Η ανθελληνική κατάταξη των Ευρωπαίων

Αναδημοσίευση από: topontiki.gr

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ

Ήδη από τον 18ο αιώνα, μία από τις σημαντικότερες μορφές του νεοελληνικού διαφωτισμού, ο Δημήτρης Καταρτζής (1730-1807), αντίκρουε την άποψη που κυριαρχούσε στην Ευρώπη «περί της αδυναμίας συγκροτήσεως κράτους από την μεριά των υπόδουλων Ελλήνων» και ταυτιζόταν με την ανθελληνική κατάταξη των Ευρωπαίων που απαξιωτικά αποκαλούσαν «Φράγκους».
Μέχρι τα μέσα στου 19ου αιώνα η ταύτιση αυτή είχε παγιωθεί και αποτελούσε την κυρίαρχη ιστορική άποψη, διαμορφώνοντας έτσι μια καχυποψία έως και εχθρότητα εναντίον της Δύσης. Βέβαια, την ίδια εποχή, οι Ευρωπαίοι ιστορικοί έβλεπαν μόνο διαλυτικά στοιχεία στην Αυτοκρατορία της Ανατολής μετά τον 10ο αιώνα, τη στιγμή που οι Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος, Σταματιάδης, Πασπάτης αλλά και ο όψιμος Ρενιέρης τοποθετούνταν αρνητικά για τον Δυτικό Μεσαίωνα, που τον θεωρούσαν εποχή πλήρους καταπτώσεως, η οποία εξέθρεψε το νοσηρό φαινόμενο του 1204, καθώς αποδυνάμωσε τον χριστιανικό κόσμο και άνοιξε τον δρόμο για την εξάπλωση του μωαμεθανισμού στην Ανατολή. Βέβαια, οι Έλληνες ιστορικοί υπέπεσαν στο σφάλμα της σύγκρισης των δύο κόσμων, του ανατολικού με τον δυτικό, πράγμα το οποίο δεν ενδείκνυται επιστημονικά για την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Αναφέρεται σχετικά ο Ζαμπέλιος: (…) Το δυτικόν ημισφαίριον του τότε Ρωμαϊκού Κόσμου, ή άλλως η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, συνίστανται εκ κοινωνίας, προφανώς διηρημένης εις δυο μερίδας ετερογενείς, ων η μεν ιερατική, η δε λαϊκή.
[…] Ως εκ τούτου, η ιστορία της δυτικής κοινωνίας, εξαιρέτως απ’ Όθωνος Μεγάλου (που θεωρείται ο ιδρυτής της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους) και εφεξής, άλλο τι δεν είναι, ή διήγησης αγώνων, πάλης και διαιρέσεως…».

Ωστόσο, να σημειωθεί ότι αυτή η αρνητική ανάγνωση του Δυτικού Μεσαίωνα δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός της πρώτης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης αλλά και στη δομή του φεουδαλισμού, που εξέφραζε έναν άλλον κόσμο, δύσκολα κατανοητό από τους Βαλκάνιους, που είχαν εξοικείωση με τη βυζαντινή και οθωμανική δομή της κοινωνίας, όπου για παράδειγμα έλειπε η θεσμοθετημένη ευγένεια.

Ο «ντεμί σεζόν» εκδυτικισμός
Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος που αντιμετωπιζόταν από ελληνικής πλευράς ο παπισμός. Ο Ρενιέρης πίστευε ότι η Δύση αγωνίζεται να απαλλαγεί από την πνευματική ηγεμονία του Πάπα σε αντίθεση με τον Γιαννόπουλο, που φρονούσε ότι μόνο ύστερα από μακρά και επίπονη προσπάθεια «καθαρίστηκε» η Ιστορία του ελληνικού Μεσαίωνα από τα ψεύδη του παπισμού. Από τη μεριά του ο Ρενιέρης προσπαθεί να αναδείξει τη θεμελιώδη σχέση τού ελληνορωμαϊκού πνεύματος με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό ως μια σχέση που μπορεί μεν να δοκιμάστηκε σκληρά μέσα στους αιώνες, ωστόσο άντεξε και καρποφόρησε παρά τον «εκβαρβαρισμό» των ηθών και θεσμών στη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να γίνεται αντιληπτή η δυτικόστροφη τάση του νεοσύστατου ελληνικού κρατιδίου χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιρροές που δέχτηκε από τη Δυτική Ευρώπη στο παρελθόν; Πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί που εκφράζουν παρόμοιες απόψεις από τη μία να δέχονται την καταγωγή της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα κι από την άλλη να αρνούνται την επιρροή του Δυτικού Μεσαίωνα μέσω της λατινοκρατούμενης Ανατολής στον ελληνικό πολιτισμό; Εδώ υπάρχει μια φανερή αντίφαση. Η αντίφαση αυτή έβρισκε το ταίρι της στη γενικότερη αμφιθυμία της ελληνικής κοινωνίας έναντι του Βυζαντίου: από τη μια γινόταν αποδεκτή η περίοδος ως αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενώ απορριπτόταν ως ιστορική περίοδος. Είναι χαρακτηριστικό δε το γεγονός ότι ενώ από τον 19ο αιώνα η ελληνική κοινωνία δεχόταν τον εξευρωπαϊσμό της σε πολιτικό επίπεδο αρνιόταν πεισματικά να μοιράζεται τη δυτικοευρωπαϊκή ταυτότητα με τους Ευρωπαίους.

