Η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε

Βαυαρία, πρόποδες Άλπεων, 28 Απριλίου 1944

Ο σκυφτός άνδρας με το παράξενο μουστάκι, που όλο ίσιωνε τη χωρίστρα του, δεν πίστευε στα αυτιά του. Κάθισε βαριά στην πολυθρόνα του. Προσπάθησε να ξεχαστεί και να ηρεμήσει. Κοίταξε τη θέα από τα τεράστια τζάμια της «φωλιάς των αετών» στον πύργο και στρατηγείο του στο Berchtesgaden, στα χιονισμένα βουνά των Βαυαρικών Άλπεων, και ίσιωσε πάλι τη χωρίστρα του.

Από: topontiki.gr
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΓΙAΝΝΗΣ

Με το ένα του χέρι χάιδεψε το αγαπημένο του λυκόσκυλο, την Μπλόντι. Το άλλο το έφερε στο μέτωπό του και το έτριψε. Ζήτησε λίγο ουίσκι δίχως παγάκια από τον πιστό του υπηρέτη, τον Χάιντς Λίγκε. Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις αναφορές και δεν το πίστευε. Ο υποστράτηγος Καρλ Χάινριχ Γκεόργκε Φέρντιναντ Κράιπε, ο οποίος για τη Βέρμαχτ ήταν ένας ζωντανός θρύλος, ένας αξιωματικός που πολεμούσε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και που στον Δεύτερο είχε διακριθεί και παρασημοφορηθεί για τις ικανότητες και το θάρρος του στο ανατολικό μέτωπο, απήχθη πριν από μια ημέρα από μια ντουζίνα ντόπιους κουρελήδες και Άγγλους κομάντο στην Κρήτη.


Το σχέδιο που επεξεργάζονταν οι Άγγλοι μήνες πριν από την απαγωγή του Κράιπε ήταν απλό και συνάμα περίπλοκο. Ένα σχέδιο γεμάτο κινδύνους και με πολύ μικρά ποσοστά επιτυχίας, εάν δεν υπήρχε άψογος συντονισμός κινήσεων. Ο διοικητής της Κρήτης, ο Γερμανός στρατηγός Μίλερ, γνωστός για τα εγκλήματα και τις θηριωδίες του εναντίον του κρητικού λαού, έπρεπε να απαχθεί, να μεταφερθεί σε συμμαχικό έδαφος και να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Όμως η τύχη δεν όρισε να είναι ο Μίλερ ο απαχθείς. Μια ξαφνική μετάθεσή του έδωσε τη θέση του διοικητή στον ταξίαρχο Κράιπε, ο οποίος προήχθη σε υποστράτηγο. Τα πρόσωπα άλλαξαν, όχι όμως και το σχέδιο. Αντί του Μίλερ, ο Κράιπε.

Ο σχεδιασμός

Σε καθημερινή βάση, 24 ώρες το 24ωρο, Άγγλοι κομάντος ντυμένοι Κρητικοί, αλλά και Κρητικοί που παρίσταναν τους βοσκούς, παρακολουθούσαν και κατέγραφαν διαρκώς το πρόγραμμα του διοικητή. Είχαν γίνει η σκιά του.

Ως κατοικία του Κράιπε είχε επιλεγεί η βίλα Αριάδνη, απέναντι από τα ερείπια της αρχαίας Κνωσού, περίπου πέντε χιλιόμετρα από το Ηράκλειο. Η βίλα είχε χτιστεί από τον ίδιο τον Άγγλο αρχαιολόγο Έβανς, που διενήργησε τις ανασκαφές για το ανάκτορο του βασιλιά Μίνωα. Για συμβολικούς λόγους ο Έβανς τότε είχε χαρίσει στη βίλα το όνομα της κόρης τού μυθικού βασιλιά. Στη μικρή κωμόπολη Άνω Αρχάνες, σε απόσταση περίπου 17 χιλιομέτρων από τη βίλα, βρισκόταν το στρατηγείο του Κράιπε. Ο στρατηγός πήγαινε καθημερινά στο στρατηγείο του και επέστρεφε σπίτι του λίγο πριν από τις 9 το βράδυ.

