Η Συμφωνία των Πρεσπών συνεχίζει να δημιουργεί κάκιστα για την Ελλάδα τετελεσμένα

Μετά την υπερψήφιση της πρότασης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση από την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων της Βουλή της πΓΔΜ, που πέτυχε να εξασφαλίσει ο Ζόραν Ζάεφ, η διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος της γείτονος χώρας περνά στα επόμενα στάδια. Αναμένονται δύο επιπλέον ψηφοφορίες, η μεν πρώτη με απλή πλειοψηφία 61 βουλευτών στους 120 για την έγκριση των σχεδίων των συνταγματικών τροπολογιών και η δεύτερη με πλειοψηφία δύο τρίτων (80 βουλευτές στους 120) για την έγκριση των τελικών κειμένων των τροπολογιών.

Από: liberal.gr
Του Ιωάννη Λεοντακιανάκου*

Πλέον, διαφαίνεται ότι και στις επόμενες ψηφοφορίες θα υπερψηφισθεί η πρόταση για τις συνταγματικές αλλαγές και η όλη διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του τρέχοντος έτους. Με άλλα λόγια, η πΓΔΜ (το Δεύτερον συμβαλλόμενο Μέρος στην Συμφωνία των Πρεσπών) θα έχει ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της, σύμφωνα με το “Άρθρο 1 παράγρ. 4 ε”, για ολοκλήρωση των συνταγματικών τροποποιήσεων έως το τέλος του 2018.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα (το Πρώτον συμβαλλόμενο Μέρος στην Συμφωνία των Πρεσπών) υποχρεούται, σύμφωνα με το “Άρθρο 1 παράγρ. 4 ζ”, να κυρώσει χωρίς καθυστέρηση την εν λόγω Συμφωνία.

Και στην περίπτωση αυτή “Τέρμα στα Ψέματα”.

Η Τελική Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της πΓΔΜ, που υπεγράφη από τους ΥΠΕΞ των δύο χωρών στις Πρέσπες την 17η Ιουνίου 2018, είναι μια κάκιστη για την ελληνική πλευρά διμερής συμφωνία.Όχι απλά δεν λύνει προβλήματα (όπως κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν θέτοντας ψευδοδιλλήματα), αλλά, αντιθέτως, επιδοτεί τον Σκοπιανό αλυτρωτισμό - μεγαλοϊδεατισμό, επικροτεί την (εκ μέρους των Σλαβομακεδόνων) ιστορική παραπληροφόρηση, απεμπολεί την ιστορία της Μακεδονίας αλλά και τις θυσίες όλων όσων αγωνίσθηκαν και θυσιάστηκαν για την διατήρηση της ελληνικότητας της, και παραδίδει αμαχητί οικονομικά κεκτημένα στους γείτονες μας.

Το σοβαρότερο ολίσθημα της εξωτερικής πολιτικής, στο οποίο έχει υποπέσει η χώρα μας από την έναρξη των διαπραγματεύσεων με τους βόρειους γείτονές μας, δεν είναι η αποδοχή ύπαρξης του όρου “Μακεδονία ή παραγώγου του” για χρήση του στην ονοματολογία (βάπτισμα) του κράτους των Σκοπίων.Θα μπορούσε η ελληνική κοινή γνώμη να δεχθεί την παραχώρηση,κατανοώντας την προΰπαρξη και χρήση του ονόματος “Μακεδονία” εσωτερικά στην πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία (την οποίαν είχαμε αποδεχθεί λόγω διεθνών πιέσεων, προγενέστερων λαθών και παραβλέψεων, και ολιγωρίας/αδυναμίας αποτελεσματικής αντίδρασης), καθώς και το εθνικό αδιέξοδο που έχει περιέλθει η σημερινή γενιά των Σκοπιανών.