Συγκρούσεις ιστορικών
Μπροστά σε αυτές τις αντιφάσεις στάθηκε ο Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899), κλασικός φιλόλογος, αρχαιολόγος και καθηγητής της λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Κουμανούδης εναντιώθηκε σφόδρα απέναντι στη «Ζαμπελοπαπαρρηγουπούλεια» θεωρία που υποστηρίζει την τρίσημη ενότητα του ελληνικού έθνους. Η άποψη του Κουμανούδη απορρίπτει τελείως το Βυζάντιο ως μέρος της καθαυτό ελληνικής Ιστορίας, ενώ θεωρεί ότι υπήρξε μια έμμεση σχέση με τη Λατινοκρατία. Ο Κουμανούδης υπήρξε φανατικός αρχαιολάτρης και τασσόταν υπέρ της κλασικής παιδείας που είχαν ως πρότυπο και ακολουθούσαν οι Ευρωπαίοι της εποχής του. Όπως είναι φυσικό, ο Κουμανούδης έστρεψε πάνω του την όχι και τόσο ευνοϊκή ματιά όλων των μελετητών του ελληνικού μεσαιωνικού βυζαντινισμού, εκτός όλων των υπολοίπων που προσπαθούσαν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις της Ελλάδας μες στην Ευρώπη. Δηλαδή τους Παπαρρηγόπουλο, Α. Ρ. Ραγκαβή, Μ. Ρενιέρη, Κ. Σχινά, Π. Καλλιγά, Σκ. Βυζάντιο.

Για τον τελευταίο ο Κουμανούδης γράφει: «[…] Φρονεί ότι επειδή τα κακά έργα των παλιών Ελλήνων “των άλλων μας τούτων συγγενών” καλώς ποιούντες συγκαλύπτουμεν, ούτω πρέπει να πράττωμεν και ως προς τα των Βυζαντινών. Βλασφημία αυτή μεγάλη και διττή. Βλασφημεί πρώτον τους καθ’ ημάς διδασκάλους ή συγγραφείς ή μεταφραστάς ιστορίας λέγων, ότι κρύπτουσι την αλήθειαν και βλασφημεί δεύτερον αξιών, ότι πρέπει να την κρύπτωμεν και να νοθεύομεν ούτω την ιστορίαν».

Η άποψη του Κουμανούδη που απέκλειε ολοκληρωτικά το Βυζάντιο από την ελληνική παράδοση και θεωρούσε την Κωνσταντινούπολη ως τη «μετά τον Κωνσταντίνον πόλιν του Βύζαντος», είναι μονομερής, ωστόσο διαθέτει συγκυριακά χαρακτηριστικά. Ο ίδιος ο Κουμανούδης είχε σπουδάσει και ζήσει την εποχή του νεοκλασικισμού στην Ευρώπη και δεν έβλεπε τον λόγο να μην επιθυμεί την επιστροφή του ελληνισμού στις γνήσιες καταβολές του, τη στιγμή μάλιστα που το κλασικό παρελθόν εμπνέει τους Ευρωπαίους.

Έτσι, κατά την άποψή του, η αρχαιότητα είναι εκείνη που συνδέει την Ελλάδα με τους Ευρωπαίους και όχι η μεσαιωνική περίοδος.
Να σημειώσουμε δε ότι οι απόψεις αυτές του Κουμανούδη, ενώ έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με το εθνικό αφήγημα που έστησαν οι κυρίαρχοι ιστορικοί κύκλοι της εποχής, συνάδει περισσότερο με το λαϊκό αίσθημα που έβρισκε πιο βολική την ιδέα των αρχαιοελληνικών καταβολών της από τη βυζαντινή της ταυτότητα. Είναι αλήθεια, και αυτό έχει πειστικά αναλυθεί, ότι το Βυζάντιο ουδέποτε έγινε δεκτό από την ελληνική κοινωνία σαν γνήσιο κομμάτι της ιστορικής της παράδοσης. Στον βυζαντινό ελληνοχριστιανισμό του Παπαρρηγόπουλου ο Κουμανούδης βρήκε σύμμαχό του τον Κ. Σάθα (1842 - 1914), έναν από τους επιφανέστερους Έλληνες ιστορικούς της νεότερης Ελλάδας καθώς και από τους πρωτοπόρους των νεοελληνικών ερευνών.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...