Οι επιλογές ήταν δύο: Η πρώτη να γίνει η απαγωγή μέσα στη βίλα Αριάδνη το βράδυ, όταν ο Κράιπε θα αναπαυόταν, και η δεύτερη να γίνει καθώς ο Κράιπε θα πήγαινε στο στρατηγείο του, εν κινήσει. Είχε επιλεγεί και το ιδανικό σημείο. Μια δεξιά κατηφορική στροφή, σε μια ερημιά της διαδρομής, όπου τα αυτοκίνητα αναγκαστικά έκοβαν ταχύτητα για να μην πέσουν στον γκρεμό. Δεξιά και αριστερά της στροφής υπήρχαν άδεια αρδευτικά χαντάκια, ιδανικά για να κρυφτούν εκεί οι απαγωγείς. Η πρώτη λύση απορρίφθηκε εξ αρχής. Η βίλα ήταν περιφραγμένη με τριπλή σειρά ηλεκτροφόρα σύρματα και φυλασσόταν από μια ολόκληρη διμοιρία, που χρησιμοποιούσε ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά. Τα περίπολα ήταν τόσο πυκνά και οι επισκέψεις διαφόρων ανώτερων αξιωματικών τόσο συχνές, ώστε η παραμικρή κίνηση θα γινόταν άμεσα αντιληπτή.

Εμπνευστής του σχεδίου ήταν ο Βρετανός ταγματάρχης Πάτρικ Φέρμορ. Οι Κρητικοί τον φώναζαν «Πάντι» ή «Φιλεντέμ». Ο Φιλεντέμ ανέλαβε να βρει και να οργανώσει την ομάδα απαγωγής. Επέλεξε τον λοχαγό Ουίλιαμ Στάνλεϊ Μος, ο οποίος μιλούσε άψογα πολλές γλώσσες – και τη γερμανική – και ήταν άσος στην οδήγηση. Επιλέχτηκαν ακόμη οι Μανώλης Πατεράκης, μέλος της τοπικής αντίστασης, που γνώριζε άπταιστα τα μονοπάτια και τα βουνά της Κρήτης, και ο ανθυπολοχαγός Γιώργος Τυράκης από τη Σάτα (γνωστός στην περιοχή ως Τυρογιώργης). Και οι δύο αυτοί Κρήτες είχαν εκπαιδευτεί στα σαμποτάζ στη Μέση Ανατολή.


Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκπαίδευσής τους στη Μέση Ανατολή, ο Πατεράκης είπε στον Φιλεντέμ να πάρει στην ομάδα και κάποιους άλλους Κρητικούς, που θα βοηθούσαν στην πραγματοποίηση του εγχειρήματος: τους Γρηγόρη Χναράκη, Αντώνη Παπαλεωνίδα και Αντώνη Ζωιδάκη, όλοι εκπαιδευμένοι στη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων (Special Operation Executive - SOE) του Καΐρου, στον επιχειρησιακό κλάδο για την Ελλάδα, το Αιγαίο και την Βουλγαρία (Advance Force 133). Η ομάδα έφτασε στην Κρήτη μια κακή νύχτα του χειμώνα του 1944 και αμέσως οι αντάρτες του καπετάνιου Ζωγραφάκη την οδήγησαν σε ασφαλή σπηλιά για να ξεκουραστεί και να ανασυνταχθεί. Στην ομάδα εντάχθηκε και ο εκπαιδευμένος σε σαμποτάζ Μιχάλης Ακουμιανάκης, γνωστός και ως Μίκυ. Την ομάδα θα βοηθούσαν, αν δεχόταν επίθεση από Γερμανούς, οι άνδρες του καπετάνιου Μπαντουβά.

Ο Φιλεντέμ και ο Μος θα παρίσταναν τους Γερμανούς και θα σταματούσαν το Opel Kapitan του Κράιπε για έλεγχο στη συγκεκριμένη στροφή. Το βράδυ πριν από την απαγωγή ο Ακουμιανάκης συνάντησε την ομάδα. Μαζί του είχε σε ένα πακέτο δύο στολές στα μέτρα του Φιλεντέμ και του Μος. Του τις είχε παραδώσει ο πατριώτης Δημήτρης Μπαλαφούτης. Τις είχε ράψει ο αδερφός του, γνωστός ράφτης εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο. Τα εθνόσημα των πηληκίων και κάποια διακριτικά των στολών κέντησε η μοδίστρα Αναστασία Ανδρικάκη, μια θαρραλέα γυναίκα που από νωρίς εντάχθηκε στην αντίσταση και στο ραφείο της είχε εγκατασταθεί το παράνομο Κέντρο Πληροφοριών των ανταρτών της περιοχής.

