Γιατί η Ελλάδα δε διαθέτει αεροδιαστημική τεχνολογία

Η εθνική αεροδιαστημική τεχνογνωσία θα θωράκιζε την εθνική ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας μας και θα διαιώνιζε την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο

Από τον Αλκιβιάδη Κωνσταντίνο Κεφαλά*
Αναδημοσίευση από: dimokratianews.gr

Η παραίτηση του προέδρου του Ελληνικού Διαστημικού Οργανισμού (ΕΛΔΟ) καθηγητή Κριμιζή, σχεδόν έναν μήνα μετά τον ορισμό του διοικητικού συμβουλίου του οργανισμού, έγινε τη χρονική περίοδο κατά την οποία η Τουρκία ανακοίνωνε τη μαζική παραγωγή του εγχώριου βαλλιστικού πυραύλου Bora, ικανού να πλήττει επιλεγμένους στόχους εντός των Αθηνών εκτοξευόμενος από την τουρκική ενδοχώρα. Ακολούθησε η ανακοίνωση της έναρξης της παραγωγής του εθνικού τουρκικού μαχητικού πέμπτης γενιάς T-FX, το οποίο σταδιακά θα αντικαταστήσει τα τουρκικά μαχητικά έως το 2030. Είχαν προηγηθεί η σχεδίαση, η έρευνα, η ανάπτυξη και η κατασκευή από την κρατική τουρκική αεροδιαστημική βιομηχανία του επιθετικού ελικοπτέρου Τ-129, ενός μεγάλου αριθμού διάφορων πυραυλικών συστημάτων, καθώς και δορυφόρων οι οποίοι περνούν πάνω από το Αιγαίο κάθε 20 λεπτά της ώρας, φωτογραφίζοντας ακόμη και τις βάρκες.

Τα ανωτέρω γεγονότα γεννούν δύο εύλογα ερωτήματα στην κοινή γνώμη. Πρώτον, «γιατί η Τουρκία κατάφερε να αποκτήσει μέσα σε μία εικοσαετία αυτό που σήμερα για την Ελλάδα αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός, δηλαδή διαστημική και αεροναυπηγική τεχνολογία;» Και, δεύτερον, «χρειάζεται η Ελλάδα εθνική αεροδιαστημική τεχνολογία;»

Αρχικά, ένα πρόχειρο και ατεκμηρίωτο επιχείρημα ερμηνείας της τουρκικής επιτυχίας και της αντίστοιχης ελληνικής αποτυχίας στην αεροδιαστημική τεχνολογία είναι η επίκληση του μεγέθους της Τουρκίας συγκρινόμενου με αυτό της Ελλάδας, επιχείρημα βεβαίως που όχι μόνο είναι έωλο και ατεκμηρίωτο, αλλά είναι και αφελές επειδή μικρότερες χώρες με συγκρίσιμο πληθυσμιακό όγκο με αυτό της Ελλάδας, όπως η Σουηδία και το Ισραήλ, πρωτοπορούν στους αντίστοιχους τεχνολογικούς τομείς. Το γεγονός επίσης ότι η χώρα μας διαπραγματεύτηκε προσφάτως την προμήθεια αντιπλοϊκών πυραυλικών συστημάτων από τη Νορβηγία, μία χώρα 5.000.000 κατοίκων, η οποία βεβαίως διαθέτει βαλλιστική τεχνολογία, την οποία δεν διαθέτει η Ελλάδα, συνηγορεί υπέρ της αφέλειας του επιχειρήματος που συνδέει το μέγεθος μίας χώρας με την τεχνογνωσία και τη βιομηχανική ανάπτυξη.

Λαμβάνοντας υπόψη τις τουρκικές επιτυχίες, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι θετική, επειδή η εθνική αεροδιαστημική τεχνογνωσία θα θωράκιζε την εθνική ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας μας και θα διαιώνιζε την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο.

