Λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους - Αεροπορικό ισοζύγιο Ελλάδας-Τουρκίας

Αναδημοσίευση από: belisarius21.wordpress.com (ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ)

Στον κρίσιμο τομέα της αεροπορικής ισχύος, που αποτέλεσε το πρωτεύον πεδίο αποτροπής της τουρκικής επιθετικότητας κατά τη διάρκεια της Μεταπολιτεύσεως, η εικόνα είναι αποθαρρυντική.  Η Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ) διατηρεί 267 μαχητικά, εκ των οποίων τα 198 είναι τρίτης γενεάς και εξαιρετικά προηγμένα, τα 35 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς.  Στην πράξη, πρόκειται για ένα καλοζυγισμένο μείγμα από περίπου 200 σύγχρονα μαχητικά αιχμής, 35 μαχητικά υποδεέστερα (αλλά πλήρως αξιόμαχα και της ίδιας γενεάς) που παίζουν τον ρόλο του εισαγωγικού (OCU) μαχητικού καθώς και από άλλα τόσα εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ης γενεάς, βαρύτερα και με ικανότητα μεταφοράς μεγάλων φορτίων, τα οποία είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-εδάφους, ως οιονεί «υποστρατηγικά» βομβαρδιστικά.

Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη ελληνική δύναμη αποτελείται από 232 μαχητικά αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 55 είναι τρίτης γενεάς και πολύ προηγμένα (γενικώς αντίστοιχα ή και καλύτερα από τα τουρκικά της ίδιας κατηγορίας), τα 177 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς. Ήδη, με αυτή τη σύνθεση υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς η αναλογία σύγχρονων μαχητικών είναι 1 ελληνικό προς 4 τουρκικά, ενώ σε αντίθεση με τα τουρκικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων που έχουν έναν κατά βάση εκπαιδευτικό ρόλο, τα ελληνικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων παραμένουν στον ρόλο του μαχητικού πρώτης γραμμής, με την αντίστοιχη υποβαθμισμένη απόδοση. Τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη δεύτερης γενεάς, περιέργως, είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-αέρος, με ό,τι αυτό σημαίνει για την απόδοσή του στον ρόλο αυτόν.

Η εικόνα που σχηματίζεται από τα κύρια οπλικά συστήματα των δύο αεροποριών είναι δυσάρεστη, αλλά όχι τραγική. Η κατάσταση γίνεται τραγική όταν κανείς αρχίζει να λαμβάνει υπ’ όψιν τους άλλους κρίσιμους παράγοντες της αεροπορικής μάχης. Έτσι, στον Ηλεκτρονικό Πόλεμο το πλεονέκτημα των Τούρκων σε Συστήματα Αυτοπροστασίας μαχητικών αεροσκαφών είναι παραπάνω από σαφές. Το σύνολο των βασικών μαχητικών σε υπηρεσία, τα F-16, είναι εξοπλισμένα ήδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας με Σ/Α AN/ALQ-178(V)5+, ενώ αριθμός μαχητικών τους διαθέτει το πολύ υψηλών δυνατοτήτων Σ/Α AN/ALQ-211. Για την ακρίβεια, 30 αεροσκάφη που αποκτήθηκαν στην έκδοση Bl50 Adv έχουν εγκατεστημένο εσωτερικά το Σ/Α AN/ALQ-211(V)4 ενώ πρόσφατα αποκτήθηκαν 21 ακόμη συστήματα AN/ALQ-211(V)9, που είναι το ίδιο σύστημα σε ατρακτίδιο, φερόμενο εξωτερικά από το αεροσκάφος. Επισημαίνεται ότι το Σ/Α AN/ALQ-211(V)4 περιλαμβάνει και παρεμβολέα χαμηλών συχνοτήτων, δηλαδή στην πράξη το αεροσκάφος-φορέας έχει (κατ’ αρχήν) δυνατότητα παρεμβολής των ραντάρ ελέγχου πυρός των ελληνικών ΑΑ συστημάτων. Από ελληνικής πλευράς, τα μόνα ελληνικά μαχητικά με αντίστοιχα (ενδεχομένως κι ελαφρώς ανώτερα) Σ/Α είναι τα 25 Mirage 2000-5. 