Η απαγωγή

Στις 9.25 το βράδυ της 26ης Απριλίου ο Κράιπε επέστρεφε από το στρατηγείο του. «Είμαι κουρασμένος, μου έχουν φάει τα σωθικά αυτοί οι άνθρωποι εδώ. Βέβαια καλύτερα εδώ παρά στο ανατολικό μέτωπο», σκέφτηκε ο στρατηγός στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ρώτησε τον οδηγό του τι ήταν εκείνα τα φωτάκια που αναβοσβήνουν στην άκρη του δρόμου. Ήταν ασυνόδευτος. Μόνο εκείνος και ο οδηγός του. Οι απαγωγείς είχαν ακροβολιστεί στα καθορισμένα σημεία του δρόμου. Ο Φέρμορ και ο Μος, φορώντας στολές δεκανέα της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας, στάθηκαν στη μέση του δρόμου υψώνοντας ένα σήμα STOP και ανάβοντας ένα κόκκινο φανάρι, ώστε να υπονοηθεί ότι επρόκειτο για συνηθισμένο έλεγχο ασφαλείας.

Το αυτοκίνητο ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε μπροστά από τον «έλεγχο». Ο Φέρμορ ζήτησε σε άψογα γερμανικά την ταυτότητα του στρατηγού και την άδεια κυκλοφορίας. Πριν καλά - καλά προλάβει ο Κράιπε να ξεκουμπώσει την τσέπη του για να επιδείξει το ντοκουμέντο που του ζητήθηκε, διαμαρτυρόμενος που ο δεκανέας δεν γνώριζε τον διοικητή του, ο Φέρμορ κόλλησε το πιστόλι του στο στήθος του Γερμανού ανακοινώνοντάς του ότι από εκείνη τη στιγμή ήταν αιχμάλωτος των Βρετανών. Ο οδηγός του Κράιπε προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά ένα χτύπημα στο κεφάλι τον έριξε αναίσθητο. Με δυσκολία έδεσαν τον στρατηγό, που χτυπιόταν και αντιστεκόταν. Τον φίμωσαν και τον έριξαν στο πάτωμα του αυτοκινήτου. Ο Μος πήρε θέση στο τιμόνι του Opel και δίπλα του κάθισε ο Φέρμορ παίρνοντας τον δρόμο για την Κνωσό.

Ο Ακουμιανάκης πήγε στο Ηράκλειο και άρχισε να διαδίδει φήμες για την απαγωγή, που θα παραπλανούσαν τους Γερμανούς και θα έδιναν τον απαραίτητο χρόνο στην ομάδα να διαφύγει. Επίσης, επειδή φοβόντουσαν αντίποινα των Γερμανών εναντίον ντόπιων, φρόντισαν οι ειδήσεις να μην εμπλέκουν τους Κρήτες, αλλά μόνο ξενόφερτες βρετανικές ομάδες κομάντος.

Τα παιχνίδια της τύχης και τα 22 μπλόκα

Κάθε λεπτό που περνούσε η τύχη έπαιζε παιχνίδια στους απαγωγείς. Έτσι, ύστερα από κάποιες στροφές στον δρόμο προς την Κνωσό, το Opel Kapitan με τη σημαία του στρατηγού στα φτερά του, αλλά με τους απαγωγείς και τον στρατηγό δεμένο και φιμωμένο μέσα, έπεσε σε μπλόκο. «Έτσι και βγάλεις κιχ, στην άναψα» ακούστηκε ένας ψίθυρος και το παγωμένο μέταλλο ακούμπησε το κεφάλι του φιμωμένου στρατηγού.

