Κόλπος των Χοίρων: το εγχείρημα των ΗΠΑ να ρίξουν τον Κάστρο, που συντρίφτηκε σε 72 ώρες

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ

Το μεγάλο φιάσκο με την εισβολή της CIA και των Κουβανών αντιφρονούντων στον Κόλπο των Χοίρων
Τα ξημερώματα του Σαββάτου 25 Νοεμβρίου ο Φιντέλ Κάστρο, σε ηλικία 90 ετών, έφυγε από τη ζωή. Η λέξη «επανάσταση» δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια και η φράση «αντίσταση στον ισχυρό» απέκτησε στο πρόσωπό του ένα διαφορετικό νόημα...
«Ο θάνατος ενός ανθρώπου (σ.σ.: Κάστρο) σπάνια δίνει αφορμή για εορτασμό, πρόκειται για μια απώλεια των καταστροφικών ιδεολογιών που ο ίδιος ευαγγελίστηκε, κάτι που ανακουφίζει την εξόριστη κουβανική κοινότητα και της δίνει ελπίδα για όλα όσα έχουν αργήσει να έρθουν».
Γκλόρια Εστέφαν, Κουβανή ντίβα της latin pop
31 Δεκεμβρίου 1958. Αβάνα

 Προεδρικό Μέγαρο. Ο στρατηγός Φουλχένσιο Μπατίστα δεν είχε ντυθεί. Φορούσε τη μεταξωτή του ρόμπα και από μέσα μια λευκή μπλούζα. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα σβησμένο Partagas No 4 και κοίταζε με άδειο βλέμμα το προσωπικό του ανακτόρου του, που πακετάριζε την οικοσκευή του. Προχώρησε και ο ήχος από τις παντόφλες του στο μάρμαρο του κτηρίου τον έκανε να βουρκώσει. Σε λίγο θα αποχωριζόταν όλα αυτά τα μεγαλεία. 
Κρύος ιδρώτας τον είχε λούσει στο άκουσμα της είδησης: Το κομμούνι, ο τρελός γιατρός από την Αργεντινή, είχε καταφέρει να διαλύσει την αντίσταση των κυβερνητικών στρατευμάτων στη Σάντα Κλάρα, είχε ενωθεί με τους ξυπόλητους του Φιντέλ Κάστρο και βάδιζαν προς την Αβάνα. Ο στρατηγός Μπατίστα είχε ελάχιστες ώρες μέχρι να αναχωρήσει από τη χώρα, αν ήθελε να ζήσει. Όλα είχαν χαθεί, τα χρήματα, τα χρυσάφια, ο τζόγος, τα καζίνο, οι όμορφες μελαμψές μικρούλες με το φιδίσιο κορμί, τα πάντα. Τον είχαν ξεχάσει όλοι, ακόμη και οι φίλοι του οι Αμερικανοί. Και είχε κάνει τόσα για εκείνους. Ή μήπως όχι; Μέχρι και την Αβάνα είχε μετατρέψει σε ένα απέραντο μπορντέλο. Καζίνο, τζόγος, ναρκωτικά, γυναίκες. Ένα μικρό Μαϊάμι για τους φίλους του.
«Συνεχίστε, ηλίθιοι, μην κάθεστε. Ετοιμάστε τα. Αύριο φεύγουμε όλοι από αυτό το αναθεματισμένο νησί» φώναξε στο υπηρετικό προσωπικό που εκείνη τη στιγμή στοίβαζε πίνακες, πανάκριβα σερβίτσια, ασημικά, κρύσταλλα και άλλα είδη και τα τοποθετούσε επιμελώς σε μεγάλες κούτες. 
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε και το επόμενο πρωί, όταν ξημέρωσε η 1η Ιανουαρίου 1959, φόρεσε την επίσημη στρατιωτική του στολή με τις καλογυαλισμένες μπότες και στάθηκε ο ίδιος μπροστά από την μπουκαπόρτα του τεράστιου μεταγωγικού αεροσκάφους που περίμενε με αναμμένες τις μηχανές να απογειωθεί από το αεροδρόμιο. 
Επέβλεπε για να διασφαλίσει πως όλα του τα προσωπικά είδη, και κυρίως οι πίνακες ζωγραφικής, θα φορτώνονταν. Ύστερα θα έμπαινε κι εκείνος. Όταν όλα ήταν έτοιμα, το μυαλό του έκανε γρήγορα τους υπολογισμούς: «Όλα φορτώθηκαν. Ευτυχώς και οι πίνακές μου. Δεν στοιχίζουν και λίγα. 700.000.000 δολάρια. Μου πήρε μια ζωή να τους συγκεντρώσω». Μια φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ο πιστός του υπασπιστής: «Στρατηγέ μου, πρέπει να επιβιβαστούμε. Φεύγουμε. Οι επαναστάτες ήδη μπαίνουν στην πόλη». 