Για τα σύγχρονα ελληνικά μαχητικά F-16 έχει αποκτηθεί το Σ/Α ASPIS II, υποδεέστερων επιδόσεων του AN/ALQ-211, το οποίο επιπλέον (ή κυρίως) δεν έχει κατορθωθεί να εγκατασταθεί στα μαχητικά F-16 Block52+ και προηγουμένων εκδόσεων. Η κατάσταση γίνεται πολύ πιο δραματική όταν εξεταστούν τα ειδικά συστήματα Η/Π τα οποία διαθέτει η κάθε πλευρά για να αναγνωρίζει την ηλεκτρονική διάταξη μάχης του αντιπάλου και να παρεμβάλλει αισθητήρες και τηλεπικοινωνίες. Η δραματική ανισορροπία στον τομέα αυτόν επιτείνεται από δύο βασικούς παράγοντες: Η Τουρκία έχει αναπτύξει πλέον πολύ μεγάλη ίδια τεχνογνωσία στα μέσα Η/Π, με μεγάλες δυνατότητες δικής της παραγωγής. (Σημ: Είναι χαρακτηριστικό είναι ότι αναγνωρίζεται από άλλες (νατοϊκές) αεροπορίες ως leader στον Ηλεκτρονικό Πόλεμο και της επιφυλάσσεται αντίστοιχη -έμπρακτη- αντιμετώπιση). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι: α) η ελληνική πλευρά δεν έχει αξιόπιστη εικόνα για τις τουρκικές δυνατότητες στον τομέα αυτόν, και είναι ευάλωτη σε κρίσιμο αιφνιδιασμό, και β) η τουρκική πλευρά έχει μεγάλη δυνατότητα να ανταποκριθεί άμεσα σε ειδικές απαιτήσεις της Τουρκικής Αεροπορίας για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων επιχειρησιακών προβλημάτων, ενώ γενικώς η τουρκική υπεροχή στην κατασκευαστική τεχνογνωσία σημαίνει αναπόφευκτα ότι και η ΤΑ είναι πιο επιδέξια στην τακτική της χρησιμοποίηση. Ο δεύτερος βασικός παράγων που επιτείνει την ανισορροπία είναι ότι κρίσιμα ελληνικά μέσα που θα δεχθούν το βάρος των τουρκικών επιχειρήσεων Η/Π, δηλαδή τα μέσα του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, έχουν περιορισμένες δυνατότητες Ηλεκτρονικής Άμυνας.

Πέραν του Η/Π, η Τουρκική Αεροπορία διαθέτει κρίσιμη υποστήριξη μάχης που είναι αδιανόητη στην ΠΑ. Έτσι, η τουρκική δύναμη μαχητικών υποστηρίζεται από επτά μεγάλα αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού και ένα δίκτυο αεροπορικών βάσεων που παρέχουν στην ΤΑ βάθος και δυνατότητα διάταξης και αναδιάταξης των αεροπορικών τους δυνάμεων αδιανόητα για την ΠΑ. Επιπλέον, το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της ΤΑ είναι κατά πολύ ικανότερο από το αντίστοιχο της ΠΑ, κι αυτό επειδή:
  • Το σύνολο των επίγειων ραντάρ του τουρκικού ΣΑΕ είναι νεώτερης τεχνολογίας έναντι των ελληνικών, με βασικό πλεονέκτημα τη μεγαλύτερη αντοχή τους σε Ηλεκτρονική Επίθεση.
  • Ένας μεγάλος αριθμός (14) από επίγεια ραντάρ του τουρκικού ΣΑΕ είναι κινητά, της σειράς TRS-22XX, που σημαίνει ότι το δίκτυο έχει μεγάλη ευκαμψία και, συνεπώς, επιβιωσιμότητα.
  • Το δίκτυο επίγειων σταθμών προειδοποίησης, που είναι συνδυασμός του νατοϊκού δικτύου (όπως αυτό της ΠΑ) και του εθνικού δικτύου (τα 14 TRS-22XX), είναι πολύ πυκνότερο από αυτό της ΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμη και αγνοώντας το αεροπορικό σκέλος του ΣΑΕ, η ΠΑ θα έχει πολύ μεγαλύτερη επιχειρησιακή δυσκολία για την παρεμβολή του δικτύου και ειδικότερα για την «τύφλωση» ενός τομέα του δικτύου.
  • Κατά το αεροπορικό σκέλος του ΣΑΕ, το οποίο είναι και το σημαντικότερο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, τα τουρκικά αεροσκάφη προειδοποίησης είναι μεγαλύτερων δυνατοτήτων σε ότι αφορά την εμβέλεια αποκάλυψης, την αντοχή σε Ηλεκτρονική Επίθεση, την εμβέλεια και την αντοχή σε χρήση[1] καθώς και την ταχύτητα του αεροσκάφους – και άρα τη δυνατότητα ευελιξίας του στον χώρο.
Τέλος, η ΤΑ έχει ήδη σε επιχειρησιακή χρήση 26 ανεπάνδρωτα αεροσκάφη Μέσου Ύψους Μεγάλης Αυτονομίας (MALE) τύπου Bayraktar TB2 ενώ αναμένεται έχουν τεθεί ή αναμένεται να τεθούν άμεσα (εντός του 2017) σε υπηρεσία ανεπάνδρωτα αεροσκάφη τύπου Anka, μεγαλύτερων δυνατοτήτων φορτίου και ταχύτητας. Τα ανεπάνδρωτα αυτά αεροσκάφη, με έναν συνδυασμό φορέων που είναι γνωστοί (κι ενδεχομένως και άλλων που δεν μας είναι – τα οχήματα είναι τουρκικής κατασκευής, συνεπώς και η παραγωγή και η διαμόρφωσή τους είναι εθνικές υποθέσεις) παρέχουν στην ΤΑ αλλά και συνολικά στις ΤΕΔ δυνατότητες συνεχούς αναγνώρισης και επιτήρησης που η ΠΑ δεν διαθέτει ούτε κατά διάνοια. Η δυνατότητα αυτή, που παγίως υποτιμάται στις ΕΕΔ επ’ ωφελεία των αριθμών των κυρίων οπλικών συστημάτων, δεν αποτελεί κάποια «πολυτέλεια» αλλά κρίσιμη επιχειρησιακή δυνατότητα: οι ΕΕΔ θα ενεργούν σε ένα σχετικό «σκοτάδι» ενώ οι ΤΕΔ «μέρα-μεσημέρι».

