Μπήκαν ιδέες στη Γερμανία για πυρηνικό οπλοστάσιο

Αναδημοσίευση από: topontiki.gr

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ

Η κοινή γνώμη πιέζει για ενεργότερη στρατιωτική εμπλοκή σε διεθνές επίπεδο
Η Γερμανία άρχισε να σκέφτεται το μέχρι πρότινος αδιανόητο. Όχι μόνο την στρατιωτική της αφύπνιση, πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και τη μετεξέλιξή της σε πυρηνική δύναμη. Αυτό άρχισε να εκφράζεται τον Νοέμβριο, μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Ο εκδότης της «Frankfurter Allgemeine Zeitung» έγραψε σε editorial ότι έχει έρθει η στιγμή να εξετάσουμε «το αδιανόητο για τους Γερμανούς, την προοπτική μιας δυνατότητας πυρηνικής αποτροπής, που θα μπορούσε να καλύψει τις αμφιβολίες σχετικά με τις αμερικανικές στρατιωτικές εγγυήσεις».

Ο Ρόντριχ Κίζεβετερ, στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ και υπεύθυνος στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, δήλωσε για το συγκεκριμένο θέμα ότι «δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τέτοια ταμπού».
Έπειτα τόσο αυτός όσο και άλλοι πολιτικοί ξαφνικά σιώπησαν, προφανώς έπειτα από «σήμα» της καγκελαρίου ότι δεν χρειαζόταν να ανοίξει δημοσίως η συγκεκριμένη συζήτηση σε χρονιά εκλογών. Όμως τα think tanks και οι ειδικοί στη Γερμανία έχουν αρχίσει να εξετάζουν κάθε πτυχή της πιθανότητας να αναπτύξει η χώρα πυρηνικό οπλοστάσιο.

Από το 1945 η Δυτική Γερμανία αλλά και στη συνέχεια η επανενωμένη Γερμανία βασίζονταν στην αμερικανική πυρηνική ασπίδα. Από τη δεκαετία του 1980, άλλωστε, είχε παγιωθεί ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ήταν δυνατή ακριβώς επειδή η «εξωτερική» στρατιωτική υπερδύναμη, δηλαδή οι ΗΠΑ, συνέβαλε «ειρηνευτικά» στις διαχρονικές γερμανογαλλικές διαμάχες. Κάπως έτσι επήλθε και ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων στην Ε.Ε., αφού η Γερμανία ανέλαβε την οικονομική διαχείριση της Ένωσης και η Γαλλία το κουμάντο στο στρατιωτικό σκέλος.

Τα όρια εντός του ΝΑΤΟ
Μετά τον πόλεμο, τη δεκαετία του 1960, η Δυτική Γερμανία υπέγραψε τη συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών, δέσμευση την οποία επαναβεβαίωσε στη συνθήκη που οδήγησε στην επανένωση της Γερμανίας το 1990. Όμως τώρα ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ έχει αποκαλέσει τη ΝΑΤΟϊκή Συμμαχία «παρωχημένη» και έχει εκφράσει επανειλημμένα και δημοσίως τη θέση ότι η υποστήριξή του θα εξαρτάται από το αν οι σύμμαχοι θα εκπληρώνουν τις δεσμεύσεις τους για μεγαλύτερες δαπάνες στην άμυνα.

Παρά ταύτα, η ίδια η λογική της λεγόμενης «αμοιβαία εξασφαλισμένης καταστροφής», δηλαδή της αρχής πίσω από την έννοια της ύπαρξης πυρηνικών οπλοστασίων ως μέσου αποτροπής, είναι ότι η αποτροπή πρέπει να είναι άνευ όρων ώστε να είναι αξιόπιστη.

Οι χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής έχουν αρχίσει να αγωνιούν, αφού θεωρούν ότι είναι ευάλωτες σε οποιονδήποτε πυρηνικό εκβιασμό από τη Ρωσία του Πούτιν. Η πιο λογική κι αναμενόμενη αντίδραση της Γερμανίας θα ήταν να προσεγγίσει τη Γαλλία και τη Βρετανία, που αποτελούν τις άλλες δύο πυρηνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, για τη δημιουργία μιας κοινής ομπρέλας αποτροπής. Όμως τα οπλοστάσιά τους είναι σχετικά μικρά. Επιπρόσθετα, η Γαλλία μέχρι στιγμής δεν είναι πρόθυμη να παραχωρήσει μέρος της κυριαρχίας της στα πυρηνικά της όπλα, ενώ πάντα τασσόταν κατά της λογικής της κοινής αποτροπής.

Από την άλλη, το Βερολίνο δεν μπορεί να στραφεί ούτε προς τη Βρετανία, αφού το Brexit αλλάζει τα πάντα κι εντείνει την καχυποψία ανάμεσα στις δυο πλευρές. Η Βρετανή πρωθυπουργός Τερέζα Μέι ήδη άφησε να εννοηθεί ότι η πυρηνική ασπίδα της χώρας της θα χρησιμοποιηθεί ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην επικείμενη αναμέτρηση με την Ε.Ε. για τους όρους του Brexit.

