Ο γερμανό-τουρκικός άξονας

Ελπίζουμε και ευχόμαστε να καταλάβουν οι Η.Π.Α. τον ύπουλο ρόλο της Γερμανίας, αφού η Ελλάδα έχει αποδυναμωθεί εντελώς – με μία ηγεσία που κάνει το ένα λάθος πίσω από το άλλο, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει σε ποια τρομακτικά αδιέξοδα οδηγεί τη χώρα μας.
Από: analyst.gr/
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

Ανάλυση

Το χειμώνα του 1999 συνελήφθη στην Κένυα ο επικεφαλής του κουρδικού ΡΚΚ με την «ευγενική συνδρομή» της ελληνικής κυβέρνησης. Το καλοκαίρι η δυτική πλευρά της Τουρκίας βίωσε έναν καταστροφικό σεισμό με το θάνατο 20.000 ανθρώπων και με τη βιομηχανική βάση της να υφίσταται μεγάλες ζημίες – ενώ την άνοιξη του 2001 ακολούθησε η μεγαλύτερη οικονομική κρίση της χώρας, μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την κατάρρευση του νομίσματος της. Οι Τούρκοι εξαθλιώθηκαν, ενώ οι περισσότεροι ένιωσαν εγκαταλειμμένοι από την τότε απίστευτα διεφθαρμένη πολιτική τους ηγεσία (ανάλυση) – με αποτέλεσμα να αναζητούν κάτι καινούργιο.

Η ανάγκη τους αυτή καλύφθηκε από την παράταξη του σημερινού προέδρου της Τουρκίας – από το ΑΚΡ που ιδρύθηκε το 2001, χωρίς να είναι επιβαρυμένο με σκάνδαλα και με την υπόσχεση να καταπολεμήσει τη διαφθορά, το νεποτισμό, καθώς επίσης όλα τα άλλα προβλήματα του πολιτικού συστήματος, οδηγώντας την Τουρκία στην έξοδο από την κρίση. Όλα τα υπόλοιπα κόμματα κατέρρευσαν αφού οι Πολίτες, σε αντίθεση με εμάς τους Έλληνες, είχαν συνειδητοποιήσει τουλάχιστον πως με τα ίδια σαθρά υλικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική αλλαγή.

Υπενθυμίζουμε εδώ πως ο Ερντογάν είχε εκλεγεί δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης το 1994 σε ηλικία σαράντα ετών – ενώ υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του το 1998, επειδή είχε κατηγορηθεί και καταδικαστεί σε τρεις μήνες φυλάκιση, για ανατρεπτικές δραστηριότητες. Επίσης ότι δεν καταγόταν από τους αστικούς κύκλους που αναδείκνυαν έως τότε όλους τους πολιτικούς της Τουρκίας – αλλά από μία πολύ φτωχή οικογένεια που ζούσε σε μία κακόφημη συνοικία του λιμανιού της πόλης

Ο Ερντογάν θεωρήθηκε από τη Δύση ως μία ευπρόσδεκτη θετική αλλαγή, σε σχέση με εκείνους τους πολιτικούς που κυβερνούσαν ανέκαθεν τη χώρα. Ήταν δηλαδή ανοιχτός, ειλικρινής και πιστός στις υποσχέσεις του – ενώ, αν και ισλαμιστής, εμφανιζόταν πρόθυμος να οδηγήσει την Τουρκία στο «χριστιανικό κλαμπ» της ΕΕ, οπότε να δρομολογήσει ότι ήταν απαραίτητο. Έτσι, στα δύο πρώτα χρόνια της θητείας του πραγματοποίησε περισσότερες μεταρρυθμίσεις, από ότι τα προηγούμενα είκοσι χρόνια όλες μαζί οι κυβερνήσεις – υιοθετώντας την ελευθερία της έκφρασης και τη μηδενική ανοχή απέναντι στα βασανιστήρια, καθώς επίσης καταργώντας την ποινή του θανάτου και θεσμοθετώντας τα πολιτισμικά δικαιώματα της κουρδικής μειονότητας.