Αυτά, σε ότι αφορά την τρέχουσα κατάσταση σε βασικά στρατιωτικά συστήματα, στον αεροπορικό τομέα.  Ήδη, στην υφιστάμενη κατάσταση, η ανισορροπία είναι εμφανής, και σε βασικές για τις επιχειρήσεις πτυχές, όπως η δυνατότητα δράσης σε περιβάλλον Η/Π, τρομακτικές. Το πρόβλημα είναι ότι η διαπιστούμενη ανισορροπία όχι απλώς δεν έχει ρεαλιστικά προοπτική αποκατάστασης αλλά, με τα σημερινά δεδομένα, θα αρχίσει να λαμβάνει στο προσεχές μέλλον δυσθεώρητες διαστάσεις.

Σε ότι αφορά τη δύναμη των μαχητικών, οι προοπτικές των δύο αεροποριών είναι, δυστυχώς, ριζικά διαφορετικές. Η μεν ΤΑ έχει δρομολογήσει την αγορά, στο προσεχές μέλλον, 100 F-35, μαχητικών 5ης γενεάς, με πρόθεση, προφανώς, τη δημιουργία ενός high-low mix αεροσκαφών F-35 και εκσυγχρονισμένων F-16. Στον ίδιο χρονικό ορίζοντα, η ΠΑ μπορεί να προσβλέπει μόνον στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό των υφισταμένων F-16. Ο σχεδιαζόμενος εκσυγχρονισμός αυτός θα φέρει τον πυρήνα των ελληνικών μαχητικών (85 αεροσκάφη) σε πλεονεκτική θέση έναντι του low συνθετικού του mix του αντιπάλου (τα οποία θα διατηρούν αποφασιστικό αριθμητικό πλεονέκτημα), θα φέρει 63 μαχητικά (38 F-16 και 25 Μ2000) σε επίπεδο αντίστοιχο με αυτό του όγκου των τουρκικών CCIP, δεν απαντά με κανέναν τρόπο, όμως, στην αιχμή του δόρατός της τουρκικής δύναμης, που θα είναι F-35. Επιπλέον, με τον σχεδιασμό αυτόν η ΤΑ έχει την άνεση να διατηρήσει μια οροφή 300 μαχητικών αιχμής (100 F-35 & 200 F-16 CCIP) ή να ρίξει την οροφή κατά βούληση, εκεί που κρίνει ότι είναι η βέλτιστη με βάση επιχειρησιακούς ή άλλους παράγοντες. Σε αντίθεση με αυτό, και με δεδομένους τους γνωστούς οικονομικούς περιορισμούς, ο εκσυγχρονισμός των F-16 δεν προβλέπεται να εξαντλήσει απλώς τους πόρους για εκσυγχρονισμό ή αγορά μαχητικών, αλλά και για εκσυγχρονισμό ή αγορά… υλικού γενικώς στην ΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά η οροφή της ΠΑ θα διαμορφωθεί στα 168 μαχητικά αεροσκάφη (85 F-16V, 38 F-16 Bl52+ Advanced, 25 M2000-5 και 20 F-16 Bl30). Ή, για να γίνει μια πιο ρεαλιστική αναγωγή, μετά από μία δεκαετία θα υπάρχει από τουρκικής πλευράς περίπου τρεις επιχειρησιακές μοίρες F-35 Bl3F (με 6 αεροσκάφη υποβαθμισμένης έκδοσης 3i σε ρόλο OCU), 200 F-16 CCIP και 35 F-16 Bl30 σε ρόλο OCU. Σε αυτά η Ελλάδα θα έχει να αντιπαρατάξει 85 F-16V (ανώτερα των 200 CCIP αλλά όχι και αντίστοιχα των F-35), 63 μαχητικά περίπου αντίστοιχα με τα 200 CCIP (38 F-16 Bl52+ Advanced και 25 M2000-5) καθώς και 20 F-16 Bl30 σε ρόλο OCU.