Το σοβαρότερο ολίσθημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ήταν η αποδοχή γεωγραφικού προσδιορισμού στο όνομα Μακεδονία για τα Σκόπια, καθώς αυτό “προσθέτει λάδι στο καντήλι” του αλυτρωτισμού - μεγαλοϊδεατισμού των Σλαβομακεδόνων. Και αυτό ακριβώς κάνει σήμερα η αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας του δικαιώματος της πΓΔΜ να ονομασθεί “Βόρεια Μακεδονία” (Άρθρο 1 παραγρ. 3 α), καθώς αυτόματα υπονοείται μια διαμελισμένη Μακεδονία, όπου ένα τμήμα της είναι το “Βόρεια Μακεδονία”.

Ειδικότερα, καθώς ο αλυτρωτισμός - μεγαλοϊδεατισμός διεκδικεί και επιδιώκει “με ειρηνικά και μη μέσα” την απελευθέρωση όλων των εδαφών, τα οποία στη διάρκεια της ιστορίας κατείχε ή υποτίθεται ότι κατείχε το (αλύτρωτο) κράτος, είναι αυτονόητο ότι οι “Μακεδόνες του βορείου τμήματος” είναι ιστορικά και εθνικά δεσμευμένοι να αγωνισθούν για την επανένωση όλων των γεωγραφικών τμημάτων της Μακεδονίας. Και είναι ουτοπικό να πιστέψουμε ότι μπορούν κάποιες λέξεις σε ένα κείμενο να αποτρέψουν τους βορείους γείτονές μας από αυτόν τον εθνικό οραματισμό τους.

Το παραπάνω στοιχείο έρχεται να δέσει σε έναν “Γόρδιο Δεσμό” με την αποδοχή ότι η ιθαγένεια/εθνικότητα (nationality) σύμφωνα με το “άρθρο 1 παραγρ. 3 β”, και η επίσημη γλώσσα σύμφωνα με το “άρθρο 1 παραγρ. 3 γ” θα είναι η Μακεδονική, και οι (σλάβοι) κάτοικοι σύμφωνα με το “άρθρο 1 παραγρ. 3 δ” θα αποκαλούνται “Μακεδόνες”.

Μία υποφερτή για τα ελληνικά συμφέροντα λύση θα ήταν μια αμετάφραστη σύνθετη ονομασία, όπως το “NovaMakedonija - НоваМакедонија”, στο οποίο αφενός το Μακεδονία αναφέρεται στο σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα και το Νέα ορίζει ότι το εν λόγω υποκείμενο (συγκεκριμένα η εν λόγω περιοχή) δεν έχει σχέση με το αρχικό πρωτότυπό (ελληνική Μακεδονία). Όσο για την εθνικότητα και την γλώσσα θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται από την σλαβική προέλευση τους.

Επιπρόσθετα, η διμερής Συμφωνία έρχεται να “ακρωτηριάσει” την ιστορία της Μακεδονίας, καθώς προβλέπει σύμφωνα με το “άρθρο 8 παραγρ. 5” τον επανακαθορισμό του σχολικού υλικού των συμβαλλομένων μερών από μια Επιτροπή στην οποία θα συμμετέχουν ισότιμα δύο επταμελείς ομάδες από την Ελλάδα και την πΓΔΜ. Αν όμως παρατηρήσουμε τις απόψεις κάποιων από τα μέλη της Επιτροπής (Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών“Φαντασίωση ότι η Μακεδονία ήταν πάντα ελληνική” – Νίκος Τσαουσίδης, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων “Σφαγέας ο Παύλος Μελάς και οι Μακεδονομάχοι ”) καθίσταται πρόδηλον προς τα πού θα κινηθεί η όλη επανεξέταση.

Τέλος, με βάση τη Συμφωνία στα επόμενα τρία χρόνια από την κύρωσή της θα πρέπει να επιλυθούν προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών που αφορούν στα εμπορικά σήματα (brandname “Macedonia”), για τα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και τα Προϊόντα Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ). Στο πλαίσιο αυτό, χιλιάδες επιχειρήσεις από την Ελλάδα αλλά κυρίως από την Μακεδονία εκπέμπουν σήμα κινδύνου ότι κινδυνεύουν να υποστούν δεινή ήττα και ανυπολόγιστες οικονομικές ζημίες.