Για τους Γερμανούς ειδικούς στην άμυνα αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Γερμανία, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής δεν θα μπορούν πια να στηρίζονται εξ ολοκλήρου στη Βρετανία ή τη Γαλλία προκειμένου να τις υπερασπιστούν σε ένα υποθετικό χτύπημα της Ρωσίας εναντίον τους.

Αυτό που συμπεραίνουν, σύμφωνα με τον «Economist», είναι ότι η Γερμανία πρέπει σοβαρά να εξετάσει την απόκτηση των δικών της πυρηνικών, ίσως μάλιστα σε συνεργασία με γειτονικές της χώρες. Ακόμη και ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος στην Πολωνία και από τους πιο αντιγερμανούς πολιτικούς στην Ευρώπη, ζήτησε τον Φεβρουάριο να υπάρξει μια ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη αποτροπής, η οποία θα χρηματοδοτηθεί κατά κύριο λόγο από τη Γερμανία.

Στο σημερινό – πρωτοφανές για την παγκόσμια ασφάλεια και τάξη – σκηνικό και μεταξύ των διαφορετικών κινδύνων από τον Πούτιν και τον Τραμπ, η Ευρώπη ψάχνεται για το πώς πρέπει να αποτρέπει ποιον και με τι. Το γερμανικό κυβερνητικό think tank Federal Academy for Security Policy εκφράζει ενδοιασμούς, καθώς θεωρεί ότι τα γερμανικά πυρηνικά όπλα δεν αποτελούν την καλύτερη απάντηση. Βέβαια είναι πολλοί στη Γερμανία που πιστεύουν ότι και μόνο η συζήτηση για τη δημιουργία γερμανικού πυρηνικού όπλου θα μπορούσε να βοηθήσει «πείθοντας» τον Τραμπ να σταματήσει να υπονομεύει την υπάρχουσα διεθνή τάξη.

Η στρατιωτική στρατηγική της Ε.Ε.
Αυτή η στρατιωτική επανενεργοποίηση της Γερμανίας, με βλέψεις και για πυρηνικά, συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια αμυντική στρατηγική της Ε.Ε., που αρχίζει να προχωράει και με επίσημα, δομικά βήματα.
Το βασικό πνεύμα είναι ότι το νέο έργο της Ε.Ε. για την προστασία της Ευρώπης θα πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες δυνατότητες και δράσεις. Αρχικά, με την περαιτέρω ενδυνάμωση της συνεργασίας των υπηρεσιών πληροφοριών των χωρών-μελών της Ε.Ε. Κυρίως, όμως, με ένα κοινό fund (ευρωπαϊκό ταμείο για την Άμυνα) για τη στρατιωτική άμυνα των χωρών της Ευρώπης. Ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση εκφράζεται με το European Defence Action Plan. Επίσης στα σχέδια έχει ήδη μπει το ευρωπαϊκό στρατηγείο για την κοινή στρατιωτική δύναμη της Ε.Ε.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης το 2016 είπε: «Αν η Ευρώπη δεν φροντίσει τη δική της ασφάλεια, κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει για εμάς». Ο Γιούνκερ περιέγραψε και το βασικό πρώτο βήμα για τη στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε.: τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Άμυνα, ε σκοπό την κοινή έρευνα και ανάπτυξη αμυντικής τεχνολογίας και εξοπλισμού. Ήδη η Κομισιόν για τον σκοπό αυτό έχει προτείνει αρχικό μπάτζετ 25 εκατ. ευρώ για το 2017, ποσό που υπολογίζεται να εκτιναχθεί στα 90 εκατ. έως το 2020.

Σύμφωνα, μάλιστα, με το επίσημο δελτίο Τύπου της Κομισιόν, στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού δικτύου μετά το 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να προτείνει ένα ερευνητικό πρόγραμμα για την άμυνα της Ε.Ε. με εκτιμώμενο ποσό τα 500 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Στην ίδια βαρυσήμαντη ομιλία του ο Γιούνκερ είπε ξεκάθαρα πως «η Ευρώπη δεν μπορεί πια να βασίζεται στη στρατιωτική ισχύ άλλων ή να αφήνει τη Γαλλία μόνη της να υπερασπίζεται την τιμή της στο Μάλι».