Στο πλαίσιο αυτό, το μόνο που μπορεί να μην εξελιχθεί ευνοϊκά για την ΤΑ είναι να εμφανιστούν προβλήματα με την παράδοση του F-35 εξ αιτίας πολιτικών εμπλοκών, προοπτική πάντως μάλλον απίθανη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η ΠΑ αγωνιά για το άμεσο μέλλον της, η ΤΑ έχει ήδη δρομολογήσει τη διαδοχή του F-16, σε βάθος 20ετίας, με μαχητικό αεροσκάφος τουρκικής κατασκευής.

Στο σημείο αυτό αξίζει ένας σχολιασμός της δημόσιας δήλωσης του Α/ΓΕΑ Αντιπτεράρχου Χριστοδούλου (30/10/17): «Πολύ φιλολογία γύρω από τη σύγκριση του F-35 της Τουρκίας με το ελληνικό F-16 VIPER. Δεν με προβληματίζουν τα 20 F35 που θα τα έχει, αν τα έχει, μετά από 10 χρόνια η Τουρκία. Η διαφορά είναι ανάμεσα στα VIPER και τα 230 τουρκικά F-16 και σας το υπογράφω η διαφορά θα είναι γεωμετρική«. Η δήλωση αυτή είναι καθησυχαστική πλην όμως ούτε στα πράγματα ανταποκρίνεται, ούτε ρεαλιστική είναι. Κατ’ αρχάς δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, γιατί η εκτίμηση ότι μετά από δέκα χρόνια η Τουρκία θα έχει 20 F-35 δεν προκύπτει από καμία ένδειξη. Με εξαίρεση το ενδεχόμενο ακύρωσης της σύμβασης για πολιτικούς λόγους (όχι ιδιαίτερα πιθανόν) σε δέκα χρόνια (δηλαδή στα τέλη του 2017) η ΤΑ θα έχει περί τα 60 επιχειρησιακά F-35. Αυτή η εκτίμηση προκύπτει από τον ρυθμό παραγωγής του αεροσκάφους στις ΗΠΑ και από τον ρυθμό παραγγελίας του από την ΤΑ. Ο αριθμός 20 δεν προκύπτει από πουθενά. Έτσι, συνολικά, η ΠΑ θα έχει να αντιμετωπίσει 200 CCIP με 85 ανώτερά τους F-16 V και 63 ισοδύναμά τους, ενώ τα F-35 (20 ή 60) θα είναι μία επιπρόσθετη απειλή. Κυρίως όμως, ο Α/ΓΕΑ, προκειμένου να είναι καθησυχαστικός, προσχώρησε στο παιγνίδι των υπεραπλουστεύσεων που κάνουν οι περιστασιακά ασχολούμενοι. Έτσι, το θέμα δεν είναι μόνον η σύγκριση αριθμών και συστημάτων των μαχητικών, αλλά το γεγονός ότι στη φύση της απειλής των F-35, η ΠΑ δεν έχει βρει λύση. Και με αυτό, προφανώς δεν υπονοείται μία αντίστοιχη αγορά F-35 -που δεν δίνει λύση στο πρόβλημα- αλλά μια συνολική επιχειρησιακή λύση. Ο Α/ΓΕΑ μπορεί με αυτή τη δήλωση (ευλόγως) να θέτει τέλος στην παραφιλολογία περί αγοράς F-35, που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, αλλά υποσκάπτει  πολιτικά την ανάγκη για άλλου είδους εκσυγχρονισμό (ενδεικτικά, του ΣΑΕ και κρίσιμων ΑΑ συστημάτων), τα οποία σταδιακά θα μπορούσαν να δώσουν μία λύση στην επιχειρησιακή απειλή του F-35. Η δήλωση αυτή του Α/ΓΕΑ θυμίζει, με εξαιρετικά δυσάρεστο και ανησυχητικό τρόπο, τις διαβεβαιώσεις που παγίως παρέχουν οι στρατιωτικές ηγεσίες στην Ελλάδα προς τις πολιτικές ηγεσίες και τους πολίτες για την επάρκεια των μέσων τους να αντιμετωπίσουν «οποιαδήποτε απειλή», εν επιγνώσει της ανακρίβειας που αυτό συνιστά, με αποτέλεσμα να διαψεύδονται την κρίσιμη στιγμή – και να επιβαρύνονται ιστορικά και στη συνείδηση του κόσμου από την αναξιοπιστία των δηλώσεων αυτών.