Η πλέον όμως επικίνδυνη κατάσταση για τη χώρα είναι η καλλιέργεια και η εμπέδωση στην κοινή συνείδηση της πολιτικής θέσης «περί της παραμονής της χώρας στην τεχνολογική κατάσταση της βαλλίστρας και του χαρταετού». Η τελευταία διαιωνίζει συλλογικά το σύνδρομο του «σιδερένιου αλόγου», που περιγράφει την ανικανότητα κατανόησης της ανάγκης απόκτησης προηγμένης τεχνολογίας από τα έθνη και τα κράτη, αντιγράφοντας τη συμπεριφορά των ερυθροδέρμων της Αμερικής απέναντι στην τεχνολογία των Ευρωπαίων εποίκων, με τα γνωστά αποτελέσματα για τους πρώτους, με τον ισχυρισμό ότι «μόνο ορισμένα κράτη έχουν το δικαίωμα και την ικανότητα να κατέχουν την τεχνολογία».

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η μετάβαση μίας χώρας από την αγροτική στην τεχνολογική οικονομία προϋποθέτει τη συλλογική υιοθέτηση συγκεκριμένων «πολιτικών και κοινωνικών αρχών», οι οποίες απουσιάζουν παντελώς από την ελληνική κοινωνία και την πολιτική. Αυτές οι «αρχές» παρουσιάζονται συνοπτικά στην επιστολή παραίτησης του κ. Κριμιζή με το συνοπτικό όνομα «3Α», περιγράφοντας έτσι το τρίπτυχο της επιτυχίας, που είναι η αξιοκρατία, η αριστεία και η αξιολόγηση. Η υιοθέτηση και των τριών αρχών από την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα αποτελεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη της ανάπτυξης της τεχνολογίας, της εθνικής ασφαλείας και της κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Η αρχή της αξιοκρατίας θα εγγυηθεί την τοποθέτηση των κατάλληλων τεχνοκρατών στις αντίστοιχες θέσεις. Στη χώρα μας όμως συμβαίνει το παράλογο. Ενας οδοντίατρος, ένας δικηγόρος ή ένας κοινωνιολόγος, συνήθως προϊόντα κομματικών σωλήνων, θα τοποθετηθούν επικεφαλής αμυντικών βιομηχανιών. Ενας μηχανικός αυτοκινήτων θα τοποθετηθεί διοικητής νοσοκομείου, ενώ ένας κομμωτής είναι δυνατόν να αναλάβει τη διαχείριση των προγραμμάτων ΕΣΠΑ που αφορούν την επιμόρφωση των δημοσίων υπαλλήλων. Εδώ η αρχή της αξιοκρατίας παραβιάζεται συστηματικά και συνεπώς η εφαρμογή της αρχής της αριστείας είναι αδύνατον να εφαρμοσθεί, γεγονός που επιφέρει την άρνηση της αξιολόγησης.

Ουσιαστικά, η τεχνολογική ικανότητα μίας χώρας διαμορφώνεται πολιτικά και καθορίζεται από το επίπεδο της τεχνολογικής και επιστημονικής έρευνας στη βιομηχανία, τους ακαδημαϊκούς φορείς, καθώς και από τον βαθμό ωριμότητος του πολιτικού και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τα οποία θα διαμορφώσουν το κατάλληλο πλαίσιο μεταφοράς των «τεχνολογικών προτύπων» στην παραγωγική διαδικασία. Δυστυχώς όμως για το πολιτικό σύστημα και τη χώρα, τα τεχνολογικά αποτελέσματα εξαρτώνται αποκλειστικά από τον βαθμό της πολιτικής υιοθέτησης των τριών αρχών «3Α», επειδή τα τεχνολογικά αποτελέσματα μπορούν να μετρηθούν εύκολα μέσω των κατάλληλων δεικτών.

