Μία άγνωστη προσπάθεια αποτροπής του Αττίλα

Αναδημοσίευση από: neapolitiki.gr

του Μελέτη Η. Μελετόπουλου.
 
Τo κείμενο που ακολουθεί βασίζεται στα ανέκδοτα Απομνημονεύματα (υπό τον γερμανικό τίτλο Memoiren, αντίγραφο των οποίων διαθέτει ο συντάκτης του παρόντος) του αείμνηστου καθηγητού Δημητρίου Τσάκωνα, καθώς και και τέσσερις αυτοβιογραφικές συνεντεύξεις του που ελήφθησαν το 1999. Ο Δημήτριος Τσάκωνας (Δημητσάνα 1921-Αθήνα 2004) ήταν επιφανής κοινωνιολόγος διεθνούς φήμης, συγγραφέας βαρυσήμαντου και ογκώδους έργου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης και μετά στην Πάντειο. Ο Τσάκωνας ήταν ανιδιοτελής και ακέραιος άνθρωπος, χριστιανός, πλατωνιστής, ιδεαλιστής και κοινωνιστής και αντικομμουνιστής. Επί Κατοχής ήταν μέλος της Ιεράς Ταξιαρχίας.Υποστήριζε σταθερά την λύση ενός νέου Γουδί, που θα καταργούσε τον παλιοκομματισμό και θα μεταμόρφωνε ριζικά την ελληνική κοινωνία. Είδε στον στρατό τον μηχανισμό που θα επιτελούσε αυτό το έργο υπό την καθοδήγηση αταξικών διανοουμένων με κοινωνική συνείδηση. Πλάνη μείζων φυσικά, διότι δεν περίμενε ότι οι Συνταγματάρχες αντί γιά Επανάσταση θα εγκαθίδρυαν μία συντηρητική δικτατορία.

Το 1970 έγινε τελικά υπουργός του απριλιανού καθεστώτος, κατά σειράν υφυπουργός Προεδρίας, Εξωτερικών και Παιδείας, και το 1973 διορίστηκε υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση του Ανδρουτσόπουλου. Από τα ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Τσάκωνα και τις ανέκδοτες συνεντεύξεις του καθηγητού το 1999, προκύπτει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή των γεγονότων: η αγωνιώδης  προσπάθεια του Τσάκωνα, την περίοδο πριν τα δραματικά γεγονότα της Κύπρου, να βρει σημεία επαφής με την τουρκική πλευρά, την στιγμή που είχαν διακοπεί όλες οι γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ Ελλήνων-Τούρκων, ώστε να αποτραπεί η τραγωδία που τελικώς δεν απετράπη.

Ο Τσάκωνας ήταν επί δεκαετίες καθηγητής στις στρατιωτικές σχολές και έχαιρε τεράστιου κύρους στον κόσμο των αξιωματικών. Γι’ αυτό και επί Δικτατορίας εκινείτο ελεύθερα. Δεν φοβόταν τους δικτάτορες, με τον Παπαδόπουλο είχε παλαιά φιλία, όπως και με τον Ιωαννίδη. Στα γεγονότα της Νομικής, το 1972, εκφώνησε στην Πάντειο έναν φιλελεύθερο λόγο, που εξαγρίωσε τον Ιωαννίδη. Όταν ο διοικητής της ΕΣΑ εξέφρασε την δυσφορία του στον Τσάκωνα, ο τελευταίος του απάντησε: «Κύριε ταξίαρχε, εγώ δεν παίρνω αλλά δίνω μαθήματα πατριωτισμού.» Ως υφυπουργός του Παπαδόπουλου χειρίστηκε αυτόνομα και με μεγάλη επιτυχία μείζονες εθνικές υποθέσεις, όπως την διαδοχή του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, την απόπειρα διάσπασης της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και τις Ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Το πρωί του κινήματος της 26ης Νοεμβρίου 1973, ο Τσάκωνας υποπτευόταν ότι το νέο καθεστώς θα τον συνελάμβανε και δεν απαντούσε στα τηλέφωνα. Αντιθέτως, ο νέος δικτάτωρ, ο Ιωαννίδης του διεμήνυσε μέσω του ΑΓΕΝ Αραπάκη ότι δεν θα ορκιζόταν χωρίς αυτόν η νέα κυβέρνηση.
Ήταν μία δυσάρεστη φάση της Δικτατορίας. Είχε προηγηθεί το Πολυτεχνείο, ο Ιωαννίδης ήταν ένας αγέλαστος πραιτωριανός, ενώ η οικονομική ανάπτυξη είχε προσκρούσει στον ύφαλο της πετρελαϊκης κρίσης και εμφανίζονταν τα πρώτα σοβαρά σημεία της επερχόμενης ύφεσης. Ο Ιωαννίδης, αφού κατέλαβε την εξουσία, έμεινε στο παρασκήνιο και τοποθέτησε πρόεδρο-μαριοννέττα τον στρατηγό Γκιζίκη και πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο. Το νέο καθεστώς προσπαθούσε με δυσκολία να βρει πρόσωπα πρόθυμα να συμμετάσχουν στην νέα κυβέρνηση.