Στον τομέα του Ηλεκτρονικού Πολέμου, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τις εξελίξεις, ωστόσο η οικονομική άνεση και η σωρευμένη τεχνογνωσία της Τουρκίας αφ’ ενός, και η κατάσταση της Ελλάδας αφ’ ετέρου δεν προμηνύουν ευχάριστες εξελίξεις.

Στον τομέα του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, τον πλέον κρίσιμο για την ΠΑ στο προσεχές μέλλον, δεδομένου ότι το νέο τουρκικό μαχητικό είναι χαμηλού ίχνους, άρα αποτελεί πρόκληση κατ’ εξοχήν για το ελληνικό ΣΑΕ, η οικονομική δυσπραγία της ελληνικής πλευράς δεν αφήνει να διαφανεί κάποια θετική προοπτική, ούτε και υπάρχει κάποια σχετική πληροφορία. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαφαίνεται η προοπτική υλοποίησης καμίας από τις κατ’ αρχήν δυνατότητες για την αντιμετώπιση της τεχνολογίας χαμηλού ίχνους του αντιπάλου, όπως απόκτηση επίγειων ραντάρ επιτήρησης νέας τεχνολογίας ή η συμπλήρωση του στόλου των εναέριων ραντάρ επιτήρησης με άλλα, προσανατολισμένα στην τεχνολογία χαμηλού ίχνους, ή ακόμη και η βελτίωση των υφισταμένων εναερίων ραντάρ.  Το μόνο που προβλέπεται να γίνει είναι η μετάβαση του κορμού του ΣΑΕ από το υφιστάμενο σύστημα κορμού MASE με το νεώτερο ACCS, αφού αυτό θα γίνει με νατοϊκή χρηματοδότηση. Δυστυχώς, η εξέλιξη αυτή, αν και ασφαλώς χρήσιμη, δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα του ελληνικού ΣΑΕ.

Τέλος, η επίγνωση τακτικής κατάστασης από πλευράς της ΤΑ προβλέπεται να φτάσει σε πρωτόγνωρα για αεροπορία -πέραν της αμερικανικής- επίπεδα, μιας και ο στόλος των ανεπάνδρωτων αεροσκαφών που η Τουρκία έχει αναπτύξει και θα θέσει σε υπηρεσία είναι πραγματικά εντυπωσιακός και όχι απλώς με «περιφερειακά» κριτήρια. Η Τουρκία διαθέτει πλέον τον πληρέστερο στόλο ανεπάνδρωτων αεροσκαφών, από εκτοξευόμενα με το χέρι μικρά ανεπάνδρωτα αεροσκάφη μέχρι TIER II+ ανεπάνδρωτα αεροσκάφη μεγάλης διάρκειας πτήσης και μεγάλου ύψους. Ενδεχομένως (και το «ενδεχομένως» τονίζεται εμφατικά), να μην έχει αναπτυχθεί κατηγορίας TIER III ανεπάνδρωτο αεροσκάφος, αν και με την σωρευμένη τεχνογνωσία και την παραγωγική ικανότητα της γείτονος χώρας, το ενδεχόμενο να επαναληφθεί η εν κρυπτώ ανάπτυξη ενός τέτοιου, στρατηγικής σημασίας συστήματος δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου απίθανη. Έτσι, με έναν τέτοιο στόλο στη διάθεσή της, εγχωρίως παραγόμενο, και με ολοένα και πιο σύνθετους αισθητήρες, επίσης εγχωρίως αναπτυσσόμενους, είναι προφανές ότι το δίκτυο αναγνώρισης, συλλογής πληροφοριών και επιτήρησης πεδίου μάχης που θα έχει στη διάθεσή της η ΤΑ (όπως άλλωστε και συνολικά οι ΤΕΔ) θα τους παρέχουν δυνατότητες που η ΠΑ μόνον να ζηλεύει θα μπορεί. Από την πλευρά της, η ΠΑ μπορεί να προσβλέπει στην -αμφιβόλου προοπτικής υλοποίησης- απόκτηση μικρού αριθμού ανεπάνδρωτων αεροσκαφών κατηγορίας TIER II. Επιπλέον, η συνεχής συρρίκνωση της οροφής των μαχητικών της, σημαίνει ότι η ΠΑ θα δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να εκτελεί ακόμη και τις τετριμμένες αποστολές αεροπορικής αναγνώρισης, ακόμη κι αν διαθέτει επιχειρησιακά αξιοποιήσιμα ατρακτίδια αναγνώρισης.