Ετσι, αν αποτιμήσουμε τη συλλογική προσπάθεια της χώρας μας από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα στον τεχνολογικό τομέα, επί συνόλου 127 χωρών η χώρα μας στη διεθνή θέση τεχνολογικής ικανότητος (national innovation index) κατατάσσεται στην 87η θέση, μία θέση πάνω από την Τζαμάικα, η Τουρκία στην 9η θέση, η Σουηδία στη 2η θέση και το Ισραήλ στην 23η θέση (http://www.wipo.int/edocs/pubdocs/en/wipo_pub_gii_2017.pdf). Η ανάγνωση και των άλλων επιμέρους δεικτών που διαμορφώνουν τον συνολικό δείκτη τεχνολογικής ικανότητος αναδεικνύει τη συνεχή υποβάθμιση της χώρας μας τα τελευταία χρόνια. Επί παραδείγματι, ο δείκτης εσωτερικής ασφάλειας και εγκληματικότητας κατατάσσει τη χώρα μας στην 76η θέση, ο δείκτης λειτουργίας του νόμου στην 51η θέση, ο δείκτης ευκολίας κατανόησης κειμένων και απλών αριθμητικών πράξεων την κατατάσσει τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ενωση και 42η διεθνώς, η χρηματοδότηση επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα στην 72η θέση και ο δείκτης επιχειρηματικού ανταγωνισμού στην 70ή θέση. Επίσης η χώρα μας καταλαμβάνει μία από τις τελευταίες θέσεις (112η) του δείκτη συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων και των επιχειρήσεων.

Ετσι, λοιπόν, η ανάλυση όλων των επιμέρους δεικτών αναδεικνύει τη συλλογική αποτυχία της ερευνητικής, ακαδημαϊκής, τεχνολογικής και επιχειρηματικής προσπάθειας της χώρας, λόγω των πολιτικών επιλογών της, καθώς και της ποιότητας του πολιτικού συστήματός της, επειδή αυτές οι επιλογές (νόμοι, νομοσχέδια, Προεδρικά Διατάγματα, διοίκηση οργανισμών κ.λπ.) διαμορφώνουν τους κανόνες και το πλαίσιο για την τεχνολογική και, συνεπώς, και την οικονομική ανάπτυξη μίας χώρας.

Θα ήταν άδικο σε αυτό το σημείο να μην αναφερθεί το γεγονός ότι ο νόμος που θα περιέγραφε το θεσμικό πλαίσιο της λειτουργίας της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα μέχρι σήμερα υιοθετήθηκε πρώτη φορά τη δεκαετία του 1980 από το ΠΑΣΟΚ. Ο νόμος αυτός, παρά τις όποιες ατέλειές του, λειτούργησε σχεδόν ικανοποιητικά για περίπου 35 χρόνια, θέτοντας τα θεμέλια της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα. Οι όποιες μικρές αλλαγές στο υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν την πεπατημένη του συνόλου των νομοθετικών πλαισίων στην Ελλάδα, που στηρίζεται κυρίως σε πολιτικά, προσωπικά και ρουσφετολογικά κριτήρια παρά στο συμφέρον της χώρας. Το αποτέλεσμα σήμερα είναι η εμφάνιση στην επιστημονική έρευνα του «φαινομένου της φιάλης» (bottlenecking effect), όπου η υπερπαραγωγή επιστημονικών αποτελεσμάτων αδυνατεί να μετασχηματισθεί σε βιομηχανικά προϊόντα και συλλογικό πλούτο. Μεταξύ άλλων, ένας από τους λόγους της τεχνολογικής αποτυχίας της χώρας είναι ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις δεν έθεσαν ως υποχρεωτικό κριτήριο αξιολόγησης της εξέλιξης του ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσωπικού ή ως παραδοτέο στα ερευνητικά έργα την «έρευνα, ανάπτυξη και κατασκευή εγχώριων βιομηχανικών προτύπων καινοτόμου τεχνολογίας». Τα τεχνολογικά πρότυπα θα μπορούσαν με τα κατάλληλα επιχειρηματικά βήματα να μετασχηματιστούν σε τεχνολογικά προϊόντα. Αυτή η απλή νομοθετική στρατηγική, παράλληλα με την καθολική απουσία του προσανατολισμού της επιστημονικής έρευνας στον αμυντικό τομέα, καθώς και η απουσία ιδιωτικών επενδύσεων απέτρεψαν την παραγωγή σύνθετων τεχνολογικών προϊόντων στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με την Τουρκία και το Ισραήλ, χώρες που υιοθέτησαν το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο. Ετσι, η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να καταρτίσει ένα μακροοικονομικό σχέδιο τεχνολογικής ανάπτυξης απέτρεψε τη φυσιολογική εκτόνωση της παραγόμενης επιστημονικής γνώσης στον αμυντικό τομέα, με αποτέλεσμα στην Ελλάδα οι επιστημονικές έρευνες να δημοσιεύονται σχεδόν αποκλειστικά σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, χωρίς να μετασχηματίζονται σε προϊόντα.