Ο Μος αντέδρασε ψύχραιμα. Μείωσε ταχύτητα και επέτρεψε στους ελεγκτές να παρατηρήσουν τη σημαία του στρατηγού στα μπροστινά φτερά, οπότε χαιρέτησαν και τους άφησαν να περάσουν. Αργότερα, ενώ έφτασαν έξω από τη βίλα του Κράιπε, ο Μος κόρναρε ώστε να καταλάβουν οι σκοποί ότι δεν θα έμπαιναν μέσα, αλλά θα συνέχιζαν προς το Ηράκλειο.

Εκεί, αναγκασμένοι να διασχίσουν μια από τις κεντρικότερες λεωφόρους της πόλης, πέρασαν μπροστά από τον κινηματογράφο του Παυλικάκη, που μόλις είχε σχολάσει. Παντού περπατούσαν Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί, αλλά ο Μος διατήρησε την ψυχραιμία του και κόρναρε επανειλημμένως, ώστε να τραβηχτούν στην άκρη. Πράγματι, όσοι έβλεπαν τη σημαία του αυτοκινήτου παραμέριζαν και στέκονταν προσοχή χαιρετώντας στρατιωτικά τον υποτιθέμενο στρατηγό. Ο Φέρμορ, νηφάλιος, χωμένος βαθιά στο πηλήκιο του Κράιπε, ανταπέδιδε κλίνοντας αργά το κεφάλι του.

Αλλά στη Χανιόπορτα, τη δυτική έξοδο της πόλης, όπου υπήρχαν αποθήκες πυρομαχικών, η φρουρά ήταν και ενισχυμένη και σχολαστική στους ελέγχους της. Μόνο το θράσος των Βρετανών κομάντος ήταν ικανό να τους χαρίσει τη σωτηρία, καθώς ο σκοπός πλησίαζε με το φανάρι του προτεταμένο. Τότε ο Φέρμορ, υποδυόμενος τον αγανακτισμένο στρατηγό που τον χασομερούν με τυπικές διαδικασίες, διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση και διέταξε τον οδηγό του (τον Μος) να συνεχίσει. Ο Γερμανός σκοπός του φυλακίου απλώς παραμέρισε και στάθηκε προσοχή. Συνολικά το αυτοκίνητο του στρατηγού με τους Άγγλους απαγωγείς και τον ίδιο τον Κράιπε δεμένο και φιμωμένο πέρασε από 22 μπλόκα Γερμανών! Σε όλα οι αξιωματικοί και οι φαντάροι παραμέρισαν και χαιρέτησαν σε στάση προσοχής και με το χέρι υψωμένο τον «διοικητή» της Κρήτης.

Κάποια στιγμή έφτασαν στον όρμο των Σεισών (σημείο όπου οι Γερμανοί πίστευαν ότι τα συμμαχικά υποβρύχια άφηναν ή παραλάμβαναν κόσμο και πολεμοφόδια). Εκεί εγκατέλειψαν το αυτοκίνητο. Προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τα αντίποινα των Γερμανών στον ντόπιο πληθυσμό, άφησαν στο αυτοκίνητο αγγλικά διακριτικά, αλλά και μια επιστολή που έλεγε ότι τον Κράιπε είχαν απαγάγει Άγγλοι κομάντος δίχως τη βοήθεια και ανάμειξη κανενός Κρητικού. Στη συνέχεια, πεζή και με τον στρατηγό δεμένο προχώρησαν προς τα απάτητα βουνά του ορεινού όγκου της Κρήτης.

Το πρωί της 27ης Απριλίου, όταν οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, ξεκίνησαν να ψάχνουν κάθε σημείο της Μεγαλονήσου. Κάθε χωριό, πόρτα - πόρτα, κάθε σπηλιά, κάθε στάνη. Γερμανικά αποσπάσματα χτένιζαν λυσσασμένα το νησί. Παράλληλα απείλησαν τους ντόπιους ότι δεν θα αφήσουν πέτρα πάνω στην πέτρα, ότι θα ξεκινήσουν μαζικές εκτελέσεις και ότι θα κάψουν τα πάντα εάν δεν εντοπιζόταν ο στρατηγός.