Στον τομέα των όπλων, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει μια σχετική ισορροπία, η Τουρκία έχει αναπτύξει και θα θέσει σε υπηρεσία εξελιγμένες εκδόσεις του εγχώριας ανάπτυξης και παραγωγής πυραύλου πλεύσης αέρος-εδάφους SOM. Το όπλο αυτό έχει ήδη τεθεί σε υπηρεσία στις αρχικές του εκδόσεις, αλλά η συνεχής του εξέλιξη σημαίνει ότι η ΤΑ θα διαθέτει  ένα όπλο εξαιρετικά εξελιγμένο, σε ποσότητες που όχι μόνον θα καθορίζει η ίδια αλλά και που θα είναι πρακτικά άγνωστες σε μας, και σε εκδόσεις που αναβιβάζουν το όπλο στην κατηγορία του υποστρατηγικού όπλου. Με τη νέα έκδοση που είναι υπό εξέλιξη, το όπλο θα φτάσει αρχικά στο βεληνεκές των 500 χλμ. με τελικό διακηρυγμένο στόχο τα 2.500 χλμ. Έτσι, ενώ η ΠΑ σταδιακά χάνει τη δυνατότητα να αξιοποιεί το μοναδικό όπλο στρατηγικής σημασίας που έχει, τους πυραύλους SCALP, η ΤΑ σταδιακά αποκτά τη δυνατότητα μαζικών στρατηγικών πληγμάτων με μέσα που παράγει η ίδια (άρα, σε ποσότητες που μπορεί να αποφασίσει η ίδια και που οι υπόλοιποι αγνοούμε, και με πολύ χαμηλό κόστος). Με πιο απλά λόγια, η κυριαρχία της ΤΑ με μέσα που η ΠΑ θα αδυνατεί παντελώς να αντιμετωπίσει, επεκτείνεται δραματικά, την ίδια ώρα που το αμυδρά αντίστοιχο της ΠΑ σταδιακά θα εκλείπει.

Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν την εικόνα που σχηματίζεται από βασικά συστήματα των δύο πλευρών, και που δυστυχώς δεν εξαντλεί την διαφορά που σταδιακά σχηματίζεται.

Όλα αυτά αποτελούν το πρώτο, επιφαινόμενο επίπεδο, αυτό των μειζόνων οπλικών συστημάτων, που ασφαλώς είναι πολύ σημαντικό. Όμως πέραν αυτών, η ΠΑ, όπως άλλωστε ακριβώς και τα άλλα δύο Όπλα των ΕΔ, αντιμετωπίζουν εξ ίσου σημαντικά προβλήματα στον οργανισμό τους, τα οποία δεν είναι ορατά στους πίνακες εξοπλισμών.

Οι αριθμοί κυρίων συστημάτων που αναφέρονται παραπάνω είναι «ονομαστικοί», δηλαδή θεωρητικοί. Η πραγματική διαθεσιμότητα των συστημάτων, που εξαρτάται απολύτως από την οικονομική δυνατότητα της χώρας να υποστηρίζει την τακτική αγορά ανταλλακτικών και υπηρεσιών συντήρησης φθίνει συνεχώς.

Η επιχειρησιακή εκπαίδευση του ιπταμένου προσωπικού, που ασφαλώς είναι ακριβή, έχει πληγεί σημαντικά. Ο βασικότερος δείκτης, ο αριθμός ωρών πτήσεως ανά μήνα και ανά χειριστή, θεωρητικά απόρρητο στοιχείο αλλά όπως γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, έχει μειωθεί ουσιωδώς.
Η οροφή προσωπικού της ΠΑ, όπως διαμορφώνεται αφ’ ενός από τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας να υποστηρίζει οικονομικά προσωπικό, επαγγελματικό ή στρατεύσιμο, αφ’ ετέρου από τη δημογραφία της χώρας, μειώνεται συνεχώς.  Έτσι, ακόμη και αν έχει μαχητικά ή ακόμη και χειριστές, η ικανότητα να υποστηρίξει με επαρκές προσωπικό λειτουργίες όπως ο ανεφοδιασμός σε καύσιμα και πυρομαχικά, και η συντήρηση, η φύλαξη εγκαταστάσεων, οι μεταφορές ή άλλες υποστηρικτικές λειτουργίες ή λειτουργίες διοικητικής μέριμνας εκτελούνται ανεπαρκώς για πραγματικές επιχειρήσεις και δεν μπορούν να υποστηριχθούν ικανοποιητικά σε επαρκές βάθος χρόνου (που δεν ανέρχεται σε πολλές ημέρες…).