Όταν ο Τσάκωνας έφθασε με στρατιωτικό τζιπ στο προεδρικό μέγαρο, τον υποδέχθηκαν οι παρατεταγμένοι Ευέλπιδες και ο Ιωαννίδης με φιλοφρονήσεις. Κρατώντας τον Τσάκωνα από το μπράτσο, ο νέος δικτάτωρ επανέλαβε μπροστά στον κόσμο την γνωστή παραπλανητική φλυαρία περί ταχείας πολιτικοποίησης, επιστροφής του στρατού στους στρατώνες κλπ. Ο Τσάκωνας σημειώνει στα Απομνημονεύματά του ότι «Από την συνυπηρεσία μας στην Σχολή Ευελπίδων  (1965=67) με είχε γοητεύσει η ευπρέπειά του, όχι όμως και ο υπερεθνικιστικός φανατισμός του επί του Κυπριακού και η διπλωματική του υποτίμηση γιά την δύναμη των άλλων βαλκανικών χωρών. Η διπλωματική του πληροφόρηση ήταν ελλειπής».

Ο Ιωαννίδης προσέφερε στον Τσάκωνα το υπουργείο Εξωτερικών, αλλά αυτός αρνήθηκε. Τελικά συμφώνησαν στο υπουργείο Πολιτισμού. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι οι υποψήφιοι υπουργοί, ο Τσάκωνας ζήτησε να διευκρινισθεί προ της ορκωμοσίας ποιός ήταν ο σκοπός της κυβερνήσεως. Κανείς δεν απάντησε. Τελικώς, πήγαν στο γραφείο του Γκιζίκη οι Τσάκωνας, Ιωαννίδης, Ανδρουτσόπουλος. «Κύριε πρόεδρε», λέει θρασύτατα ο Τσάκωνας στον αχυράνθρωπο του Ιωαννίδη. «Συγχαρητήρια γιά τα νέα σας καθήκοντα. Παρακαλούν οι υπουργοί προ της ορκωμοσίας να προεδρεύσετε του υπουργικού συμβουλίου και να μας ανακοινώσετε την αποστολή της κυβερνήσεως». Παρεμβαίνει ο Ανδρουτσόπουλος. «Σε τρία λεπτά θα ορκισθούμε και σε πέντε θα προεδρεύσει ο κ.πρόεδρος», είπε, γιατί φοβήθηκε μην διαλυθεί η κυβέρνηση.

Κατά την ορκωμοσία, ο Τσάκωνας είχε το συναίσθημα ότι επίκειται μια νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Ο στρατός ήταν διχασμένος και ο νέος δικτάτωρ ήθελε να εξοντώσει τον Μακάριο.  Μετά την ορκωμοσία, ο Γκιζίκης προήδρευσε πράγματι του υπουργικού συμβουλίου, είπε διάφορες ανοησίες και όλοι κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε κυβερνητικό πρόγραμμα.

Και όμως, ο Τσάκωνας επεχείρησε να παίξει στα πλαίσια του καθεστώτος Ιωαννίδη έναν διαμεσολαβητικό ρόλο που θα μπορούσε να αποβεί σωτήριος γιά την Κύπρο. Καθώς η Δικτατορία δεν είχε καμμία επαφή με την τουρκική πλευρά και είχε προσανατολιστεί στην ρήξη, ο Τσάκωνας διαμόρφωσε δικό του προσωπικό δίκτυο επαφών με την τουρκική πολιτική ηγεσία.