Ο Φουλχένσιο Μπατίστα ίσιωσε το καπέλο του, ανέβηκε τις σκάλες του αεροσκάφους και, πριν προλάβει να καθίσει, εκείνο είχε ήδη αρχίσει να τροχοδρομεί. Από το παράθυρο κοίταξε από ψηλά για μια τελευταία φορά την Αβάνα και σκέφτηκε «εις το επανιδείν». Μια κούφια σκέψη που ποτέ δεν θα γινόταν πραγματικότητα. 
Λευκός Οίκος, Ουάσιγκτον, 1960
Στο οβάλ γραφείο ο ξανθομάλλης νεοεκλεγείς πρόεδρος της μεγαλύτερης δύναμης του κόσμου δεν σταματούσε να χαμογελάει. Ζούσε τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Ήξερε πως σε λίγο θα έρχονταν τα δύσκολα και είχε αποφασίσει να γευτεί αυτές τις ώρες όσο δεν πάει άλλο. Ήταν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. 
Ένα τηλεφώνημα διέκοψε τις σκέψεις του. Η όμορφη ξανθιά γραμματέας του, που στο παρουσιαστικό έμοιαζε με την κοντούλα ηθοποιό που φλέρταρε, τη Μέριλιν, του είπε πως ήταν επείγον. Ο Τζον Κένεντι σήκωσε το ακουστικό και άκουσε τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, τον απερχόμενο πρόεδρο, να ζητάει μια off the record συνάντηση μαζί του για να τον ενημερώσει για ένα φλέγον θέμα, ένα θέμα ασφάλειας των ΗΠΑ. 
Η συνάντηση έγινε υπό άκρα μυστικότητα σε λίγες ώρες. Ο ήρωας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο «Άικ», ενημέρωσε τον Κένεντι πως η Κούβα ήταν ένα αγκάθι στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ. 
«Ήδη αυτός ο Κάστρο» είπε ο Άικ «με συνοπτικές διαδικασίες προχωρά σε σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις που δεν μας αρέσουν καθόλου. Ξεκίνησε την ανακατανομή της γης, άρχισε την κρατικοποίηση οργανισμών κοινής ωφελείας και εδώ και μήνες έχει κηρύξει έναν αδίστακτο πόλεμο κατά της διαφθοράς, όπως λέει. Η βιομηχανία των καζίνο διαλύεται. Διώχνει κακήν κακώς δικούς μας επιχειρηματίες που ελέγχουν τον τζόγο. Κρατικοποιεί ό,τι ανήκει σε Αμερικανούς επιχειρηματίες. Το Μαϊάμι βράζει. Χάσαμε σε μια νύχτα 1 δισεκατομμύριο δολάρια».
Ο Αιζενχάουερ δεν μάσησε τα λόγια του και ενημέρωσε τον Κένεντι πως η επαναστατική κυβέρνηση πρέπει να πέσει διότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας. Στη συνέχεια του έδωσε έναν άκρως εμπιστευτικό φάκελο. Επάνω του υπήρχε με κόκκινα γράμματα η ένδειξη «Απόρρητον». Στη μέση ένας μεγάλος μπλε κύκλος με τον χρυσαετό των ΗΠΑ έγραφε: Central Intelligence Agency, τμήμα: Directorate of Operations. 
Ο Τζον Κένεντι επέστρεψε στο οβάλ γραφείο εκείνο το μεσημέρι και ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Ολομόναχος διάβασε τον φάκελο της CIA. Τον επεξεργάστηκε για πολλές ώρες, μέχρι που έδυσε ο ήλιος. 
Ήταν ένα σχέδιο ανατροπής του Κάστρο και της κυβέρνησής του. Ήδη 13.100.000 δολάρια από τους Αμερικανούς φορολογουμένους είχαν δοθεί για λογαριασμό της CIA σε διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις Κουβανών αντιφρονούντων τους τελευταίους μήνες και όλα ήταν έτοιμα για μια εισβολή στο νησί που θα έριχνε τον Κάστρο και την κυβέρνησή του, θα εξόντωνε τον ρομαντικό εθελοντή γιατρό από την Αργεντινή και θα ξανάκανε την Κούβα μια φιλική χώρα προς τις ΗΠΑ, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. 
Ο JFK δεν ήθελε να δώσει το «πράσινο φως». Είχε μια διαφορετική θεώρηση για τα πράγματα από τον συντηρητικό Άικ. Ήταν όμως όλα δρομολογημένα. Ο Τζον πήρε την πένα του και στην τελευταία σελίδα της αναφοράς έβαλε την υπογραφή του κάτω από το δαχτυλογραφημένο: «Εγκρίνεται». 