Άρα, ποιο το κέρδος για την Ελλάδα από τη Συμφωνία των Πρεσπών; Μάλλον μηδαμινό έως μηδενικό.
Μια Συμφωνία που ανακαλύπτει το έθνος των Μακεδόνων (σε αντιπαράθεση με το αρχαίο ελληνικό φύλλο των Μακεδόνων), εφευρίσκει την Μακεδονική γλώσσα (σε αντιπαράθεση με την αρχαία τοπική ελληνική μακεδονική διάλεκτο αντίστοιχη των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων όπως η δωρική, η αττική, κ.α.), βαπτίζει την αρχαία Δαρδανία σε Βόρεια Μακεδονία, επιδοτεί τους αλυτρωτικούς οραματισμούς των Σλαβομακεδόνων, αποδέχεται να επανακαθορισθεί η διεθνώς αναγνωρισμένη ιστορία της Μακεδονίας με βάση τη σκοπιανή “μυθοπλασία”και τέλος παραδίδει οικονομικά ελληνικά (μακεδονικά) κεκτημένα σε μη ουσιαστικά δικαιούμενους διεκδικητές.

Όσο δε για τα τιθέμενα παραπάνω ψευδοδιλλήματα περί κινδύνου διάλυσης του θνησιγενούς κρατιδίου των Σκοπίων, της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας και της δημιουργίας της Μεγάλης Βουλγαρίας, με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να μας προβληματίσουν είναι κενά περιεχομένου.

Μέσω της ρεαλιστικής πολιτικής προσέγγισης του θέματος, ουδόλως θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει η τύχη των βορείων “ψευδομακεδόνων” γειτόνων μας, αν δηλ. το θνησιγενές κρατίδιο των Σκοπίων θα διασπασθεί ή όχι. Οφείλουμε μόνο να ενδιαφερόμαστε για την καταγραφή, ανάδειξη και προάσπιση των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των “ελληνικής συνείδησης” πολιτών των Σκοπίων (για τους οποίους, διαχρονικά, η ελληνική πολιτεία δεν έχει πράξει τα αναγκαία), με όλα τα δικαιώματα που αυτό μας προσδίδει σε οποιαδήποτε μελλοντική αρνητική ή θετική εξέλιξη.

Επομένως, η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν μια κάκιστη για τα ελληνικά συμφέροντα διμερής Συμφωνία. Έχει ήδη δημιουργήσει μια σειρά από τετελεσμένα (π.χ., η έναρξη διαδικασίας προσχώρησης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ έχει ξεκινήσει) και έπονται ακόμη πιο δυσάρεστα, τα οποία θα κληθεί η ελληνική κυβέρνηση (παρούσα και νέα) να τα αντιμετωπίσει.
Στην, εξαιρετικά ελαχίστων πιθανοτήτων, περίπτωση που δεν ολοκληρωθούν οι υποχρεώσεις της Σκοπιανής πλευράς επιτυχώς μέχρι το τέλος, η διαχείριση της όλης κατάστασης, αν και δύσκολη, θα μπορούσε να επαναδιαπραγματευτεί σε μια βελτιωμένη έκδοση.

Εφόσον όμως (όπως όλα δείχνουν) η διαδικασία συνεχίζεται ομαλά και αναμένεται να ολοκληρωθεί από τους Σκοπιανούς εντός του τεθέντος χρονοδιαγράμματος, τότε το πρόβλημα θα μετακομίσει στην ελληνική πλευρά.Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να καταβάλλει μια τιτάνια προσπάθεια, η οποία θα πρέπει, τουλάχιστον, να εστιάσει στην διευκρίνιση/διόρθωση όλων των μελανών στοιχείων και στην διεθνή δέσμευση της άλλης πλευράς επί αυτών.

Οι εξελίξεις τρέχουν. Οψόμεθα.

* Ο Ιωάννης Λεοντακιανάκος είναι Αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν., κάτοχος M.Sc. in Computer Science (Naval Postgraduate School, Monterey, CA, USA) και Μεταπτυχιακού Διπλώματος στη Ναυτική Επιστήμη και Στρατηγική (Σχολή Πολέμου Ναυτικού).
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...