Η ευκαιρεία δόθηκε στην κηδεία του Τούρκου πολιτικού ηγέτη Ισμέτ Ινονού, όπου ο Τσάκωνας πήγε ως εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης. «Αξιομνημόνευτο», γράφει ο Τσάκωνας στα Απομνημονεύματά του, «είναι το ταξίδι μου στην Άγκυρα, στα τέλη Δεκεμβρίου 1973, στην κηδεία του Ισμέτ Ινονού. Επέτυχα μέσα σε δύο μέρες την συνάντησή μου με τους 4 σημαντικώτερους πολιτικούς αρχηγούς της Τουρκίας (μεταξύ αυτών και του Ετσεβίτ, που την επομένη ημέρα ορκιζόταν πρωθυπουργός, όπως και του Ερμπακάν, αντιπροέδρου της κυβέρνησης). Χωρίς να έχω καμμιά εξουσιοδότηση της Ελληνικής κυβέρνησης γιά οποιαδήποτε συνομιλία ή διαπραγμάτευση με τους Τούρκους ηγέτες, όλως αυθαίρετα, κατά την πορεία της κηδείας του Τούρκου στρατάρχη Ισμέτ Ινονού, διαλογίσθηκα πώς δεν ήμουν νεκροπομπός σταλείς από τους Έλληνες στρατιωτικούς κι’ ότι μία συζήτησή μου καλής θέλησης με τους Τούρκους ηγέτες σε τίποτε δεν θα έβλαπτε».

Πρώτη συνάντηση με τον Ετσεβίτ, τον πρωθυπουργό που πραγματοποίησε την εισβολή στην Κύπρο λίγους μήνες αργότερα. Η συνάντηση έγινε παρουσία όλης της διοικούσας επιτροπής του κόμματός του και του προαλειφόμενου γιά το υπουργείο Εξωτερικών Γκιουνές. Μετά την ανταλλαγή κάποιων σχολίων γιά την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα (όπου ο Ετσεβίτ εξέφρασε την λύπη του γιά την ανατροπή της κυβέρνησης Μαρκεζίνη), ο Τσάκωνας είπε στον Ετσεβίτ τα εξής: «Υπάρχουν δύο ταμπού στην Τουρκία και στην Ελλάδα, οι Ατατούρκ και Βενιζέλος. Θαυμάζω τον Ατατούρκ γιατί ανέτρεψε την φεουδαρχία, εδημιούργησε τις προϋποθέσεις  της πολιτικής δημοκρατίας και ήταν τόσο μεγάλος που τά’ βαλε και με την θρησκεία ακόμη. Γιά το ταμπού του Βενιζέλου έχω ενδοιασμούς, γιατί η πολιτική κρίνεται από τα αποτελέσματα. Πήγε να κατακτήσει ό,τι η τότε Ελλάδα  ήταν ηθικά ανήμπορη να κρατήσει και ηττήθηκε ατιμωτικά.»

Στην συνέχεια, ο Τσάκωνας είπε στον Ετσεβίτ: «Κύριε πρόεδρε. Δεν θα είχα αντίρρηση να πω ότι εξ απόψεως στρατηγικής ασφαλείας στον χώρο του Αιγαίου σεις αντιπροσωπεύετε το 75% κι εμείς μόνον μόνον το 25%. Αν θέλετε αλλάζω και αυτά ακόμη τα νούμερα επί το δυσμενέστερον δι’ ημάς. Το πρόβλημα όμως δεν είναι η ποσόστωση. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε κοινούς αντιπάλους και ότι, όταν πέσει το 75%, αυτομάτως θα πέσει το 25%, όπως και αντιστρόφως. Συνεπώς ένας άξονας Αθηνών-Αγκύρας είναι η μόνη λύση. Όχι διότι διασφαλίζει μία τουρκοελληνική υπερ-Ιταλία στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά γιά στοιχειώδεις λόγους άμυνας ή ύπαρξης του χώρου αυτού. Πέραν αυτού, σεις, που θέλετε να είσθε ένας σοσιαλδημοκράτης διάδοχος του Κεμάλ Ατατούρκ -που ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτικοπολιτική προσωπικότητα της Ανατολικής Μεσογείου-, δεν νομίζω ότι θα θελήσετε να μιλήσετε μαζί μου γιά επαρχιακά θέματα του 18ου αιώνος (εννοούσα το Κυπριακό).»