Η επαγγελματική εκπαίδευση των στελεχών της ΠΑ (και όχι απλώς των χειριστών), τομέας που δεν ήταν ποτέ το ισχυρό σημείο του Όπλου, λόγω περιορισμένων πόρων φθίνει συνεχώς. Έτσι, η τεχνική παιδεία του κατ’ εξοχήν τεχνικού Όπλου περιορίζεται συνεχώς, με αντίστοιχη επίπτωση στη δυνατότητα του Όπλου να παρακολουθήσει (όχι ονομαστικά αλλά ουσιαστικά) τις διεθνείς εξελίξεις.
Στην ΤΑ, οι τάσεις στα ζητήματα αυτά είναι ακριβώς αντίθετες. Εξαιρώντας την προσωρινή ανωμαλία που προέκυψε από το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2015 (περί της οποίας αμέσως παρακάτω), οι πόροι που διαθέτει η ΤΑ για να υποστηρίξει εντατικές επιχειρήσεις, τόσο από πλευράς μέσων όσο και από πλευράς προσωπικού είναι άφθονοι, ενώ η ΤΑ δίνει μεγάλη έμφαση στην επαγγελματική εκπαίδευση των στελεχών της – κυρίως των αξιωματικών-, μια τάση παλαιά και ιστορική, που δεν φαίνεται να έχει προβληματίσει την ελληνική πλευρά. Το πρόβλημα με την ΤΑ φαίνεται να είναι η επίτευξη του επιπέδου ποιότητας προσωπικού στην έκταση που θα ήθελε, αφού ο πυρήνας των ικανών και καλά εκπαιδευμένων στελεχών δεν αποτελεί και τον μέσο όρο.

Το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2015 και οι συνακόλουθες απομακρύνσεις στελεχών των ΕΔ, ακόμη και τον Αύγουστο του 2017, επέφεραν σημαντικό πλήγμα στη διαθεσιμότητα στελεχών της ΤΑ και ιδίως στη διαθεσιμότητα χειριστών. Αυτό παρόξυνε το πρόβλημα διαθεσιμότητας χειριστών που ήδη υπήρχε εξ αιτίας της απορρόφησης ιπταμένων από τις συνεχώς αναπτυσσόμενες τουρκικές αερογραμμές. Έτσι, στην παρούσα φάση ο λόγος χειριστών προς αεροσκάφη έχει πέσει στο 0,7 έναντι του γενικά επιθυμητού 1,25. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η πολεμική ισχύς της ΤΑ έχει πληγεί αποφασιστικά. Επιπλέον, το πραξικόπημα δημιούργησε προσδοκίες για διάρρηξη των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση και άρα αποκλεισμό τους από τις αντίστοιχες πηγές εξοπλισμού και επιχειρησιακής τεχνογνωσίας.
 
Από τις προσδοκίες αυτές, η πρώτη είναι υπερβολική και η δεύτερη ανυπόστατη.

Είναι προφανές ότι παρά την προκλητική στάση της Τουρκίας έναντι τόσο των ΗΠΑ όσο και των μεγάλων χωρών της ΕΕ, η αντικειμενική βαρύτητα της χώρας είναι τέτοια που οι υπόλοιπες χώρες υποχρεωτικά ανέχονται τη συμπεριφορά αυτή.  Ως προς αυτό, είναι εξόχως ενδεικτικό το εξής: στο πλαίσιο της επιτακτικής ανάγκης της Τουρκίας να εκπαιδεύσει νέους χειριστές (λεπτομέρειες αμέσως παρακάτω), αυτή στράφηκε προς τις ΗΠΑ για την παροχή αεροπορικής εκπαίδευσης, και μάλιστα εντός της Τουρκίας και όχι στο έδαφος των ΗΠΑ. Εν μέσω της περιόδου… «ρήξεως» των δύο χωρών, κι ενώ η ίδια η Αμερικανική Αεροπορία έχει οξύτατο πρόβλημα ελλείψεως χειριστών, και ενώ έχει ήδη μεγάλο πλήθος αιτημάτων για παροχή αεροπορικής εκπαιδεύσεως από άλλες αεροπορίες, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Αμερικανικής Αεροπορίας Πτέραρχος Γκόλντφαϊν δήλωσε ότι: «Η Τουρκία αποτελεί μιας από τις κορυφαίες, αν όχι την κορυφαία, προτεραιότητα για εκπαίδευση. Συνεπώς, η οδηγία μου στην ομάδα μας είναι: «Πρέπει να κινηθούμε δραστήρια για να υποστηρίξουμε την Τουρκία«». Επειδή υπάρχουν αρκετές ελπίδες σχετικά με την εμπλοκή της παράδοσης αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία, η εκτίμηση του υπογράφοντος είναι πως αυτό αποτελεί εξαιρετικά απίθανο ενδεχόμενο: το πρόγραμμα JSF είναι τόσο οριακό οικονομικά, που είναι σχεδόν αυτοκτονικό για το αμερικανικό Υπουργείο Αμύνης να διακινδυνεύσει τη ματαίωση της αγοράς οποιουδήποτε αξιόλογου αριθμού αεροσκαφών. Συνολικά, δεν έχουν προκύψει παρά εξαιρετικά περιορισμένες, βραχύβιες και στην ουσία προσχηματικές εμπλοκές σε αμυντικά προγράμματα της Τουρκίας.

