Έφαγε μια μπουνιά από συμπαίκτη του, άλλαξε ομάδα και από την ανυπαρξία την έκανε παγκόσμια δύναμη

Αναδημοσίευση από: newsbeast.gr

Εάν κάποιος εξετάσει την ιστορία του γερμανικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου (ως Δυτική Γερμανία, την περίοδο που η χώρα ήταν χωρισμένη στα δύο), θα συνειδητοποιήσει ότι μοιάζει αρκετά με αυτήν του γαλλικού ποδοσφαίρου, δηλαδή ότι υπάρχουν πολλές ομάδες που έχουν κατακτήσει τον τίτλο του πρωταθλήματος και μάλιστα με μια σχετικά δίκαιη μοιρασιά. Όμως, στη Γερμανία υπάρχει μια υπέρλαμπρη εξαίρεση, η οποία -βάσει της γνωστής λαϊκής ρήσης- επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδήμονας στο λαοφιλέστερο άθλημα του κόσμου, για να καταλάβει ότι η Μπάγερν Μονάχου έχει δημιουργήσει μια αυτοκρατορία στη χώρα της. Χρειάζεται απλώς ένα «κλικ» στο internet, ή μια ματιά στην ιστορία, η οποία ξεκίνησε να παίρνει διαφορετικό ρου από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, καθώς μέχρι εκείνο το σημείο η Μπάγερν Μονάχου είχε όλο κι όλο έναν τίτλο πρωταθλήματος (πλέον έχει στην τροπαιοθήκη της 27), την πολύ μακρινή σεζόν 1931-32, αλλά και μόλις έναν Κυπέλλου (1956-57).

Είναι χαρακτηριστικό ότι έως εκείνο το χρονικό σημείο, η πιο διάσημη γερμανική ομάδα ζούσε στη «σκιά» όχι μόνο των ανταγωνιστών της εντός της επικράτειας, αλλά ακόμη και στην επαρχία της, καθώς στη Βαυαρία η Νυρεμβέργη, η συμπολίτισσα και μισητή αντίπαλος, Μόναχο 1860, ακόμη και η Γκρόιτερ Φιρτ, θεωρούνταν μεγαλύτερα μεγέθη από εκείνη. Όμως, κάπου εκεί έγινε ένα περιστατικό, το οποίο έμελλε να αλλάξει τη μοίρα όχι μόνο ενός συλλόγου, ούτε καν του γερμανικού ποδοσφαίρου στο σύνολό του, αλλά συνολικά τον αθλητισμό μιας χώρας με την πιο ισχυρή οικονομία στην Ευρώπη. Ήταν μια μπουνιά, που έστειλε τον Φραντς Μπεκενμπάουερ στην ομάδα με την οποία έμελλε να συνδέσει το όνομά του και την οποία βοήθησε να εκτοξευθεί.

Από τη 1860, στη μεγάλη αντίπαλο

Ο «Κάιζερ» του γερμανικού ποδοσφαίρου ήταν μόλις 9 ετών, όταν η εθνική Γερμανίας κατακτούσε το ανέλπιστο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, στον τελικό με αντίπαλο το μεγαθήριο που άκουγε στο όνομα Ουγγαρία. Το επικό αυτό 3-2, με τους Γερμανούς να μένουν μόλις στο 8ο λεπτό πίσω στο σκορ με δύο τέρματα, έκανε πολλά παιδιά στην υπό ανασυγκρότηση -λόγω των «πληγών» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- χώρα να ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μπεκενμπάουερ, που έκανε τεράστια προσπάθεια να πείσει τον πολύ διστακτικό πατέρα του.

Ο μικρός Φραντς υποστήριζε τη Μόναχο 1860 και ήταν πολύ κοντά στο να γίνει μόνιμο μέλος της. Αλλά, σε ένα δοκιμαστικό διπλό της πιο πετυχημένης εκείνη την περίοδο βαυαρικής ομάδας, είχε ένα… θερμό επεισόδιο. Ένας από τους αντίπαλους τού έδωσε μια μπουνιά, ο προπονητής που επιτηρούσε τους μελλοντικούς αστέρες των «λιονταριών» δεν τον υπερασπίστηκε (δεν έκανε καν παρατήρηση), κάτι που θύμωσε ιδιαίτερα τον Μπεκενμπάουερ. Με αίμα στα χείλη και τον εγωισμό του πληγωμένο, αποφάσισε να αλλάξει στρατόπεδο και να μεταπηδήσει στη μέχρι τότε… μικρούλα της πόλης.