Ετσεβίτ: «Τι σκέπτεσθε γιά τον Μακάριο;»

Τσάκωνας: «Ό,τι ακριβώς σκέπτεσθε εσείς γιά τον Ντενκτάς».

Συνεχίζει ο Τσάκωνας στα Απομνημονεύματά του: «Αποτέλεσμα: μέσω του Τούρκου πρέσβεως αρχίσαμε εγκάρδιο αλληλογραφία στην ελληνική και τουρκική γλώσσα. Ενθουσιασμένος ο Τετενές (υπουργός Εξωτερικών) με ασπάσθηκε και μου είπε στην Αθήνα: ‘Μας έβγαλες από την διπλωματική απομόνωση. Αδιανόητη αλληλογραφία πρωθυπουργού με υπουργό Πολιτισμού άλλης χώρας.»

Ακολουθεί συνάντηση Τσάκωνα-Ντεμιρέλ. Ο Ντε-μιρέλ ξεκίνησε λέγοντας «Εγώ είμαι μηχανικός». Η συνάντηση διήρκεσε δυόμισυ ώρες, η πρώτη  μιάμιση ώρα παρουσία του πρώην υπουργού Εξωτερικών Τσαγλαγκιαγκίλ, της σημαντικώτερης διπλωματικής προσωπικότητας της Τουρκίας, ο οποίος αποσύρθηκε διακριτικά στην συνέχεια. «Βασική μου θέση», σημειώνει ο Τσάκωνας, «ήταν το θέμα της γεωοικονομικής ενότητας του Αιγαίου, που θα ενώνει ειρηνικά τις δύο χώρες, Τουρκία και Ελλάδα, ανεξαρτήτως του  υποτιθέμενου ποσοστού στρατηγικής ασφαλείας που κάθε μιά χώρα πιστεύει γιά τον εαυτό της ότι αντιπροσωπεύει.»
Ντεμιρέλ: «Μεγάλωσα στην ‘‘ελληνική γειτονιά’’ της Σμύρνης όταν σεις είχατε φύγει από την Μικρασία. Ως τεχνοκράτης δεν καταδέχθηκα ποτέ να χρησιμοποιήσω το Κυπριακό γιά να εισπράξω πολιτικά ωφέλη.» Σημείωση Τσάκωνα: «Αντίθετα με το ασιατικό προφίλ του Ετσεβιτ, η φυσιογνωμία του Ντεμιρέλ είχε ανθρωπισμό ευρωπαϊκής πειστικότητας».

Επόμενη συνάντηση του Τσάκωνα με τον ευρωπαϊστή Φεϊζίογλου. Αφήγηση Τσάκωνα: «…στη συνομιλία μας παραπονέθηκε γιά τον ρόλο του μουσουλμανικού ιερατείου. Ήταν κάτι αντίστοιχο προς τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και είχε χάσει την κοινοβουλευτική του δύναμη. Του ανέπτυξα ότι κάθε λογής ιερατεία αντιπροσωπεύουν καστικά συμφέροντα, αλλά το Πατριαρχείο του Φαναρίου εις χείρας των Ρωμηών της Πόλης αποτελεί εμπόδιο στην ρωσσική-κομμουνιστική εξάπλωση στην Τουρκία. Μόνον αν απεμακρύνετο το Ρωμέϊκο Πατριαρχείο της Πόλης, οπότε η κομμουνιστική Ρωσσία θα έστελνε έναν αρχιμανδρίτη της ως πολιτιστικό ακόλουθο του προξενείου της στην Πόλη (που μετά 6 μήνες θα εχειροτονείτο Επίσκοπος) υπήρχε φόβος, χάρις στο γεγονός αυτό, να διαταραχθούν επικίνδυνα οι τουρκο-σοβιετικές σχέσεις. ‘‘Γιατί;’’, με ρώτησε ο ευγενέστατος συνομιλητής μου. ‘‘Διότι -του απάντησα- ο Ρώσσος αυτός επίσκοπος θα επήγαινε να καταλάβει το Φανάρι και, λόγω του ότι θα ήταν εντός των τειχών του Βυζαντίου, σύμφωνα με τον 28ο κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, θα ανεκήρυττε εαυτόν Οικουμενικόν Πατριάρχη, οπότε εις τας κινήσεις του στον Βόσπορο ή αλλαχού θα τον συνόδευε η ρωσσική κανονιοφόρος-ακταιωρός προς βλάβην των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας’’. Το συμπέρασμά μου δεν εχρειάζετο συνόψιση. Απόρροια της γοητευτικής συνομιλίας μας ήταν ότι ο ίδιος ο Φεϊζίογλου με συνόδευσε ώς το πεζοδρόμιο και ευγενέστατα μου άνοιξε μόνος του την πόρτα του αυτοκινήτου μου».