Σήμερα όμως, 14 χρόνια αργότερα, η ελευθερία της έκφρασης έχει πάψει πια να υπάρχει, μετά το πραξικόπημα του 2016 άρχισαν ξανά να βασανίζονται άνθρωποι στις φυλακές, οι Κούρδοι θεωρούνται τρομοκράτες, ενώ ο Ερντογάν πιέζει το Κοινοβούλιο να θεσμοθετήσει ξανά τη θανατική ποινή – έχοντας εξελιχθεί σε έναν στυγνό δικτάτορα, απίστευτα διεφθαρμένο, ο οποίος έχει καταργήσει εντελώς τη Δημοκρατία στη χώρα του και έχει υπεξαιρέσει όλες σχεδόν τις εξουσίες.

Εύλογα λοιπόν αναρωτιούνται πολλοί σχετικά με το πώς είναι δυνατόν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο – με τους επικριτές του να ισχυρίζονται πως στο παρελθόν, απλά και μόνο για λόγους τακτικής είχε δηλώσει την πίστη του στη Δημοκρατία και στις δυτικές αξίες (κάτι που ίσως θα επαναλάβει σήμερα, επειδή βρίσκεται ξανά σε ανάγκη).

Η μεγάλη αλλαγή του Ερντογάν πάντως άρχισε το 2013, όταν οι νέοι της χώρας ξεκίνησαν τις διαδηλώσεις εναντίον του – με αποτέλεσμα να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που είχε στη διάθεση του για να τους σταματήσει, ακόμη και όπλα. Τότε ακριβώς άλλαξαν ριζικά στάση απέναντι του τα δυτικά ΜΜΕ, κατηγορώντας τον ως δικτάτορα – ενώ αρκετοί αναρωτήθηκαν εάν είχε διαφοροποιηθεί το πολιτικό πλαίσιο και ποιός ο ρόλος της ΕΕ. Κυρίως της καγκελαρίου Merkel και του τότε Γάλλου προέδρου (Sarkozy), οι οποίοι τοποθετήθηκαν ουσιαστικά εναντίον της εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ – για δικούς τους εσωτερικούς πολιτικούς λόγους.
Η προσέγγιση της Τουρκίας με τη Γερμανία
Περαιτέρω, ο Τούρκος πρόεδρος δεν άλλαξε απλά πολιτική στάση και δεν απομακρύνθηκε μόνο από την ΕΕ, απογοητευμένος προφανώς από την αντιμετώπιση της χώρας του – αλλά, επί πλέον, αναμίχθηκε στους πολέμους της Μέσης Ανατολής, προσέγγισε τη Ρωσία, ζήτησε τη συμμετοχή του στη «συμμαχία» των BRICS χωρίς επιτυχία και συγκρούσθηκε μετωπικά με τις Η.Π.Α. Δυστυχώς για τον ίδιο, χωρίς να υπολογίσει την αδύναμη οικονομία της χώρας του – η ανάπτυξη της οποίας στηρίχθηκε σε ξύλινα πόδια όπως είχαμε ήδη από το 2013 επισημάνει (ανάλυση).

