τα οικονομικά της με χρηστό τρόπο, απόδειξη της ηθικής της η οποία προέρχεται από τον έναν και μοναδικό ιδρυτή της, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
* Αποσπάσματα από το βιβλίο «Μύθοι εναντίον του Θεού και της εκκλησίας Του» εκδόσεις Άθως
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...