Ζούγκλα της Γουατεμάλα, 13 Απριλίου 1961
Ο ταγματάρχης José Manuel Fajardo έριξε μια σφαλιάρα με την παλάμη στον σβέρκο του. «Γαμημένα κουνούπια» σκέφτηκε και σταμάτησε να περπατάει μέσα στην πυκνή βλάστηση. Έκανε νόημα στην ομάδα του να ξαποστάσει. Άφησε το M1 Garand τουφέκι του στο πλάι και κάθισε κάτω από ένα δέντρο. 
Ο José Manuel Fajardo, Κουβανός και φανατικός αντικομμουνιστής, καθόταν τις τελευταίες ημέρες σε αναμμένα κάρβουνα. Είχε εκπαιδευτεί μαζί με άλλους 1.500 αντιφρονούντες, από τους καλύτερους της CIA, στο Μεξικό και τώρα η περίφημη Brigada 2506 (Ταξιαρχία 2506) βρισκόταν στη Γουατεμάλα, σε μια αναθεματισμένη ζούγκλα. Όλα όμως έδειχναν πως σε λίγες ώρες θα έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα, θα έριχνε τον Κάστρο και θα έδιωχνε το μίασμα του κομμουνισμού που μόλυνε το αγαπημένο του νησί της Καραϊβικής. 
Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του είδαν ένα ελικόπτερο να προσγειώνεται σε ένα ξέφωτο λίγο παραπέρα. Ένας άνδρας με γυαλιά ηλίου και πολιτικά ρούχα βγήκε και εμφανίστηκε από το πουθενά μέσα από τη βλάστηση. Πριν προλάβουν να πιάσουν τα όπλα τους, ο άνδρας έσκυψε πάνω από τον Fajardo και κάτι του είπε. Ο José Manuel χαμογέλασε, σηκώθηκε και φώναξε: «Άνδρες, ετοιμαστείτε. Η στιγμή που περιμέναμε έφτασε. Φεύγουμε για το νησί μας. Τα κομμούνια θα πληρώσουν ακριβά».
Κόλπος των Χοίρων, 17 Απριλίου
Ο μονότονος βόμβος από τις μηχανές οκτώ βομβαρδιστικών B-26 γινόταν ολοένα και δυνατότερος. Πλησίαζαν στις ακτές της Κούβας. Τα διακριτικά τους στα φτερά και την ουρά δεν ήταν αμερικανικά, ήταν κουβανέζικα. Τα B-26 διασκορπίστηκαν και, με το σύνθημα του αρχηγού τους από τον ασύρματο, άνοιξαν οι κοιλιές από τα κήτη. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο ήχος από τις βόμβες που έπεφταν τάραξε την ηρεμία του νησιού, που μόλις ξυπνούσε ράθυμα. 
Το σχέδιο της CIA ήταν ευφυές και απλό. Καμουφλαρισμένα βομβαρδιστικά θα βομβάρδιζαν θέσεις Κουβανών προκαλώντας σύγχυση, αφού όλοι θα νόμιζαν ότι πρόκειται για αεροπλάνα της Κούβας. 
Ταυτόχρονα αποβατική δύναμη από την Ταξιαρχία 2506 θα καταλάμβανε μέρος του νησιού ενώ 30.000 αντιφρονούντες στην Αβάνα, το Βαραδέρο και άλλες πόλεις θα έπαιρναν τα όπλα και θα ξεσήκωναν τον κόσμο. Ο Κάστρο δεν θα καταλάβαινε από πού τον χτυπούν και είτε θα παραδινόταν είτε θα πέθαινε.
Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο πράκτορας Γκρέιστον Λιντς και το εκτελεστικό στέλεχος της CIA Γουίλιαμ (Ριπ) Ρόμπερτσον.
Το ευφυές σχέδιο όμως δεν είχε λάβει τρεις σημαντικές παραμέτρους υπ’ όψιν. Πρώτον, την αντίσταση της κουβανικής επαναστατικής πολιτοφυλακής. Δεύτερον, την κουβανική πολεμική αεροπορία και, τρίτον... ότι δεν υπήρχαν 30.000 αντιφρονούντες στο νησί.
Η επανάσταση ζούσε τα πρώτα της χρόνια. Ο Κάστρο και πολύ περισσότερο ο τρελός γιατρός από την Αργεντινή, που δούλευε σαν όμοιος με όλους στα ζαχαροκάλαμα, είχαν το λαϊκό έρεισμα και κανείς δεν τους αμφισβητούσε. 