Δεν υπολόγισε ούτε τη χρηματοπιστωτική ισχύ της υπερδύναμης και του δολαρίου, με αποτέλεσμα να βυθιστεί η Τουρκία σε μία τεράστια νομισματική κρίση – αφού είναι πράγματι η πιο προβληματική αναπτυσσόμενη οικονομία του πλανήτη, απόλυτα εξαρτημένη από τις εισροές ξένων κεφαλαίων. Είναι επίσης εξαρτημένη από τα βασικά επιτόκια της Fed που συνεχίζουν να ανεβαίνουν, προκαλώντας σεισμό από την Αργεντινή και τη Βραζιλία, έως τη Ν. Αφρική, την Ινδία και την Ινδονησία – όταν την ίδια στιγμή οι Η.Π.Α. έχουν κηρύξει εμπορικό πόλεμο στους πάντες και επιβάλλουν κυρώσεις στους εχθρούς τους, όπως στη Ρωσία ή στο Ιράν, με το τελευταίο να ευρίσκεται ήδη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Στα πλαίσια αυτά η επίσκεψη του Ερντογάν στη Γερμανία, η οποία είναι η μοναδική που μπορεί να τον βοηθήσει μέσω της ΕΚΤ και του ευρώ, ενώ ευρίσκεται ήδη σε αντιπαράθεση με τις Η.Π.Α. τόσο όσον αφορά τους δασμούς, όσο και το Ιράν (ήδη έχει ανακοινώνει ότι δεν θα σεβαστεί τις αμερικανικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν, χρησιμοποιώντας εν ανάγκη το σύστημα πληρωμών της ΕΚΤ για να παρακάμψει το Swift), αποκτά ιδιαίτερη σημασία – αφού είναι η πρώτη φορά που επιλέγεται από κάποια χώρα του «τρίτου κόσμου» το Βερολίνο, αντί της Ουάσιγκτον.

Υπάρχουν δε αναφορές σχετικά με μία νέα στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών, όσον αφορά τον πολεμικό εξοπλισμό – ενώ φαίνεται πως επιδιώκεται με κάθε κόστος η στενότερη σύνδεση της Γερμανίας με την Τουρκία, η οποία απειλεί με την πλήρη απομάκρυνση της από τη Δύση. Ως βασική αιτία λέγεται μεν πως είναι το μεταναστευτικό, αλλά ασφαλώς κρύβονται από πίσω του σημαντικότεροι γεωστρατηγικοί λόγοι – αφού η Τουρκία θεωρείται ως η αναντικατάστατη «γέφυρα επιρροής» προς τον Καύκασο, την κεντρική Ασία και στη Μέση Ανατολή, την οποία δεν θέλει να χάσει η Γερμανία. Από οικονομικής πλευράς είναι επίσης σημαντική για τη Γερμανία η Τουρκία, αφού η τελευταία θέλει να δημιουργήσει μία δική της βιομηχανία πολεμικού εξοπλισμού – η οποία σημαίνει παραγγελίες πολλών δις € για τη γερμανική βιομηχανία.

Εύλογα λοιπόν η Γερμανία θέλει να εκμεταλλευθεί την αντιπαράθεση της Τουρκίας με τις Η.Π.Α., η οποία βέβαια χρονολογείται ήδη από τον πόλεμο του Ιράκ το 2003 – ενώ έχει κλιμακωθεί από τη φυλάκιση του αμερικανού πάστορα και τους διπλάσιους δασμούς που επιβλήθηκαν στις αμερικανικές εισαγωγές ατσαλιού και αλουμινίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ την επιδίωξη της Γερμανίας να συμμετέχει στην (επικερδέστατη) ανοικοδόμηση της Συρίας, όπου θεωρεί απαραίτητη τη συνεργασία της με την Τουρκία – ενώ έχουν ήδη προηγηθεί συναντήσεις για το συγκεκριμένο σκοπό.
Συνεχίζοντας, για τις 25 και 26 Οκτωβρίου έχει προγραμματισθεί ένα ταξίδι του υπουργού οικονομικών της Γερμανίας (P. Altmaier) στην Τουρκία, όπου θα συνοδεύεται από μία 80μελή επιχειρηματική αποστολή – με στόχο να προεδρεύσει στην πρώτη συνεδρίαση μία κοινής επιτροπής εμπορικών και οικονομικών υποθέσεων, η οποία σχεδιαζόταν από πολλά χρόνια τώρα, αλλά δεν είχε πραγματοποιηθεί. Οι πρώτες πωλήσεις γερμανικών εταιρειών πάντως έχουν ήδη δρομολογηθεί – όπως της Siemens, στην οποία παραγγέλθηκαν δέκα τρένα υψηλής ταχύτητας από την κρατική τουρκική εταιρεία σιδηροδρόμων, συνολικής αξίας 340 εκ. €.