Σε ότι αφορά το πρόβλημα των χειριστών, η Τουρκική Αεροπορία κινείται δραστήρια για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό, έστω και κάπως «άκομψα». Μετά την αρχική πρόσκληση προς αποστράτους χειριστές της που τώρα πετούν με πολιτικές εταιρείες να επιστρέψουν «εθελουσίως» στις τάξεις της -πρόσκληση που εστέφθη από εξαιρετικά περιορισμένη επιτυχία, αποφέροντας μόνον σαράντα 40 χειριστές- τον Σεπτέμβριο (του 2017) προχώρησε σε πιο δραστικά μέτρα: Επιδιώκοντας να εξαναγκάσει περίπου τριακοσίους (300) χειριστές να επανέλθουν (και ρεαλιστικά αποβλέποντας στην επιστροφή 150-180 χειριστών), τους «κάλεσε» να προσέλθουν, εντός του Σεπτεμβρίου, για ιατρικές εξετάσεις, κι εν συνεχεία, εντός 15 ημερών, να επανέλθουν σε υπηρεσία, και μάλιστα σε πτέρυγα μάχης. Η κίνηση αυτή προκάλεσε, ευλόγως, δυσφορία στις τάξεις των τούρκων χειριστών πολιτικών αεροσκαφών προελεύσεως ΤΑ, όμως η απειλή της άμεσης ανακλήσεως της επαγγελματικής τους άδειας, η προσμέτρηση της υπηρεσίας τους στην πολιτική αεροπορία στα έτη υπηρεσίας τους, η περιορισμένη διάρκεια της ανάκλησης (τέσσερα έτη) και η ειδική μισθολογική πολιτική σημαίνει ότι η επιδίωξη της επιστροφής 150-180 χειριστών είναι ρεαλιστική. Σε αυτούς τους χειριστές προστίθενται 180 εκπαιδευόμενοι χειριστές που προήλθαν από σχολές πολιτικής αεροπορίας και έγιναν δεκτοί εσπευσμένα στην TA, τοποθετήθηκαν ήδη στη 2η Πτέρυγα Αεροπορικής Εκπαίδευσης της ΤΑ, στο Cigli, έχουν ολοκληρώσει την αρχική και προχωρημένη αεροπορική τους εκπαίδευση και μένει η επιχειρησιακή τους εκπαίδευση.  Έτσι, η ΤΑ κινήθηκε άμεσα για να αποδώσει σχεδόν 350 χειριστές στις επιχειρησιακές μονάδες. Είναι προφανές ότι θα υπάρξει ένα πρόβλημα με την απορρόφηση (absorption) των νέων χειριστών. Η ίδια η ΤΑ εκτιμά (ή διακηρύσσει) ότι η όλη ανωμαλία θα εκλείψει εντός τεσσάρων ετών, με τη σταδιακή ένταξη νέων χειριστών που θα επιτρέψει και την αποχώρηση όσων επανελθόντων θέλουν, διακήρυξη η οποία φαίνεται εύλογη.

Συνεπώς, η παλαιότερη  εκτίμηση ότι: «οι επιπτώσεις του πραξικοπήματος υπερτιμώνται και ότι η -αναπόφευκτη- αρνητική επίδραση στην τουρκική στρατιωτική ισχύ, τόσο εξ αιτίας της εσωτερικής αναταραχής όσο κι εξ αιτίας της διατάραξης των σχέσεων της χώρας με τη «Δύση» θα είναι μικρή και δε θα πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν στον αμυντικό μας σχεδιασμό» δυστυχώς επιβεβαιώνεται.

[1] Ως «αντοχή σε χρήση» εννοείται ο συνδυασμός εφικτής διάρκειας πτήσης εξ αιτίας επάρκειας καυσίμου και εφικτής διάρκειας επιχειρησιακής αξιοποίησης εξ αιτίας διαθεσιμότητας και αντοχής του πληρώματος. Χάρις στη μεγαλύτερη χωρητικότητά του και τους χώρους ενδιαίτησης, καθώς και τη δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού, τα τουρκικά συστήματα έχουν πολύ μεγαλύτερη «αντοχή σε χρήση» από τα ελληνικά αντίστοιχα.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...