Τις προηγούμενες ημέρες η CIA είχε ξεκινήσει μέσα στο έδαφος της Κούβας σειρά βομβιστικών επιθέσεων σε κτήρια για να δημιουργήσει ένα αίσθημα φόβου και αναρχίας στον κόσμο. Μυστικοί πράκτορες και παραστρατιωτικοί τοποθέτησαν βόμβες στα εμπορικά πολυκαταστήματα «Νόμπελ Ακάντεμι», «Τεν Σεντ», «Ελ Ενκάντο», και στους κινηματογράφους «Καντίδο» και «Ριέσγο», όπου χρησιμοποιήθηκε μάλιστα και ενεργός φώσφορος. Ακολούθησαν και άλλες επιθέσεις στα εμπορικά «Λα Επόκα» και «Φλογκάρ».
Η μάχη είχε αρχίσει και ο Κάστρο ενημέρωσε τον τρελό γιατρό από την Αργεντινή ότι θα ηγηθεί εκείνος προσωπικά της άμυνας του νησιού. Από το ξημέρωμα ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αβάνας μετέδιδε τα λόγια του Comantande:
«Ο βορειοαμερικανικός ιμπεριαλισμός εξαπέλυσε την εισβολή που είχε προαναγγείλει κατά του λαού της Κούβας. Οι αντεπαναστατικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν σ’ ένα σημείο του εδάφους μας και ο λαός αγωνίζεται με ενθουσιασμό κατά των εισβολέων. Η κουβανική κυβέρνηση απευθύνει έκκληση σ’ όλους τους λαούς της Λατινικής Αμερικής και του κόσμου για να την υποστηρίξουν στον αγώνα της κατά των ξένων δυνάμεων. Ο αγώνας μας είναι ο αγώνας όλων σας. Η Κούβα ανακράζει: Πατρίδα ή Θάνατος! Η Κούβα θα νικήσει».
Την ίδια στιγμή η αεροπορία της Κούβας βύθιζε στη θάλασσα του Κόλπου των Χοίρων το ένα μετά το άλλο τα αποβατικά που μετέφεραν την Ταξιαρχία 2506. Όσοι είχαν καταφέρει να αποβιβαστούν στον κόλπο, ανάμεσά τους και ο José Manuel Fajardo, είχαν καθηλωθεί από τις δυνάμεις του Κάστρο.
Σε τρεις ημέρες όλα είχαν τελειώσει. Οι παραστρατιωτικοί παραδόθηκαν και οι ΗΠΑ γνώρισαν μια από τις μεγαλύτερες ήττες τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. 
Ο Κάστρο έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Κούβας. Η πεποίθηση πως οι ΗΠΑ μετά το χαστούκι θα προσπαθούσαν να επιχειρήσουν νέα ανατροπή του καθεστώτος τον ώθησε να υπογράψει συμφωνία με την ΕΣΣΔ. Ο ίδιος εξήγησε: «Το μόνο που απομένει στην Ουάσιγκτον είναι να πραγματοποιήσει η ίδια απευθείας εισβολή. Αυτό μας οδήγησε στην απόφαση να υπογράψουμε την κουβανοσοβιετική συμφωνία για εγκατάσταση στο έδαφός μας πυρηνικών όπλων». Πυρηνικά όπλα λίγα μίλια από τις ακτές των ΗΠΑ. Έναν χρόνο αργότερα ο κόσμος ολόκληρος θα βιώσει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις: την κρίση των πυραύλων. 
Επίλογος
Ο ταγματάρχης José Manuel Fajardo γύρισε ατιμασμένος στη «μικρή Κούβα» στο Μαϊάμι. Κλείστηκε στο σπίτι του και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Τα βράδια δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ τη στιγμή που η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών τούς σφυροκοπούσε ανελέητα. Η ομάδα του είχε καταφέρει να εισχωρήσει μερικές εκατοντάδες μέτρα στο νησί, στον Κόλπο των Χοίρων, και ύστερα είχε καθηλωθεί. 
Όταν τους ζήτησαν να παραδοθούν, είδε πως δεν ήταν ο μοναδικός που είχε βρέξει άθελά του από φόβο το παντελόνι του. Το ίδιο είχαν πάθει και πολλοί συναγωνιστές του. Χωρίς δεύτερη σκέψη είχε υψώσει λευκή σημαία.
Σε λίγες ημέρες οι αρχές της Κούβας τον έστειλαν πίσω στις ΗΠΑ με τον χαρακτηρισμό «προδότης της πατρίδας του». 
Το 1957 ο ταγματάρχης Fajardo έγινε πατέρας ενός κοριτσιού. Της έδωσε το όνομα Gloria Marίa Milagrosa Fajardo Garcίa de Estefan. Οι γνωστοί την φώναζαν Γκλόρια Εστέφαν...
Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...