Οι λόγοι της παραίτησης του κ. Κριμιζή εστιάζονται, αφενός, στην ένταξη του νέου διαστημικού φορέα στη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, και, αφετέρου, στην οικονομική αδιαφάνεια διαχείρισης των ερευνητικών διαστημικών προγραμμάτων, επειδή η αξιολόγησή των και η διαχείριση του ποσού των 16.000.000 ευρώ ανατέθηκαν σε επιλεγμένο διοικητικό προσωπικό, ενάντια σε κάθε διεθνή πρακτική και λογική, όπου η αξιολόγηση των ερευνητικών προγραμμάτων γίνεται από εξειδικευμένο ερευνητικό προσωπικό που αντλείται από το διεθνές επιστημονικό περιβάλλον.

Η μη κομματική και συνεπώς η όποια σοβαρή προσπάθεια ανάπτυξης αεροδιαστημικής τεχνολογίας θα προϋπέθετε την ανεξαρτησία του νέου φορέα ή, στη χειρότερη περίπτωση, την υπαγωγή του στους φυσικούς φορείς του που είναι το υφυπουργείο Ερευνας και Τεχνολογίας ή η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας στην οποία υπαγόταν μέχρι σήμερα η διαχείριση των διαστημικών προγραμμάτων, μέσω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ΕSΑ). Θα περιελάμβανε επίσης τη σύνδεση του φορέα με την αεροπορική και αμυντική βιομηχανία της χώρας, την εκπόνηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου δεκαετούς διάρκειας με συγκεκριμένους τεχνολογικούς στόχους, π.χ. την κατασκευή δορυφόρων, την ίδρυση νέων ερευνητικών κέντρων, όπως ενός ερευνητικού κέντρου βαλλιστικής για ανάπτυξη πυραυλικής τεχνολογίας, την απλοποίηση ή την κατάργηση της γραφειοκρατίας των ερευνητικών προγραμμάτων, που σήμερα αποτελούν την τροχοπέδη στην επιστημονική και την τεχνολογική προσπάθεια και, τέλος, τη στελέχωση του νέου φορέα αποκλειστικά με καταξιωμένους επιστήμονες του εξωτερικού.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό πολιτικό τοπίο που αναδεικνύει η επιστολή του κ. Κριμιζή είναι κατανοητές η αποτυχία της τεχνολογικής πολιτικής και η οικονομική κατάρρευση, καθώς και η εξαΰλωση της αμυντικής βιομηχανίας και η πνευματική και υλική πτώχευση της χώρας μας.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα, λόγω της ποιότητας του πολιτικού της συστήματος, το οποίο είτε δεν κατανοεί την εποχή και τις προκλήσεις της είτε ενεργεί με ιδιοτελή κριτήρια, απέτυχε να σχεδιάσει και να υλοποιήσει έστω και στοιχειώδη εθνικά αμυντικά και τεχνολογικά προγράμματα ή μακροοικονομικά προγράμματα ανάπτυξης, τα οποία διαθέτουν οι περισσότερες χώρες.

Μέσα από την επιστολή του καθηγητού Κριμιζή αναδεικνύονται οι πολιτικές πρακτικές και οι μεθοδεύσεις που οδήγησαν τη χώρα στην τεχνολογική και οικονομική έρημο. Το λογικό αποτέλεσμα των μεθόδων τους είναι η πολιτική, κοινωνική και οικονομική αρνητική πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι σήμερα.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου
του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών
του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...