Σύμφωνα δε με αναφορές, η γερμανική εταιρεία θα είναι επικεφαλής ενός κονσόρτσιουμ που θα αναλάβει τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού σιδηροδρομικού δικτύου, συνολικού κόστους 35 δις € – ενώ η διασύνδεση του στα πλαίσια του δρόμου του μεταξιού με την Κίνα είναι μάλλον δεδομένη, οπότε η Γερμανία θα έλθει πιο κοντά με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη που θεωρεί πως θα υποσκελίσει σύντομα τις Η.Π.Α.

Εκτός αυτού η Γερμανία, με την τεχνολογία της οποίας κατασκευάζονται οι ανανεώσιμες πηγές ενεργείας (γράφημα) θα συνδράμει στην ανάπτυξη της βιομηχανίας πολεμικού εξοπλισμού της Τουρκίας, στα πλαίσια των προσπαθειών της να ανεξαρτητοποιηθεί από το ΝΑΤΟ – όπου έχει ήδη αρχίσει να αγοράζει όπλα από τη Ρωσία και την Κίνα, όπως το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας S-400. Μεταξύ άλλων η τουρκική BMC σχεδιάζει την κατασκευή τανκς, σε συνεργασία με τη γερμανική Rheinmetall και με την ονομασία «Altay», όπου έχει δοθεί ήδη παραγγελία για 250 από την τουρκική κυβέρνηση – ενώ παράλληλα εκσυγχρονίζονται τα τανκς «Leopard 2A4» του τουρκικού στρατού από τη γερμανική εταιρεία.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, με κριτήριο τα παραπάνω, φαίνεται πως δημιουργείται ένας άξονας μεταξύ της Γερμανίας (ως ηγέτιδας οικονομικής δύναμης της ΕΕ, με τις άλλες χώρες σκλάβους χρέους της λιγότερο ή περισσότερο) και της Τουρκίας – την οποία μπορεί πολύ εύκολα, υπό τις σημερινές συνθήκες της υπερχρέωσης της, να μετατρέψει επίσης σε σκλάβο-χρέους της, ειδικά όταν αυξήσει τις κρατικές της δαπάνες Ενδεχομένως δε η πρόθεση της δεν είναι μόνο η πρόσβαση στα ενεργειακά αποθέματα της Μέσης Ανατολής και στους αγωγούς της περιοχής – αλλά, επίσης, η προσέγγιση της με την Κίνα, ενώ η Ρωσία αποτελούσε ανέκαθεν κόκκινο πανί για τη Γερμανία.

Από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να προσαρτήσει στο άρμα της τα Σκόπια, επιβάλλοντας την παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα – με στόχο της αφενός μεν τη σύνδεση του Δούναβη με τη Θεσσαλονίκη (ανάλυση) και με τα ενεργειακά μας αποθέματα/αγωγούς, αφετέρου τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους σε ολόκληρη την έκταση του. Είναι γνωστό δε πως ο στόχος των Η.Π.Α. δεν είναι άλλος από τη συμμετοχή των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να απομονωθεί η Ρωσία – χωρίς να ενδιαφέρονται για το όνομα που θα επέλεγαν, αρκεί να μην έθετε βέτο η Ελλάδα.

Στα πλαίσια αυτά οι ισχυρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης, σύμφωνα με τους οποίους η παράδοση του ονόματος έγινε υπό το φόβο της διείσδυσης της Τουρκίας στην περιοχή, είναι εκτός τόπου και χρόνου – αφού, αντίθετα, τη διευκολύνει, λαμβάνοντας υπ’ όψιν  τον άξονα Τουρκίας-Γερμανίας. Ελπίζουμε και ευχόμαστε λοιπόν να καταλάβουν οι Η.Π.Α. τον ύπουλο ρόλο της Γερμανίας, αφού η Ελλάδα έχει αποδυναμωθεί εντελώς – με μία ηγεσία που κάνει το ένα λάθος πίσω από το άλλο, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει σε ποια τρομακτικά αδιέξοδα οδηγεί τη χώρα μας.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...