Επόμενη συνάντηση με τον Ερμπακάν, αρχηγό των Ισλαμιστών και καθηγητή Κοινωνιολογίας. «Κατεπλάγη όταν ευθύς αμέσως του είπα ότι η από μέρους του καθυστέρηση ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι την επομένη θα ανελάμβανε την αντιπροεδρία της κυβέρνησης, πράγμα που έκπληκτος επικύρωσε. Κάναμε μία κοινωνιολογική περιήγηση και συμφωνήσαμε ν’ αλληλογραφούμε προσωπικώς στο μέλλον, γιά να βοηθήσουμε τις σχέσεις των δύο χωρών μας. Το ότι η εντύπωσή του ήταν θετική πιστοποιείται από την ακολουθήσασα αλληλογραφία μας.»
Κατακλείδα του Τσάκωνα: «Πίστευα πάντοτε ότι όταν οι προσωπικές σχέσεις ετεροεθνών ηγετών στηρίζονται στην αμοιβαία εκτίμηση και ιδίως προσωπική φιλία διευκολύνεται η ειρήνη και αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις και οι οξύτητες».

Άνοιξη του 1974. Ο Ιωαννίδης επισκέπτεται τον Τσάκωνα-ήταν ο μόνος υπουργός που δέχθηκε επίσκεψη του Δικτάτορα. Ο Ιωαννίδης είπε στον Τσάκωνα, τότε υπουργό Πολιτισμού: «Σκοπεύω να σας προαγάγω, αλλά να  έχετε υπ’ όψιν σας ότι σκοπεύω να συγκρουσθώ με τους Τούρκους. Θα ήθελα να συμφωνήσουμε σε μία κοινή αντιτουρκική πολιτική, γεγονός που θα σας ανυψώσει». Ο Τσάκωνας απάντησε: «Δεν είμαι εναντίον της Τουρκίας διότι είμαι υπέρ της Ελλάδος». Αφήγηση Τσάκωνα: «Συνεπλάκημεν και οι τόνοι της φωνής μας ανυψώθησαν. Ωστόσο δεν πήγε το μυαλό μου ότι θα έκανε πραξικόπημα στην Λευκωσία μετά ενάμιση μήνα, με παντελή άγνοια του υπουργικού συμβουλίου.»  Η πρόταση του Ιωαννίδη στον Τσάκωνα να αναλάβει την πρωθυπουργία με προοπτική ελληνοτουρκικής σύγκρουσης ήταν ακόμα πιό ανοίκεια, δεδομένου ότι ο Τσάκωνας έστελνε αντίγραφα της αλληλογραφίας του με τους Τούρκους αξιωματούχους στον Γκιζίκη, τον Ιωαννίδη και τον υπουργό Εξωτερικών Τετενέ, προκειμένου να αποτρέψει εξελίξεις σαν κι αυτές που ακολούθησαν. Μετά από αυτά, ο Τσάκωνας υπέβαλε την παραίτησή του, που φυσικά δεν έγινε αποδεκτή.

Καθώς περνούσε ο καιρός, ο Τσάκωνας ήταν όλο και πιό ανήσυχος. «Όσο προχωρούμε προς τον Μάϊο του 1974, όλο και περισσότερο νοιώθω το κενό εξουσίας της Δικτατορίας. Ποιός κυβερνάει; Πρώτα, σωστά κι άσωστα, κυβερνούσε ο Γ. Παπαδόπουλος. Ο Ανδρουτσόπουλος δεν είχε πολιτικό προφίλ, ούτε ήταν συνταγματάρχης. Ο ταξίαρχος Ιωαννίδης ήταν αφανής, ψυχολογικά διόλου δεν ήθελε να παίξει τον δικτάτορα. Υπήρχε εμφανές κενό εξουσίας. Η υπόσχεση του Ιωαννίδη ‘‘πάμε γιά εκλογές’’ δεν ακουγόταν πλέον».     