Η «οπισθοχώρηση» και η εκτόξευση της Μπάγερν

wkvjtgb5
Εκεί, στα τσικό της Μπάγερν, βρήκε τους Σεπ Μάγιερ, αλλά και τον Γκερντ Μίλερ. Ο «Κάιζερ» ήταν μεγάλος θαυμαστής του Φριτζ Βάλτερ και για τον λόγο αυτό ξεκίνησε το ποδόσφαιρο παίζοντας ως επιθετικός. Όμως, παρά την εξαιρετική τεχνική του και με δεδομένη την παρουσία του μεγαλύτερου Γερμανού «μπόμπερ» στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην ίδια ομάδα, η μετατόπιση προς τα πίσω ήρθε… αναγκαστικά, σχεδόν μοιραία. Με αυτήν την τριάδα, αλλά και ένα αρκετά δυναμικό σύνολο που δημιουργήθηκε, η Μπάγερν πήρε την άνοδο στην Μπουντεσλίγκα και άρχισε σταδιακά να πρωταγωνιστεί. Ο πρώτος τίτλος ήταν το Κύπελλο Γερμανίας τη σεζόν 1965-66. Ακολούθησε ο αντίστοιχος τίτλος την επόμενη χρονιά και το νταμπλ δύο χρόνια αργότερα. Μάλιστα, το δεύτερο πρωτάθλημα στην ιστορία του συλλόγου ακολούθησε το ένατο και τελευταίο της δεύτερης στην κατάταξη Νυρεμβέργης. Εκεί φάνηκε τι θα ακολουθήσει…

Η κορύφωση για την Μπάγερν ήρθε στις αρχές του ’70. Οι εγχώριοι τίτλοι είχαν γίνει… ρουτίνα, αλλά οι Βαυαροί έπρεπε να αποδείξουν ότι δεν ήταν καλύτεροι μόνο στη Δυτική Γερμανία, αλλά και στο εξωτερικό. Εκεί όπου «μετρούσαν» πραγματικά το πόσο δυνατοί ήταν. Και το έκαναν με τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών (1973-74, 1974-75, 1975-76). Το να εκθρονιστεί από εκεί ο Άγιαξ του «απόλυτου ποδοσφαίρου», μόνο εύκολο δεν ήταν, αλλά εάν κάποιος μπορούσε να το πετύχει, θα ήταν μόνο οι πεισματάρηδες Γερμανοί, που ιστορικά πάντα εκμεταλλεύονταν την αλαζονεία των Ολλανδών προς όφελός τους. Βεβαίως, ο «Αίαντας» διέλυσε μόνος του το οικοδόμημα του Ρίνους Μίχελς, αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα και αντικείμενο για ξεχωριστό θέμα…

Η αρχηγική παρουσία στην εθνική Γερμανίας

wkvjtgb3
Εκτός από μεγάλη μορφή της Μπάγερν, στην οποία φορούσε στο μπράτσο του το περιβραχιόνιο του αρχηγού, ο Μπεκενμπάουερ έπρεπε να αναλάβει αντίστοιχο ρόλο και στην εθνική Γερμανίας. Μια ομάδα την οποία ουσιαστικά συνέθεταν συμπαίκτες του στον βαυαρικό σύλλογο και μέλη της Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, του μεγάλου εγχώριου αντιπάλου εκείνη την εποχή. Η αποτυχία να κατακτήσει η «νατσιονάλ μανσάφτ» τον τίτλο του 1966 στα γήπεδα της Αγγλίας, στον περίφημο τελικό του «Γουέμπλεϊ», με το γκολ που ακόμη και σήμερα δεν έχουν αποφανθεί εάν έπρεπε να μετρήσει, είχε πεισμώσει τους Δυτικογερμανούς. Η διοργάνωση στη χώρα τους το 1974’, έμοιαζε εξαιρετική ευκαιρία για την επιστροφή στην κορυφή του κόσμου. Αλλά, απέναντι υπήρχε η υπερομάδα της Ολλανδίας, κόντρα στην οποία ο τελικός έμοιαζε το πιο πιθανό σενάριο.

Και πράγματι, έτσι κι έγινε. Μόνο που η Δυτική Γερμανία χρειάστηκε να περάσει αρκετούς κλυδωνισμούς μέχρι να φτάσει στο σημείο να τα παίξει όλα για όλα κόντρα στους «οράνιε» για την κούπα. Παιχνίδι-κλειδί αποδείχθηκε η απόλυτη μονομαχία με την Ανατολική Γερμανία, στην οποία η ανατολική πλευρά αναδείχθηκε νικήτρια με 1-0 επί της δυτικής, χάρη σε ένα τέρμα του Γιούργκεν Σπάρβασερ. Ουσιαστικά, αυτό το αποτέλεσμα έστειλε τους Ανατολικογερμανούς αντιπάλους σε Ολλανδία, Βραζιλία και Αργεντινή, ενώ οι Δυτικογερμανοί στάθηκαν λίγο πιο τυχεροί και θα αντιμετώπιζαν τη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία και τη Σουηδία.