Η ομάδα των απαγωγέων είχε φτάσει πλέον στον Ψηλορείτη. Κρύφτηκαν σε μια σχεδόν αόρατη σπηλιά και περίμεναν να νυχτώσει. Τον ουρανό της Κρήτης έσκιζαν συνεχώς γερμανικά αεροπλάνα που περιπολούσαν από ψηλά, ενώ στα παράλια περιπολικά σκάφη χτένιζαν κάθε όρμο και κάθε παραλία. Ο αρχικός ενθουσιασμός των απαγωγέων έδωσε τη θέση του στην αγωνία. Η φάση της διαφυγής ήταν η δυσκολότερη της επιχείρησης. Χωρίς τη βοήθεια των Κρητικών το σχέδιο θα είχε καταρρεύσει. Από τα Ανώγεια ο καπετάν Μιχάλης Ξυλούρης είχε τους άνδρες του σε επαγρύπνηση και ενημέρωνε τους απαγωγείς για την κάθε γερμανική κίνηση. Τους διαμήνυσε να περιμένουν μέχρι να βραδιάσει, οπότε θα σταματούσαν τις πτήσεις τα αεροπλάνα, και να πάνε να τον συναντήσουν στο κρησφύγετό του, όπως και έγινε.

Το επόμενο πρωινό έπρεπε να ξεκινήσουν για τον όρμο με τον κωδικό Χ25, σημείο όπου θα τους παραλάμβανε συμμαχικό υποβρύχιο. Ο Χ25 είναι ο κολπίσκος στον Άγιο Παύλο, στα νότια του Νομού Ρεθύμνου. Όμως οι Γερμανοί συνέχιζαν σαν λαγωνικά που κυνηγούν τη λεία τους. Ο κλοιός έσφιγγε επικίνδυνα. Και ο χρόνος τελείωνε, αφού είχαν αρχίσει ήδη οι συλλήψεις και ο φόβος κάποιος που κάτι ήξερε να σπάσει ήταν μεγάλος. Έπρεπε να βιαστούν. Θα περπατούσαν βράδυ και θα κρύβονταν το πρωί.

Η ομάδα, με οδηγούς τους αντάρτες του καπετάν Πετρακογιώργη, διέσχισαν τον χιονισμένο Ψηλορείτη. Μια απίστευτα δύσκολη πεζοπορία στο πυκνό σκοτάδι μέσα στα χιόνια δίπλα σε γκρεμούς. Η εξάντληση, η κούραση και η πείνα, έκανε σε κάθε βήμα τα πόδια τους όλο και πιο βαριά. Όταν έφτασαν στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη, η ομάδα του Πετρακογιώργη αποχώρησε. Στην περιοχή της Φανερωμένης είχαν σχεδόν φτάσει στην πηγή. Απέμενε να πιουν το νερό. Ο όρμος Χ25 ήταν μόνο κάποια χιλιόμετρα μακριά. Όμως και οι Γερμανοί είχαν προσδιορίσει πού περίπου θα βρισκόταν η ομάδα και είχαν ρίξει όλες τους τις δυνάμεις στο κατόπι της. Η επιχείρηση έμοιαζε καταδικασμένη.

2 Μαΐου, η διαφυγή

Οι κομάντος ανακάλυψαν ότι ήταν αποκλεισμένοι από παντού. Οι Γερμανοί είχαν στήσει μπλόκα σε όλη τη γύρω περιοχή και τα περίπολά τους χτένιζαν κάθε σπιθαμή γης. Επιπλέον το πυροβολικό του εχθρού βομβάρδιζε τις ρεματιές και τα χωριά, ώστε να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα διαφυγής των Βρετανών. Ακόμη και τότε οι Γερμανοί πίστευαν ότι μόνο Βρετανοί κομάντος ήταν μπλεγμένοι στην υπόθεση της απαγωγής. Το απόβραδο οι άνδρες του Φέρμορ έβλεπαν με πικρία και πόνο ψυχής τους καπνούς από τις φλόγες που κατάκαιγαν τα χωριά Λοχριά, Καμάρες και Μαργαρικάρι. Οι ναζί προσπαθούσαν με αυτόν τον τρόπο να εκβιάσουν τους κομάντος σε παράδοση ή να στρέψουν, έστω, τον ντόπιο πληθυσμό εναντίον τους.

