Ποιο είναι το πραγματικό κυβερνητικό plan B;

Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου

Τα χαμηλότερα πλεονάσματα από το 2019 και μετά, αλλά και η άμεση λήψη αποφάσεων όχι μόνο για τα βραχυπρόθεσμα αλλά και για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, αποτελούν σταθερές θέσεις της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Σε αυτές τις δύο παραδοχές στηρίζεται όλος ο σχεδιασμός για την ελληνική οικονομία. Πουθενά όμως δεν υπάρχει πρόβλεψη για plan B.

Και θα εξηγήσω γιατί το αναφέρω αυτό. Αποτυπώνεται ξεκάθαρα μία και μόνο "οδός" σε όλα τα σχέδια που καταστρώνει το υπουργείο Οικονομικών για την βιωσιμότητα του χρέους και την συμφωνία με τους δανειστές. Μόνο που αυτά τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται η "εξίσωση", δεν προκύπτουν. Το "όχι" του Σόιμπλε στην σύνοδο του Eurogroup της Δευτέρας ήταν ξεκάθαρο. Ακόμη και το περιθώριο που άφησε ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, στο πεδίο του χρέους και των πλεονασμάτων ήταν πολύ προσεκτικά διατυπωμένο.

Για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα του χρέους είπε ότι "ίσως χρειαστεί να συζητήσουμε λίγο παραπάνω την δεύτερη φάση των μέτρων, αλλά στο τέλος του 2016 δεν μπορείς να είσαι ακριβής στα μέτρα που θα χρειαστούν το 2018", ενώ για τα πρωτογενή πλεονάσματα που πρέπει να είναι στο 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και για μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα, είπε ότι "πρέπει να αποφασίσουμε τι σημαίνει χρονικά το μεσοπρόθεσμα και υπό ποιους όρους θα το μειώσουμε (τον στόχο για το πλεόνασμα)". Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν είναι "λευκή επιταγή"...

Η θέση των δανειστών, η άρνησή τους να αποδεχθούν τις ελληνικές θέσεις - οι οποίες μάλιστα στηρίζονται και από τις υπόλοιπες δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας - δεν είναι τυχαία. Δεν συνδέεται μόνο με τον εκλογικό κύκλο που ξεκινά τον Μάρτιο από την Ολλανδία και κορυφώνεται με τις εκλογές στη Γερμανία. Συνδέεται άρρηκτα και με την απουσία εμπιστοσύνης.

Διότι πολύ απλά οι δανειστές δεν εμπιστεύονται την Κυβέρνηση. Προφανώς και τους "βολεύει" το "ναι σε όλα" του Αλέξη Τσίπρα, αλλά δεν τον εμπιστεύονται. Δεν θέλουν να δώσουν στην κυβέρνησή του τη δυνατότητα της παροχολογίας μέσω των χαμηλότερων πλεονασμάτων και της ολοκλήρωσης του πακέτου για το χρέος. Δεν πιστεύουν ότι η Κυβέρνηση Τσίπρα θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα αν δεν έχει ένα συνεχή μοχλό πίεσης.

Και έτσι το τίμημα της έλλειψης εμπιστοσύνης των κυβερνώντων, το πληρώνει πρωτίστως η ελληνική επιχειρηματικότητα και η κοινωνία. Και θα συνεχίζει να το πληρώνει για πολύ καιρό ακόμη... Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν τουλάχιστο, αυτή τη φορά, η κυβέρνηση θα έχει σχέδιο "Β". Αν υπάρχει και ένα διαφορετικό σενάριο το οποίο καταστρώνει. Για να μην βρεθεί σε αδιέξοδο αν το "όχι" των δανειστών συνεχιστεί. Και έχει ιδιαίτερη σημασία το ποιο είναι πραγματικά αυτό το σχέδιο. Για παράδειγμα θέλει την Ελλάδα εντός του ευρώ, ή εκτός; Θα ζήσουμε και πάλι μία διελκυστίνδα "απειλών"; Θα επιστρέψει αν δεν πάρει η κυβέρνηση εκείνα που ελπίζει, η εποχή Βαρουφάκη;

Το αναφέρω γιατί μπορεί ο Γιάν(ν)ης να μην είναι πλέον στο πλάι του πρωθυπουργού, έχουμε όμως new entry στην κυβέρνηση, τον ένθερμο υποστηρικτή του GEURO και του παράλληλου νομίσματος, τον κ. Παπαδημητρίου του Ινστιτούτου Levy. Ο οποίος μπορεί στην παραλαβή του υπουργείου να ισχυρίστηκε ότι "περασμένα ξεχασμένα" και κάτι σαν "mea culpa", όμως τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό μπορεί να εμπεριέχει ελιγμό. Ή σε κάθε περίπτωση να ελέγχεται για την αξιοπιστία της η... μεταμέλεια. Γιατί μόλις πριν από δύο μήνες, τον περασμένο Σεπτέμβριο και όχι το... μακρινό 2015 επιχειρηματολογούσε και πάλι το Ινστιτούτο Levy περί GEURO σε έκθεσή του...

Προς το παρόν, η μόνη εμφανής κυβερνητική θέση είναι η επίσημη "μονόπατη" επιχειρηματολογία για χαμηλότερα πλεονάσματα. Την επιχειρηματολογία αυτή επανέλαβε χθες από τις Βρυξέλλες πηγή του υπουργείου Οικονομικών λέγοντας ότι η επιδίωξη της ελληνικής πλευράς, είναι η συζήτηση να περιλαμβάνει τα πρωτογενή πλεονάσματα για την περίοδο μετά το 2018 αλλά και τα μέτρα μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα. Τις θέσεις αυτές άλλωστε παρουσίασε και επισήμως στη Βουλή ο κ. Χουλιαράκης την προηγούμενη Πέμπτη. Και τούτο παραδεχόμενος και ο ίδιος ότι προς το παρόν οι θεσμοί σχεδιάζουν πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ για μία 10ετία μετά το 2018 όταν τελειώνει (σ.σ. στα χαρτιά) το πρόγραμμα και ότι συζητούν μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

Οι κυβερνώντες θα πρέπει επίσης να έχουν κατά νου ότι υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας, το ΔΝΤ. Και το Ταμείο ναι μεν είναι "σύμμαχος" στα χαμηλά πλεονάσματα, αλλά είναι "εχθρός" ως προς τα νέα μέτρα που ζητά. Και μένει να φανεί στο τέλος της... ημέρας ποιος θα είναι ο συμβιβασμός που θα υπάρξει (;) σε μία συμφωνία πολιτικά ανεκτή από τον Γερμανικό άξονα...

Μοιράσου στο Google Plus
Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, κάντε κλικ εδώ

Για γρήγορη και άμεση ενημέρωση ακολουθείστε μας στο Twitter και στο Google+.

loading...