Ο Χέλμουτ Σεν, ομοσπονδιακός προπονητής της Δυτικής Γερμανίας, δέχθηκε έντονη κριτική και είχε φτάσει στο σημείο της κατάθλιψης. Πριν το πρώτο ματς με τους Γιουγκοσλάβους, δεν μπορούσε να παραβρεθεί στη συνέντευξη Τύπου, λόγω της άσχημης ψυχολογικής του κατάστασης και όλα έδειχναν ότι αυτή θα ματαιωθεί. Εκεί ήταν που ο «Κάιζερ» έκανε την αρχηγική του παρουσία και έβγαλε για πρώτη φορά τόσο έντονα το πόσο μεγάλος παράγοντας θα μπορούσε να γίνει.

Ουσιαστικά, πήρε τον ρόλο του παίκτη-προπονητή, χωρίς να έχει δηλωθεί επίσημα σε διπλό πόστο. «Καθάρισε» τους άσπονδους φίλους του στην Γκλάντμπαχ, τους Χέρμπερτ Βίμερ, Γιουπ Χάινκες και τον αρτίστα Γκίντερ Νέτσερ και προχώρησε με… συνταγή Μπάγερν μέχρι το τελευταίο παιχνίδι της διοργάνωσης. Εκεί, οι Ολλανδοί κέρδισαν πέναλτι στο 1ο λεπτό, ο Νέεσκενς το αξιοποίησε ένα λεπτό αργότερα και όλα έδειχναν έναν θρίαμβο για τους «οράνιε». Όμως, με την μπλαζέ αντιμετώπιση του ματς οι Δυτικογερμανοί πήραν τα πάνω τους και με γκολ των Πάουλ Μπράιντερ και Γκερντ Μίλερ έκαναν την ανατροπή μέχρι το ημίχρονο. Το 1-2 έμεινε μέχρι τέλους και η ομάδα του Μπεκενμπάουερ σήκωσε την κούπα στον ουρανό του Μονάχου.

Μεγάλος και ως προπονητής και ως παράγοντας

Ένας ποδοσφαιράνθρωπος σαν τον Μπεκενμπάουερ δεν θα μπορούσε να μην συνεχίσει την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο και μετά το τέλος της καριέρας του ως παίκτης. Έγινε προπονητής και μάλιστα με επίσης μεγάλη επιτυχία. Η πρώτη και μεγαλύτερη επιτυχία του στους πάγκους ήρθε το 1990. Με τη Γερμανία πλέον ενωμένη, ο «Κάιζερ» πήγαινε την ομάδα των Ματέους, Κλίνσμαν, Φέλερ, Μπρέμε και Χέσλερ στην Ιταλία με στόχο την επιστροφή στην κορυφή του κόσμου, 16 χρόνια μετά τον θρίαμβο της ομάδας που ήταν αρχηγός. Ο δρόμος πάλι δύσκολος, αλλά εκείνος είχε… το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

Στον τελικό επί της Αργεντινής του μεγάλου Ντιέγκο Μαραντόνα, στο παιχνίδι που δίχασε την Ιταλία, το σύνολό του κατάφερε να κάμψει την αντίσταση των Λατινοαμερικανών, χάρη σε ένα πέναλτι με σκόρερ τον Μπρέμε, 5 λεπτά πριν τη λήξη των 90’. Ακολούθησαν πρωταθλήματα με Μαρσέιγ και Μπάγερν, όπως και το Κύπελλο UEFA (1995-96), φυσικά με τους Βαυαρούς.

Τέλος, ως παράγοντας του γερμανικού ποδοσφαίρου, ήταν αυτός που κατάφερε να πάει τη διοργάνωση του Μουντιάλ 2006 στη χώρα του, ουσιαστικά αρπάζοντάς την μέσα από τα χέρια της Νοτίου Αφρικής. Η αδικία για την αφρικανική χώρα αποκαταστάθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, αλλά και πάλι, αυτό που κατάφερε ο «Κάιζερ» ήταν μια τεράστια επιτυχία…

wkvjtgb1
Εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι ο Μπεκενμπάουερ ήταν κάτι παραπάνω από κομβικός στην πορεία ανάπτυξης του γερμανικού ποδοσφαίρου από τότε που πάτησε για πρώτη φορά το χορτάρι. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που έχει καταφέρει τόσα πολλά ως παίκτης, ως προπονητής και ως παράγοντας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ξέρει ποια τροπή θα είχε πάρει η ιστορία, εάν δεν δεχόταν εκείνη την μπουνιά. Μπορεί απλώς να άλλαζαν τα χρώματα, με τα γαλάζια της Μόναχο 1860 να έπαιρναν θρυλική υπόσταση και τα κόκκινα της Μπάγερν να έμεναν πάντα στην αφάνεια. Μπορεί και όχι, βέβαια…
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...