Ο αρχηγός του ΕΑΜ της περιοχής Μιχάλης Παττακός ήρθε σε επαφή με τους αντάρτες και τους έδωσε πυρομαχικά και τρόφιμα. Τους είπε επίσης ότι οι αντάρτες του είναι έτοιμοι να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό για να μπορέσει η ομάδα να διαφύγει. Έτσι κι έγινε. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν όταν τα ξημερώματα της 4ης Μαΐου δέχτηκαν επίθεση από τους αντάρτες σε πολλά σημεία. Έπρεπε να ανασυνταχθούν και απέσυραν τα περίπολά τους από τη Φανερωμένη. Η ομάδα των Εγγλέζων ξεγλίστρησε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Στις 4 Μαΐου βρισκόταν στο χωριό Άη Γιάννης, σχετικά ασφαλής.

Όχι όμως κοντά στον όρμο Χ25, αλλά στον όρμο Χ75 στην περιοχή του Ροδάκινου. Εκεί έστειλαν μήνυμα στο Κάιρο να τους παραλάβει σκάφος. Στον όρμο Χ75 στην Περιστέρα. Η κρυπτογραφημένη απάντηση ήρθε από το στρατηγείο του Καΐρου. Τα ξημερώματα της 15ης Μαΐου ένα σκάφος ML θα τους παραλάμβανε από τον όρμο Χ75. Μετά μαζί με το «πακέτο» θα επιβιβάζονταν σε υποβρύχιο και θα πήγαιναν στο Κάιρο.


Το μεσημέρι της 13ης Μαΐου και ενώ κατευθύνονταν σε συγκεκριμένο σημείο όπου θα διανυκτέρευαν μέχρι το ξημέρωμα του ραντεβού, οι αντάρτες ενημέρωσαν τους Άγγλους ότι μια τεράστια γερμανική φάλαγγα είναι λίγα χιλιόμετρα πίσω τους στην περιοχή της Αργυρούπολης. Αμέσως οι αντάρτες ακροβολίστηκαν στις ρεματιές και τα περάσματα του βουνού. Τη στιγμή που η φάλαγγα πλησίαζε, ο Γρηγόρης Μοράκης, που είχε λάβει θέση αντίθετα από τους απαγωγείς, πέταξε μια χειροβομβίδα ώστε να αποσπάσει την προσοχή των Γερμανών και να μπορέσουν οι απαγωγείς με τον στρατηγό να φύγουν.

Το βράδυ της 15ης, με το πρώτο σκοτάδι, άρχισαν να κατεβαίνουν προς την ακτή, από διαφορετικά σημεία ο καθένας, έχοντας στραμμένη την προσοχή τους προς τα γερμανικά φυλάκια του Πλακιά και του Φραγκοκάστελλου, αλλά και προς τη θάλασσα, όπου περιπολούσαν ακταιωροί του εχθρού. Αυτοί που θα φυγαδεύονταν ξάπλωσαν στην παραλία, ενώ οι άνδρες προκάλυψης έλαβαν θέσεις στα γύρω βράχια με τα όπλα έτοιμα. Λίγες στιγμές αργότερα ένας φακός από το σημείο των απαγωγέων έκανε σινιάλο στο συμμαχικό σκάφος για την ακριβή τοποθεσία τους και πού θα τους παραλάβει...
Το επόμενο βράδυ ο Γερμανός στρατηγός βρισκόταν αιχμάλωτος των συμμάχων στο Κάιρο.

Ο Κράιπε μεταφέρθηκε στον Καναδά, όπου παρέμεινε έγκλειστος σε στρατόπεδο αιχμαλώτων κοντά στα Βραχώδη Όρη μέχρι το 1947. Η επιχείρηση δεν θα μπορούσε ποτέ μα ποτέ να πραγματοποιηθεί, εάν δεν συμμετείχαν οι Κρητικοί. Εκείνοι εφοδίαζαν, πληροφορούσαν και καθοδηγούσαν την ομάδα ανάμεσα σε απάτητα βουνά και στενά περάσματα. Εάν δεν μπέρδευαν τους Γερμανούς με τα τεχνάσματά τους, ο στρατηγός Κράιπε θα συνέχιζε να είναι διοικητής της Μεγαλονήσου και ο ίδιος ο Χίτλερ θα απολάμβανε πιο ήρεμος τις ημέρες του στη «φωλιά του αετού».

Ο στρατηγός Κράιπε με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στη Γερμανία...
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...