Στις 15 Ιουλίου 1974, η χούντα του Ιωαννίδη προχώρησε στην απόπειρα βίαιης ανατροπής του νόμιμου προέδρου της Κύπρου Μακαρίου. Η Τουρκία είχε τώρα το πρόσχημα γιά να εισβάλει. Ο Ιωαννίδης ισχυρίσθηκε εμμέσως, πολύ αργότερα, ότι είχε διαβεβαιώσεις από μυστικές υπηρεσίες συμμάχων χωρών ότι οι Τούρκοι δεν θα αντιδρούσαν σε περίπτωση ελληνικής στρατιωτικής παρέμβασης στην Κύπρο. Όφειλε να γνωρίζει ότι τέτοιες παρασκηνιακές και ανεπίσημες διαβεβαιώσεις δεν θεωρούνται έγκυρες στην διεθνή πολιτική, και δεν μπορεί ένα σοβαρό κράτος να στηρίζει σε αυτές την εξωτερική του πολιτική. Και ότι, επιτέλους, η μόνη ασφαλής διαβεβαίωση είναι η αμυντική ισχύς και η διπλωματική ικανότητα κάθε κράτους.

Ο Ιωαννίδης στην μεν διπλωματική ικανότητα πήρε μηδέν. Προφανώς η εγκληματική απόφαση γιά πραξικόπημα εναντίον του νόμιμου και εκλεγμένου προέδρου της Κύπρου Μακαρίου ελήφθη σε επίπεδο καφενειακής κουβέντας, χωρίς το εύρος των γνώσεων, την διπλωματική τεχνογνωσία, την πολυδιάστατη πληροφόρηση και την βαθειά γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος που απαιτεί η άσκηση εξωτερικής πολιτικής.