Στη Σύνοδο της Μπρατισλάβα οι ηγέτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. συμπέραναν ότι «χρειαζόμαστε η Ε.Ε. να εγγυάται όχι μόνο την ειρήνη και τη δημοκρατία, αλλά και την ασφάλεια των λαών μας» εκφράζοντας κι επίσημα πια ότι περνάνε σε ένα νέο επίπεδο φιλοδοξιών για τη στρατιωτική εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι της γερμανικής κυβέρνησης ξεκαθάρισαν πως η εκλογή Τραμπ σημαίνει ότι Γερμανία και Ευρώπη πρέπει πια να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες για την άμυνά τους. Η υπουργός ζήτησε να αναλάβει η Ε.Ε. μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια ασφάλεια και να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες λόγω της εκπεφρασμένης πρόθεσης του Τραμπ να ατονήσει ο ρόλος των ΗΠΑ στην παγκόσμια ασφάλεια. Έστω κι αν στην πράξη δεν είναι δεδομένο το πώς θα ενεργήσει ο Τραμπ σε αυτόν τον τομέα κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Η Γερμανία, πάντως, ήδη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες από 34 δισ. ευρώ το 2015 σε 39,2 δισ. ευρώ το 2020. Ακόμη κι έτσι, όμως, το μερίδιο των δαπανών για την άμυνα σε σχέση με το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι 1,2% – αρκετά κάτω από τον στόχο του ΝΑΤΟ για 2%, και θα παραμείνει χαμηλότερο ακόμα και μετά την αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Η νέα – και θολή ακόμα – τάξη πραγμάτων που φέρνει ο Τραμπ εντείνει τη συζήτηση που κυριαρχεί στη Γερμανία για το ποιος θα ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος να αναλάβει η χώρα τους μεγαλύτερο ρόλο στη διεθνή ασφάλεια, αφού είναι η πιο ισχυρή δύναμη της Ε.Ε.

Η Μέρκελ και το στίγμα
Όμως η Μέρκελ και άλλοι πολιτικοί θεωρούν ότι το Βερολίνο πρέπει να δράσει σε συνεννόηση με την υπόλοιπη Ε.Ε., ώστε να μη στιγματιστεί η Γερμανία ως ο «νταής» της Ένωσης, μιας και η συγκεκριμένη χώρα κουβαλάει στις πλάτες της δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους. Για την Ε.Ε. το Brexit αποτελεί μια ευκαιρία προκειμένου να διευρυνθεί η στρατιωτική συνεργασία των μελών της, αφού επί μακρόν η Βρετανία μπλόκαρε τέτοιες κινήσεις.

Ο Χένινγκ Ότε, ειδικός επί της ασφάλειας από τον κυβερνητικό συνασπισμό CDU/CSU, δήλωσε στους «Financial Times»: «Βασιζόμαστε λιγότερο στην ανάμειξη των ΗΠΑ σε περιοχές όπου ξεσπούν κρίσεις, αλλά και στη συμβολή τους στην ασφάλεια εδώ στην Ευρώπη. Αυτό θα σημάνει περισσότερες αποστολές (στρατιωτικές, ειρηνευτικές κ.λπ.) για τους Ευρωπαίους και μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χώρα-κλειδί, τη Γερμανία».

Το «Ποντίκι» από τις 21.1.2016 είχε αναφέρει, σε εκτενές ρεπορτάζ του, την αφύπνιση των στρατιωτικών βλέψεων της Γερμανίας. Το νέο δεδομένο έχει να κάνει με τη συζήτηση που έχει ανοίξει στη συγκεκριμένη χώρα, έστω και δειλά προς το παρόν, για την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το γερμανικό Σύνταγμα περιόρισε αυστηρά τις στρατιωτικές δραστηριότητες στον τομέα της άμυνας. Επί χρόνια, με το ενοχικό σύνδρομο κυρίαρχο στην κοινωνία της λόγω των ναζιστικών θηριωδιών, η δράση της Γερμανίας εξαντλούνταν στη διπλωματία και στην οικονομική συνεισφορά στις πολεμικές επιχειρήσεις των συμμάχων της.

Ωστόσο, σε δημοσκόπηση του γερμανικού Ιδρύματος Κέρμπερ τον Οκτώβριο του 2015, το 40% των Γερμανών θεωρούσε ότι η χώρα τους πρέπει πια να αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρόλο σε διεθνείς διαμάχες. Η κοινή γνώμη αλλάζει και πλέον πιέζει τους πολιτικούς σε άλλες κατευθύνσεις. Την ίδια στιγμή πυκνώνουν οι φωνές από βουλευτές των Χριστιανοδημοκρατών για πιο ενεργή εμπλοκή σε υπερπόντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ειδικά μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι.

Η ανασφάλεια της Γερμανίας λόγω των συγκυριών (Τραμπ, Πούτιν, Brexit, τρομοκρατία κ.ά.) φαίνεται να τη σπρώχνει στην αναζήτηση δρόμων που δεν ακολούθησε ή δεν αφέθηκε να ακολουθήσει μετά το 1945.
Η μεταπολεμική τάση ότι η στρατιωτική εμπλοκή της Γερμανίας θα πρέπει να σχετίζεται αποκλειστικά με αποστολή στρατευμάτων, μέσω ΝΑΤΟ, δείχνει να αλλάζει. Μάλιστα, με γοργούς ρυθμούς, και στον απλό κόσμο και στο Κοινοβούλιο αυξάνονται τα ερωτήματα για το τι μπορεί να σημαίνει η επέκταση της ισχύος της Γερμανίας, πέρα από την οικονομία και την πολιτική, και στο στρατιωτικό επίπεδο...


Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ
Η Freepen.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα / αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω e-mail.

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...
loading...