Αλλά το χειρότερο είναι ότι, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στις 20 Ιουλίου, ο Ιωαννίδης, αντί να πράξει το καθήκον του, αιτήθηκε κανονικής αδείας και εξαφανίστηκε, αφήνοντας την Κύπρο στο έλεος του Αττίλα. Η γενική επιστράτευση που διέταξε το στρατιωτικό καθεστώς αποδείχθηκε φιάσκο. Οι Τούρκοι προήλασαν χωρίς σοβαρή αντίσταση. Η Δικτατορία κατέρρευσε. Αλλά και η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, που συγκροτήθηκε στις 24 Ιουλίου, δεν αντέδρασε στην δεύτερη προέλαση των Τούρκων μέχρι την Λευκωσία τον Αύγουστο, με το επιχείρημα «Η Κύπρος κείται μακράν». Έτσι η Ελλάδα άφησε την Κύπρο ακάλυπτη, με τα γνωστά μέχρι σήμερα αποτελέσματα.
Μετά την τουρκική εισβολή, συνήλθε γιά τελευταία φορά το υπουργικό συμβούλιο της Δικτατορίας υπό τον Ανδρουτσόπουλο. Οι υπουργοί είχαν πλήρη άγνοια, ό,τι ήξεραν το ήξεραν από τς εφημερίδες. Λαμβάνει τον λόγο ο Τσάκωνας και εισηγείται κήρυξη πανστρατιάς γιά να αντιμετωπισθεί η εισβολή. Η πρόταση απορρίπτεται από τον Ανδρουτσόπουλο. Τσάκωνας προς τον πρωθυπουργό: «Εσχηματίσατε γελοίαν κυβέρνησιν». Στην συνέχεια ο Τσάκωνας προτείνει να παραιτηθεί πάραυτα η κυβέρνηση ως ένδειξη δυσαρέσκειας διότι το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου έγινε εν αγνοία της. Η πρότασή του έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία. Οι στρατιωτικοί υπουργοί κατέφυγαν εξοργισμένοι στον Γκιζίκη, θεωρώντας πρωτοφανές να παραιτείται στρατιωτική κυβέρνηση με πρόταση πολίτη. Μέσα στο χάος, κι ενώ ο Ανδρουτσόπουλος και ο υπουργός Εξωτερικών Κυπραίος προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν τηλεφωνικώς με τις ΗΠΑ, οι υπουργοί δεν γνώριζαν ότι ο Γκιζίκης είχε ήδη καλέσει τους πολιτικούς.
Υστερόγραφο: Επιστρέφοντας σπίτι του, αφού πέρασε από το υπουργείο του όπου ενημερώθηκε γιά τις εξελίξεις, ο Τσάκωνας έπεσε πάνω σε λαϊκή διαδήλωση. Γιά να μην του σπάσουν το αυτοκίνητο, διέφυγε μέσα από παρόδους. Στο σπίτι του, δέχθηκε τηλεφώνημα του παλαιού δασκάλου του Κωνσταντίνου Τσάτσου, που είχε ήδη ορκισθεί υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος. «Κύριε υπουργέ, σας παρακαλώ να μου παραδώσετε επισήμως το υπουργείο». Ήταν η μοναδική παράδοση-παραλαβή υπουργείου στην Μεταπολίτευση. Ήταν 3 η ώρα το μεσημέρι. Ο Τσάκωνας πήγε στο υπουργείο με ταξί, το οποίο τον περίμενε στην είσοδο. Ο Τσάτσος τον δέχθηκε με μεγάλη ευγένεια. Τσάκωνας: «Κύριε καθηγητά, η μόνη ουσιαστική εξουσία που είχα εδώ ήταν τα μυστικά κονδύλια ύψους 12.000.000 δραχμών. 12 εκατομμύρια παρέλαβα, 12 εκατομμύρια σας παραδίδω.» Τσάτσος: «Δεν αμφέβαλα». Ο Τσάκωνας πήρε το ταξί και επέστρεψε σπίτι του. Αυτό ήταν και το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Ο αναγνώστης ας μην σταθεί στις γενικώτερες αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την πολιτεία του καθηγητού Τσάκωνα πριν και κατά την διάρκεια της Δικτατορίας. Π.χ. ότι υπηρέτησε ένα καθεστώς αντίθετο με τον ανθρωπισμό του και το οποίο άλλωστε διέψευσε τις αναμορφωτικές και ριζοσπαστικές του φιλοδοξίες. Σημασία εδώ, εφ’όσον το αντικείμενο του αφιερώματος είναι το Κυπριακό, έχει η απεγνωσμένη προπάθειά του να βρει διαύλους επικοινωνίας με την τουρκική πλευρά, την ώρα που η χούντα σχεδίαζε την παρανοϊκή και (εσκεμμένα ή όχι, πάντως εκ του αποτελέσματος) προδοτική ανατροπή του Μακαρίου. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η προθυμία των Τούρκων να ανταποκριθούν στον διάλογο που άνοιξε ο Τσάκωνας, γεγονός που σημαίνει ότι αναζητούσαν κάποιον μηχανισμό επικοινωνίας με την τουρκική πλευρά. Γι’αυτό, άλλωστε, όπως προκύπτει, αναπολούσαν τον Σπύρο Μαρκεζίνη, ο οποίος διατηρούσε επαφή με τους Τούρκους, λέγοντας πάντοτε (και στον συντάκτη του παρόντος) ότι ήταν έτοιμος να διαπραγματευθεί συμφωνία εφ’ όλης της ύλης με αμοιβαίες όμως (τόνιζε το «αμοιβαίες») υποχωρήσεις και παραχωρήσεις.

Ο Τσάκωνας έθετε στο τραπέζι, με σπάνια διπλωματική ευφυία, όχι μόνον τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών και την γεωμετρική αύξηση της ισχύος τους σε περίπτωση κοινής γεωοικονομικής και αμυντικής συνεργασίας, αλλά και τα ίδια τα συμφέροντα της Τουρκίας, όπως όταν τόνιζε τα προβλήματα που θα δημιουργούσε στην Τουρκία η Ρωσσία σε περίπτωση αποδυνάμωσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έθετε επίσης και το ζήτημα της συλλογικής ασφάλειας της Δύσης, που (επί Ψυχρού Πολέμου) μόνον από κοινού μπορούσαν να υπηρετήσουν η Ελλάδα και η Τουρκία.
Ο Τσάκωνας ήταν υπέρμαχος ενός κοινού άξονα Δύσης-Ελλάδας-Τουρκίας-Ισραήλ. Το γεωπολιτικό αυτό αξίωμα παραμένει εν μερει επίκαιρο. Εν μέρει, γιατί η Τουρκία αποφάσισε μόνη της και με δημοκρατικές διαδικασίες να αυτο-εξαιρεθεί. Μάλλον χωρίς επιστροφή.
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...